Το σκίτσο του Louis–François Cassas για τα Γεφύρια της Άρτας και του Ευρώτα

Ο Louis–François Cassas, μια πολυσχιδής προσωπικότητα (σχεδιαστής, ζωγράφος, χαράκτης και γλύπτης), ήταν μανιώδης ταξιδιώτης και αρχαιολόγος. Το 1780 μια παραγγελία του “Une societe d’amateurs des beaux arts” τον οδήγησε από την Ίστρια στη νότια Δαλματία, για να κάνει μια σειρά από εικονογραφήσεις των αρχαιοτήτων στην ανατολική ακτή της Αδριατικής. Πρόκειται για σχέδια που προορίζονταν για την εικονογράφηση ενός τόμου του Voyage Pittoresque en Grèce, της εντυπωσιακής έκδοσης του Choiseul-Gouffier, πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη. Όμως ο τόμος που θα περιλάμβανε τα σχέδια του άλμπουμ δεν εκδόθηκε ποτέ! Tα σχέδια του Louis–François Cassas σήμερα βρίσκονται σε ένα άλμπουμ με χειρόγραφα, που φυλάσσεται στο αρχείο του Μουσείου του Λούβρου, στο Παρίσι.

Αν και πρόκειται για πρωτόλεια έργα που δεν έχουν την ίδια αξία με άλλα έργα του σχεδιαστή, θα λέγαμε ότι για την πόλη μας, έχουν τεράστια ιστορική αξία, καθώς είναι τα πρώτα και πιο παλιά καλλιτεχνήματα που απεικονίζουν την Άρτα στα τέλη του 18ου αιώνα.

Το Γεφύρι της Άρτας απεικονίζεται σε 5 από τα συνολικά 12 σχέδια που αφορούν την πόλη. Στη φωτογραφία το πρώτο σχέδιο του Γεφυριού της Άρτας, μαζί με το σχέδιο του Γεφυριού στον Ευρώτα, στη Σπάρτη. (Πηγή : “ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΟΥ LOUIS-FRANÇOIS CASSAS ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΤΑ ΤΟ 1780, Α. Καρρά, Άρτα, 2022)

Δημοσιεύθηκε στη Περιηγητές που πέρασαν από την Άρτα | Σχολιάστε

Το Ξενία τη νύχτα…..

Νυχτερινή άποψη του «Ξενία» της Άρτας το πρώτο χρόνο λειτουργίας του. (Πηγή :  Μουσείο Μπενάκη – Αρχείο Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, 2010).    

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε

Στον κήπο του Ξενία….

Στον κήπο του Ξενία το 1962. Δεξιά η Κίτσα (Κυριακή) Πέτσα και στη μέση ο Νίκος Λιαγκούας, μεγάλη αθλητική μορφή. (Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε

Το κτίριο του Ξενία

“Οι εργασίες  ανέγερσης  του «Ξενία» κόστισαν, σύμφωνα την εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» (15/11/1958, αριθμός φύλλου 92), «πεντέμιση εκατομμύρια  δραχμές». Κτίστηκε επί κυβερνήσεως  Κωσταντίνου Καραμανλή. Ως πρώτη διευθύντρια του Ξενία  χρημάτισε η Εύη Βοντζίδου, ενώ η έρευνα στην εφημερίδα ο «ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ»  αναφέρει τον Γ. Παπαφωτόπουλο. Τα εγκαίνια του ξενοδοχείου έγιναν τον Ιούνιο του 1961. Το ξενοδοχείο διέθετε δύο ορόφους και προσέφερε 22 δωμάτια με 40 κλίνες  εκ των οποίων τα 2 δωμάτια  ήταν σουίτες, ( 11 δωμάτια στον Α’ όροφο και  11 στον Β’), με χώρο άνετο στο ισόγειο για στάθμευση αυτοκίνητου. Το κτίριο διέθετε 2 μπαρ, ένα  εσωτερικό και ένα εξωτερικό, εστιατόριο με μενού προσεγμένο για τους πελάτες του, γήπεδα άθλησης  κοντά στα τείχη, θερινό αναψυκτήριο και άνετο κήπο”. (Πηγή : Η ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ “ΕΙΚΟΝΑ” ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΕΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ, 1945 – 1967, Π. Πασχαλίδης, Άρτα, 2011)

Στη φωτογραφία “Άποψη του χώρου υποδοχής του Ξενία” (Πηγή : Μουσείο Μπενάκη)

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε

Το Γεφύρι της Άρτας – Κ. Μπαλάφας

“Το Γεφύρι της Άρτας” σε φωτογραφία του Κλωστα Μπαλάφα. (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα, 2003)

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

Η Σιωπή των Παιδιών!

“…..Δυο πράγματα αδυνατώ να ξεχάσω και μένουν βαθύτατα μέσα μου χαραγμένα απ’ εκείνα τα χρόνια και απ’ αυτό το πήγαινε – έλα. Πρώτο η σιωπή των παιδιών!

Λίγος ύπνος, λειψό, ξερό ψωμί – συχνά χωρίς προσφάι – καθόλου παιγνίδι, πολλή κούραση, μακρά πορεία κι ωστόσο καμιά διαμαρτυρία. Και γινόταν όλα αυτά άσκηση υπομονής, γύμνασμα αντοχής, διδαχή για αναμέτρηση από τα γενοφάσκια μας με τη ζωή και το θάνατο που παραμόνευε σε κάθε μας βήμα, στήνοντάς μας χίλιες παγίδες…..” (Μαρτυρία Μ. Β. Αυδίκου στο Λεύκωμα ΣΥΡΡΑΚΟ, ΠΕΤΡΑ – ΜΝΗΜΗ – ΦΩΣ, Συρράκο, 2004)

Φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα από την ενότητα “Οι καιροί βαραίνουν……Κατεβαίνοντας για τα χειμαδιά…” (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα, 2003)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Οι “τσιατούρες”….

“…..Από τα αναγκαία για το δρόμο για τα χειμαδιά ακόμα ήταν η τέντα, η τραγομαλλούσα. Οι φούρκες για το στήσιμό της στο δρόμο, όταν μας έβρισκε η βροχή. Ήταν αδύνατο το φθινόπωρο στην κάθοδό μας να μη μας βρει βροχή ή βροχές, επίμονες και καταρρακτώδεις κάποτε. Μουσκίδι  από τα γόνατα και κάτω, στριμωγμένοι μέσα στην πρόχειρη της κακιάς ώρας σκηνή (τσιατούρα) των 3-4 τετραγωνικών μέτρων που σπάνια μας χωρούσε όλους, ενώ τα πόδια έμεναν σίγουρα απ’ έξω, και , ω του θαύματος, ξημερώναμε ! κι είχαμε το κουράγιο να συνεχίσουμε….”. (Μαρτυρία Μ. Β. Αυδίκου στο Λεύκωμα ΣΥΡΡΑΚΟ, ΠΕΤΡΑ – ΜΝΗΜΗ – ΦΩΣ, Συρράκο, 2004)

Στη φωτογραφία “Πρόχειρος καταυλισμός με τέντες (τσιατούρες). Απαραίτητο εξάρτημα, η κάπα.(Φωτο από το ίδιο βιβλίο)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Τσέλιγκας Καλαρρυτινός…

Καλαρρυτινός τσέλιγκας όπως τον απαθανάτισε ο φακός του Κώστα Μπαλάφα. (Πηγή : Μουσείο Μπενάκη)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Έφτασε ο καιρός για τα χειμαδιά….

Oι κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων ασκούσαν μια μετακινούμενη ή « ημιμόνιμη» κτηνοτροφία σχετικά μικρών αποστάσεων, που οδηγούσε ανθρώπους και κοπάδια κατά τον Οκτώβριο, σε σχέση πάντα και με τις εκάστοτε καιρικές συνθήκες, στους βοσκότοπους της Φιλιππιάδας, Άρτας, Λάμαρης , Πρέβεζας και Ακτίου, όπου και παρέμεναν μέχρι την άνοιξη για ν’ ανέβουν στη συνέχεια και πάλι στα θερινά λιβάδια…. «Αυτή τη φορά η αναχώρηση γινόταν πάντοτε χαράματα. Τα παιδιά με τους γέροντες ξεκινούσαν νωρίτερα. Στο δρομολόγιο υπήρχαν σταθμοί προκαθορισμένοι, σημεία που οι νομάδες διανυκτέρευαν. Η απόσταση που περπατούσαν ήταν περίπου 25 – 30 χιλιόμετρα τη μέρα, γιατί τα πρόβατα είναι αργοβάδιστα, οι δρόμοι ήταν στενοί και σε πολλά σημεία δυσκολοδιάβατοι…..»

«….Για τους περισσότερους από μας τα πράγματα που θα παίρναμε μαζί μας θα έπρεπε να είναι τόσα όσα μπορούσε να σηκώσει ένα – κατά κανόνα «μονάκριβο» – άλογο ή μουλάρι. Είχαμε πρώτα τα είδη διατροφής. Είκοσι – εικοσιπέντε οκάδες καλαμπόκι. Μια χαλκοματένια «μπούγλα» με δυο – τρεις οκάδες λάδι. Λίγες ελιές, λαδοελιές από «μπορμπολόι», που η ανάγκη τις έκανε βρώσιμες. Τέλος λίγη μυζήθρα – γκίζα τη λέγαμε τότε, ανθοτύρι κατ΄ευφημισμό ίσως την αποκαλούν σήμερα – αποβουτυρωμένη μέχρις εσχάτων, έτσι που έμοιζε περισσότερο με ψιλό χαλίκι.

Μετά ήταν η «οικοσυσκευή» μας : Ένας τέντζερης, ένα – δυο καπάκια, ένα ταψί και λίγα κουτάλια. Παλιά αρκούσε ένα για όλους μας – ξύλινο μερικές φορές – αφού τρώγαμε μαζί όλοι, καθισμένοι σταυροπόδι χάμω ή στα γόνατα γύρω από το ταψί και κείνο περνούσε από χέρι σε χέρι γύρω- γύρω σαν σκυτάλη. Τρίτο ήταν το σακί με τον «ιματισμό». Τα χτένια για το λανάρισμα των μαλλιών. Η πυροστιά και πανωσάμαρα  δυο τρεις κότες δεμένες…. (Μαρτυρία Μ. Β. Αυδίκου στο Λεύκωμα ΣΥΡΡΑΚΟ, ΠΕΤΡΑ – ΜΝΗΜΗ – ΦΩΣ, Συρράκο, 2004)

“Κατεβαίνοντας για τα χειμαδιά, μοιράζουν το δρόμο”, Φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα, Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα, 2003)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Στην πλατεία Κακαβά….

Η πλατεία Κακαβά την δεκαετία του 1950-1960. Διακρίνεται το περίπτερο του Μόσχου (?) και στο βάθος το υποδηματοποιείο Αφων Κουτσούμπα. (Φωτο από αρχείο Δημητρίου Παπαρούνη)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε