ΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ – “IL BOLLETINO”

“Ένας και μοναδικός ο «Ορφεύς» του μακαρίτη μπάρμπα – Βασίλη Τσολιά, εκεί στην πλατεία Κιλκίς. Παλιό αρχοντικό καφενείο, με μεγάλους καθρέφτες, μαρμάρινα τραπέζια και δυο-τρία μπιλιάρδα, μετατράπηκε στις αρχές της δεκαετίας του  ’30 σε κινηματογράφο. Λειτούργησε κάπου σαράντα χρόνια.

Αυτός λοιπόν ο κινηματογράφος λειτουργούσε κι εκείνον τον φοβερό χειμώνα του 41 – 42.  Άρχιζε την προβολή των ταινιών δυόμιση ώρες πριν από την ώρα που σταματούσε υποχρεωτικά η κυκλοφορία των πολιτών,  έτσι ώστε οι θεατές να προλάβουν να φτάσουν στα σπίτια τους πριν από την ώρα της απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Ηλεκτρικό ρεύμα έπαιρνε ο κινηματογράφος απ’ το δίκτυο της πόλης, το οποίο τροφοδοτούσε με τα μηχανήματα η εταιρεία Γκινάκα, που αρχικά, από το 1925, είχε τις εγκαταστάσεις της στην πλατεία Ωρολογίου (μέχρι το 32-33) κι αργότερα στη συνοικία Μουχούστι, εκεί που τελειώνει η οδός Ορλάνδου κι αρχίζει η οδός Κομμένου. Βέβαια, κάποτε – κάποτε τα μηχανήματα της εταιρίας πάθαιναν κάποια βλάβη και η πόλη βυθιζόταν στο σκοτάδι. Και φυσικά, τότε σταματούσε και η προβολή του έργου  στον Ορφέα.

Γενάρη – Φλεβάρη του ’41, η ιταλική διοίκηση της πόλης πήρε την απόφαση πως κάθε βράδυ πρέπει να διαβάζεται στον κινηματογράφο, στη διάρκεια του διαλείμματος, το ιταλικό πολεμικό ανακοινωθέν. Πήγε λοιπόν κάποιος διερμηνέας του φρουραρχείου και συνάντησε τον μπάρμπα – Βασίλη Τσολιά.

-Κυρ – Βασίλη, του είπε, σε ζητάνε στο Comando Piazza (φρουραρχείο). Ο μπάρμπα – Βασίλης κιτρίνισε. Σκέφτηκε χίλια δυο!. Τί τάχα να είπε, τί τάχα νάκανε και τον ζητάνε στο φρουραρχείο; Ποιος ρουφιάνος τον κάρφωσε; Τέλος πάντων, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, ακολούθησε τον διερμηνέα. Κι εκεί, στο φρουραρχείο, έμαθε τον λόγο  για τον οποίο τον κάλεσαν. Του μιλούσε ένας Ιταλός αξιωματικός, αλλά ο μπάρμπα – Βασίλης δεν καταλάβαινε τίποτα. Απευθύνθηκε στον διερμηνέα : – Βρε παιδί μου, τι τσαμπουνάει αυτός, δεν καταλαβαίνω τίποτε.

-Θα στα εξηγήσω εγώ, του απάντησε ο διερμηνέας. Και συνέχισε : Η διοίκηση επιθυμεί να διαβάζεται κάθε βράδυ , στην ώρα του διαλείμματος της προβολής του έργου, το ιταλικό στρατιωτικό ανακοινωθέν της ημέρας, για να ενημερώνεται σωστά το κοινό για τις στρατιωτικές εξελίξεις.

-Τί είναι αυτό, επιθυμία ή διαταγή; ρώτησε ο κυρ-Βασίλης. Ο διερμηνέας στράφηκε στον αξιωματικό και διαβίβασε την ερώτηση. Κι ο αξιωματικός γύρισε, κοίταξε άγρια τον κυρ -Βασίλη και απάντησε  : – E un ordine (είναι διαταγή).

-Και ποιος θα το διαβάζει το ανακοινωθέν και σε ποια γλώσσα, αφού το κοινό δεν μιλάει ιταλικά, ξαναρώτησε ο μπάρμπα-Βασίλης.

Ακολούθησε μια συζήτηση μερικών λεπτών και μετά ο διερμηνέας στράφηκε προς τον κυρ -Βασίλη.

-Άκου κυρ -Βασίλη. Στο διάλειμμα θ’ ανεβαίνετε στη σκηνή εσύ κι ένας Ιταλός υπαξιωματικός. Πρώτα θα διαβάζει στα ιταλικά το ανακοινωθέν ο Ιταλός , κι όταν τελειώνει αυτός, θα το διαβάζεις εσύ ελληνικά, από τη μετάφραση που θάχω κάνει εγώ.

-Πάει καλά, είπε στραβομουτσουνιασμένος ο κυρ-Βασίλης, χαιρέτησε κι έφυγε.

Γυρίζοντας στον κινηματογράφο του, φύσαγε και ξεφύσαγε. Τον περίμεναν οι συνεργάτες του και πολλοί γείτονες για να μάθουν τι τον ήθελε το φρουραρχείο.

-Ε, κυρ – Βασίλη, τί σε ήθελαν οι φρατέλοι;

-Τί με ήθελαν, απάντησε, να, ως τώρα ήμουν κινηματογραφιστής, τώρα γίνομαι και σπήκερ, να μεταδίδω ειδήσεις και μάλιστα κατά διαταγήν. His master voice παιδιά.

Αλλά παπάς δεμένος γράφει και ξεγράφει!

Έτσι από ‘κείνη τη μέρα, κάθε βράδυ, στο διάλειμμα της προβολής, ανέβαιναν στη σκηνή που υπήρχε μπροστά από την οθόνη, ο κυρ-Βασίλης αριστερά κι ο Ιταλός δεξιά. Πρώτος διάβαζε ο Ιταλός : «Bolletino militare No……Nostre truppe gloriose…..κ.λ.π., κ.λ.π.». Τέλειωνε ο Ιταλός, άρχιζε ο κυρ – Βασίλης: «Στρατιωτικό ανακοινωθέν, Νο……Οι ένδοξες δυνάμεις μας κ.λ.π., κ.λ.π.». Για αρκετές μέρες όλα κύλαγαν ομαλά. Διάβαζε ο Ιταλός, διάβαζε ο κυρ-Βασίλης και το κοινό άκουγε σιωπηλό το ανακοινωθέν ιταλιστί και ελληνιστί.

Μια βραδιά όμως, λίγο πριν απ’ το διάλειμμα, κόπηκε το ρεύμα, η προβολή σταμάτησε. Ανήσυχος ο κυρ-Βασίλης έστειλε έναν βοηθό του στην ηλεκτρική εταιρία  να ρωτήσει πότε θα ξανάρθει το ρεύμα. Του απάντησαν πως θαργήσει πάνω από ώρα. Απογοητευμένος ο κυρ-Βασίλης αποφάσισε να διώξει τους θεατές. Μόλις όμως αντιλήφθηκε την πρόθεσή του ο Ιταλός υπαξιωματικός αντέδρασε και είπε πως «δεν θα φύγουν οι θεατές, αν δεν διαβαστεί πρώτα το ανακοινωθέν». Εύλογα τον ρώτησε ο κυρ -Βασίλης «πώς θα διαβαστεί, αφού δεν υπάρχει φωτισμός» και έλαβε την απάντηση: – Con un lampa (με μια λάμπα).

Έτσι κι έγινε. Ανέβηκαν στη σκηνή ο υπαξιωματικός, ο κυρ-Βασίλης κι ένας βοηθός του κρατώντας αναμμένη μια λάμπα πετρελαίου. Κάτω στην πλατεία, οι θεατές ήταν μέσα στο σκοτάδι. Αρχικά ο βοηθός  με τη λάμπα πήγε δίπλα στον Ιταλό που διάβαζε το ανακοινωθέν. Όταν τέλειωσε ο Ιταλός, η λάμπα πήγε δίπλα στον κυρ-Βασίλη που άρχισε να διαβάζει : «Πολεμικό ανακοινωθέν του ιταλικού στρατηγείου Νο……Οι ένδοξες στρατιωτικές δυνάμεις μας εισήλθον μετά των Γερμανών εις Βεγγάζην και προχωρούν νικηφόρες προς τη Ντέρνα. Τα αεροπλάνα μας……». Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο, από το βάθος της αίθουσας μέσα από το σκοτάδι, ακούστηκε μια δυνατή φωνή: -Πού τα βρήκες τ’ αεροπλάνα κυρ-Βασίλη;

Γέλασε δυνατά όλη η πλατεία, αλλά ψύχραιμος και απτόητος ο μπάρμπα -Βασίλης συνέχισε σα να μη συμβαίνει τίποτε :- Σκάσε γαμώ τη μάνα σ’, θα μας χώσουν ολνούς μέσα, εβομβάρδισαν το Τομπρούκ. Ο Ιταλός δεν αντιλήφθηκε τίποτε για την έξυπνη και ευρηματική παρεμβολή της φράσης του κυρ-Βασίλη. Ρώτησε όμως γιατί γέλασε το κοινό σ’ ένα σημείο του ανακοινωθέντος.

Κι ο κυρ -Βασίλης, πάντα εύστροφος, εξήγησε με τη βοήθεια κάποιου ιταλομαθούς : – Είχα ξεχάσει ξεκούμπωτο το πανταλόνι, το κατάλαβα την ώρα που διάβαζα το ανακοινωθέν κι άρχισα να το κουμπώνω, γι’ αυτό γέλασαν». Γέλασε κι ο Ιταλός, κι όλα έληξαν. Ο κυρ- Βασίλης όμως για αρκετές μέρες είχε την αγωνία μήπως βρεθεί κανένας «ρουφιάνος» και σφυρίξει στους Ιταλούς το τί ακριβώς συνέβη και βρει το μπελά του. Ύστερα από μέρες, αφού δεν τον ενόχλησε κανένας, ηρέμησε. Κι έψαχνε να μάθει ποιός ήταν αυτός ο «μπαγάσας» που φώναξε για τα αεροπλάνα. Αλλά δεν τόμαθε ποτέ….”(Πηγή : Άρθρο του Γιάννη Τσούτσινου στην ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΗΝΗ, τχ.97, 1995)

Στη φωτογραφία ο Βασίλης Τσολιάς με έναν φίλο του στη βόλτα. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του εγγονού του, Βασίλη Τσολιά)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Περνώντας από την Άρτα στην επιστροφή από το μέτωπο του πολέμου….

26-4-1941

“……..Βγαίνοντας όξω στα Γιάννενα κατά τις 9 είδα όλη την εικόνα της ατίμωσης, του κουρελιάσματος και του αφανισμού της Πατρίδας: όπλα πεταμένα δω και κει στα χαντάκια, φαντάρους ξεσκισμένους, κουρελιάρηδες, ξυπόλητους, αγριωπούς και αναμαλλιασμένους ύστερα από τόσο σκληρή ζωή στο Μέτωπο να σέρνουνται πεινασμένοι και να πουλάνε ό, τι είδη είχαν σε ξεφτιλιστικές τιμές για να πάρουν κάτι να φάνε!

Στο φρουραρχείο, κέντρο γενικού αφοπλισμού, παράτησα το όπλο μου και το ξίφος μου κατασυντριμμένος. Εκεί κάθε λογής φαντάρος ζητούσε πληροφορίες πού θα πάη και πώς θα πάη και έπαιρνε γι΄απόκριση το μάζεμα των ώμων.

Οι εφωδιασμοί αρπάχτηκαν από τον κόσμο σπάζοντάς τους τις πόρτες. Πήρα λυπημένος τον κατήφορο κι έψαξα για να βρω τον αδελφό μου. Αδύνατο σε κείνη την κοσμοπλημμύρα. Κι έτσι απελπισμένος χωρίς καμμιά άλλη ελπίδα αφού πια το όπλο μου τόσο άδοξα το ΄χα ξεφορτωθεί πήρα το δρόμο για την Άρτα…

Έφευγα αρχίζοντας την πορεία πια του φυγάδα του αφωπλισμένου και ατιμασμένου στρατιώτη. Έφευγα και ΄γώ όπως χιλιάδες κόσμος  που έρρεψε μεγαλουργώντας πάνω στης Αλβανίας τ΄απρόσιτα βουνά. Πήρα τον κατήφορο για το σπίτι μου μ΄ένα σακκίδιο με αρκετές γαλέτες και λίγο κασέρι. Στο δρόμο ολοζώντανη η εικόνα της καταστροφής. Κανόνια γκρεμισμένα στους γκρεμούς του δρόμου, τρακτέρ πεταμένα ανάσκελα μέσα σε χαντάκια, βλητοφόρα τσακισμένα, όπλα, οπλοπολυβόλα σκόρπια και πεταμένα δεξιά κι αριστερά, αρχεία Μονάδων ξεσκισμένα και μια ορδή όλων των στρατιωτών να φεύγει σιωπηλή και βιαστική για τα σπίτια τους ανακατωμένη με άλογα ή μουλάρια που χλιμίντριζαν παραπονιάρικα απ΄την πείνα..

Μ΄έπιασε ένα παράπονο ένα παράπονο παρατεταμένο και ασυγκράτητο. Άφησα τον πόνο μου να ξεσπάση σε δάκρυα και δάκρυσα κλαίγοντας το κατάντημα της φτωχής μας Ελλάδας… Έκλαψα για την ατίμωσή της την καταστροφή της, τον αφανισμό της… Έκλαψα την φτωχή Πατρίδα που άδικα πλήρωνε και τόσο σκληρά για συμφέροντα και εγωπάθειες. Πλήρωνε έτσι με αίμα και τέλειο ξεκουρέλιασμα γιατί πίστεψε στις υποσχέσεις και στα παχιά τα λόγια εκείνων που και άλλοτε την είχαν ξεφτιλίσει και εγκαταλείψει την τελευταία στιγμή στων οχτρών της τα χέρια. Έκλαψα για το αίμα που χύθηκε, για τις θυσίες που έγιναν μα πιο πολύ έκλαψα για κείνους που ενώ θυσίασαν τη ζωή τους για ένα σκοπό και άφησαν τα κουφάρια τους κει στα άγρια φαράγγια, λεία και τροφή στα πεινασμένα αγρίμια, ρίχνοντας στην ορφάνια τα παιδιά τους, στην εκμετάλεψη τις απροστάτευτες γυναίκες τους ή αδερφές τους, αυτή τους η θυσία δεν ωφέλησε σε τίποτα. Φτωχή Ελλάδα πάντα φτωχή, πάντα ξευτιλισμένη γιατί έτσι το θέλουν οι πολιτικοί του ρηχού νερού, της τσαπατσουλιάς, της συμφεροντολογίας και του ολέθρου…

Έφυγα και διανυχτερεύοντας σ΄ένα στα τόσα εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα και ξαναπαίρνοντας δρόμο πριν χαράξη, βρέθηκα τ΄απομεσήμερο στην Άρτα. Και δω δείχτηκε όλη η απανθρωπιά μας, όλη η φιλαυτία μας και όλη η ασπλαχνιά μας. Ας αφήσω που δεν έδινε κανείς δεκάρα για τον ξαπλωμένο καταμεσίς του δρόμου συνάδελφό του που αγκομαχούσε από την κούραση και εξαντλημένος από την πείνα, ας αφήσουμε τη θηριωδία που φερνόντουσαν οι σωφέρηδες σ΄όποιον τολμούσε να σκαρφαλώση σ΄ένα αυτοκίνητο που συνήθως έφευγε προς τα κάτω άδειο, μα δεν μπορώ να ξεχάσω το φέρσιμο στ΄αθώα και υπομονετικά ζώα, στ΄άκακα και αμίλητα που για χάρη μας τόσα και τόσα υπέφεραν πάνω στα βουνά νηστικά, διψασμένα, μες τα χιόνια και τις βροχές κουβαλώντας μας ώρες και ώρες δρόμο τα τρόφιμα πάνω στα βουνά και με φορτίο ανώτερο της αντοχής τους και που για όλα αυτά ο κάθε ασυνείδητος έτσι παραμελημένα καθώς ήσαν τ΄άρπαζε και καβαλικεύοντας το για να φύγη γληγορώτερα και καβάλλα το ψόφαγε στην τρεχάλα χωρίς να σταματήσει καθόλου ούτε να το ποτίση, αναγκάζοντάς το να τρέχη ώρες και ώρες και στο τέλος εξηντλημένο να πέφτη χάμω και να ψοφά από την υπερκόπωση και εξάντληση! Κι έβλεπε κανείς στον δρόμο να παραδέρνουν ψυχοραγώντας άπειρα τέτοια βουβά θύματα…

Στην Άρτα μάς σταμάτησαν οι Γερμανοί για να προσπεράσουν ανεμπόδιστα τις φάλαγγές τους από τανκς και αυτοκίνητα. Εκεί βρήκα κι έναν χωριανό με μια μούλα – ήταν στα μεταγωγικά και την είχε από την αρχή του πολέμου – φορτωμένη μ΄αρκετά εφόδια. Φόρτωσε και τα δικά μου λιγοστά πράμματα και σαν μας άφησαν ξεκινήσαμε. Μα αποκαμωμένοι από την συνεχή δεκαεξάωρο πορεία αναγκαστήκαμε να μείνουμε μόλις σουρούπωσε. Ξεκινώντας το χάραμα φτάσαμε το μεσημέρι στον Καρβασαρά. Κει αναγκαστικά μείναμε από τους Γερμανούς δυο μέρες και καταλύσαμε σ΄ένα γνωστό σπίτι του συγχωριανού μου. Σαν μας επέτρεψαν συνεχίσαμε την πορεία, χωρίς την μούλα γιατί μας την έκλεψαν, οπότε το βράδυ φτάσαμε στ΄Αγρίνιο…….”(Πηγή : ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΣΚΛΗΡΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ*, Ντίνος Δ. Ψυχογιός, Λευκάδα, 2020 )

Στη φωτογραφία”Στιγμές ανάπαυσης και καθαριότητας για τους άνδρες των SS στο συντριβάνι ενός ελληνικού χωριού υπό τα βλέμματα Ελλήνων στρατιωτών που έχουν παραδοθεί”. (Πηγή : Η ΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ, Κ.Χ. Βάγιας, Άρτα, 2004)

*Μπορείτε να διαβάσετε το χρονικό στο λινκ https://www.academia.edu/60181507/%CE%91%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%9C%CE%AD%CF%84%CF%89%CF%80%CE%BF_1940_41_%CE%A4%CE%BF_%CE%A7%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%82_%CE%A3%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CE%AE%CF%82_%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Ο Ταγματάρχης Κωνσταντίνος Βερσής

Για τον διατηρητέο στρατώνα στο στρατόπεδο Βερσή της Άρτας, γράψαμε πρόσφατα. Το στρατόπεδο «Βερσή» πήρε το όνομά του προς τιμήν του Ταγματάρχη Κ. Βερσή ο οποίος «από ελληνικό φιλότιμο κι από βαριά στεναχώρια και ντροπή για την ήττα και την προσάρτηση, αυτοκτόνησε καβάλα στο φαρί του…» τον Απρίλιο του 1941, όταν υπογραφόταν στην Θεσσαλονίκη, από τον αντιστράτηγο Τσολάκογλου, τον Γερμανό στρατάρχη Γιόλντ και τον Ιταλό στρατηγό Φερέρο το 3ο πρωτόκολλο ανακωχής, υπό τον τίτλο “Σύμβασις Συνθηκολογήσεως”.

“Το V Σύνταγμα Πυροβολικού παρέδωσε τα πυροβόλα και τον οπλισμό του εις το χωρίον Σταυράκι. Η ταχύπτερος φήμη έφερε μέχρις ημών την νύκτα της επομένης, ότι ο ταγματάρχης πυροβολικού Βερσής Κωνσταντίνος, διοικητής μοίρας πυροβολικού, ετίμησε, κατά τρόπον μεγαλειώδη, το υπερήφανον όπλον του. Όταν, δηλαδή, έλαβε την διαταγή να παραδώση τα πυροβόλα του, συνεκέντρωσεν τους άνδρας της μοίρας του με μέτωπον προς νότον, προς την αιώνιαν Ελλάδα. Διέταξε και πάντες έψαλαν τον Εθνικό μας Ύμνον, και κατόπιν, αφού ησπάσθη τα πυροβόλα του, έδωσε διαταγήν και τα συνέτριψαν με δυναμίτιδα. Κι ενώ ακόμη το έδαφος εσείετο από τας εκρήξεις, ο Βερσής, στηρίξας το περίστροφόν του εις τον δεξιόν του κρόταφον, ηυτοκτόνησε”. (Ι.Α. Βερνάρδου “Τρεμπεσίνα”, σελ. 176. Εκδόσεις Ν. Αλικιώτης και Υιοί).

Στη φωτογραφία το μάλλον άγνωστο ποίημα που έγραψε προς τιμήν του Κ. Βερσή, ο Ηπειρώτης ποιητής Σπύρος Μουσελίμης. (Πηγή : ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤ’ ΑΓΚΑΘΟΤΟΠΙΑ, Γ.Β.Δημητριάδης, Αθήνα, 1978)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Μνημείο για τον Γ. Καραϊσκάκη — Παναγιώτης Ν. Λιδωρίκης, 1800-1861

Ἐπιστολή μέ τήν ὑπογραφή του Λιδωρίκη («Π. Ν. Λοιδωρίκης») πρός τήν Δ´ Ἐθνοσυνέλευση, σχετικά μέ τήν ἀνέγερση μνημείου γιά τόν Καραϊσκάκη,  Άργος, 27 Ιουλίου 1829.

«… Ἐν ᾧ κύριοι δικαίως ἐψήφισε τό ἔθνος ἐπισήμους ἐνδείξεις τῆς εὐγνωμοσύνης του εἰς ὅσους ὑπερασπίσθησαν τόν ὁποῖον ἀνέλαβεν ἀγῶνα, εἶναι δίκαιον στοχάζομαι νά ἀναγερθῇ μνημεῖον πρός ἀνάμνησιν τοῦ ἐνδόξου καί ὑπέρ πατρίδος πεσόντος Ἥρωος ἀρχηγοῦ καραϊσκάκη, καί τῶν ὑπ’ αὐτόν πεσόντων ἀειμνήστων καί εἰληκρινῶν τῆς Ἑλλάδος τέκνων ὁπλαρχηγῶν, οἵτινες προπύργιον ἔθεντο τῆς κινδυνευούσης τότε πατρίδος ἐαυτούς εἰς τήν κρίσιμον ἐκείνην περίστασιν, ὅτε ὁ παντελής ἐπαπηλεῖτο ὅλεθρος τῆς Ἑλλάδος· ἁς ἐνθυμηθῶμεν κύριοι εἰς ποίαν στιγμήν ἀνέλαβον οἱ Ἥρωες τήν τόσον σημαντικήν καί ἐπίμοχθον ἐκείνην ἐκστρατείαν. Προσθέτω ὅτι ἐν ᾧ εὐχαρίστως ἐξέπνεεν, ὁ μεγάθυμος καραϊσκάκης ὡς διαθήκην παρήγγειλεν εἰς ἐμέ τόν ἐπίτροπόν του, καί δι’ ἐσχάτην αἴτησιν ἀπό τούς συμπατριώτας του ἐξῃτήσατο τό ὁποῖον σήμερον ἐγώ προτείνω νά ἀναγερθῇ μνημεῖον πρός ἀνάμνησιν αὐτοῦ καί τῶν ὑπό τάς ὁδηγίας του πεσόντων ἐνδόξως πατριωτῶν μας. Καί ἐπί τούτῳ ἅφησεν εἰς ἐμέ ὁ ἀκτήμων καραϊσκάκης ἐκ τῆς μικρᾶς περιουσίας του Γρόσια ὁκτακόσια, τά ὁποῖα καί εὑρίσκονται εἰς τήν ἐθνικήν χρηματιστικήν τράπεζαν. Τό τοιοῦτον μνημεῖον ἐψηφήσατο καί ἡ παύσασα Βουλή…» (Πηγή : Οίκος Δημοπρασιών)

Δημοσιεύθηκε στη Γεώργιος Καραϊσκάκης | Σχολιάστε

Το Γεφύρι της Άρτας σε Οθωμανικό Χάρτη

Narda Bridge. Greece, 1898 (Πηγή : Ottoman Imperial Archives)

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

Το Τέμενος Φαίκ Πασά – Faik Paşa Mosque, Narda (Arta)

Το Τέμενος Φαίκ Πασά (Ιμαρέτ) σε φωτογραφία από οίκο δημοπρασιών. Σύμφωνα με τον τίτλο της φωτογραφίας το Τζαμί Φαΐκ Πασά, που βρίσκεται στην Άρτα, στην Ελλάδα, αποδίδεται στον σπουδαίο Οθωμανό αρχιτέκτονα Μιμάρ Σινάν, ωστόσο δεν μπορέσαμε να το διασταυρώσουμε περαιτέρω….

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Το Καμπαναριό του Αγίου Βησσαρίωνα στη Φιλιππιάδα

Το καμπαναριό του Αγίου Βησσαρίωνα στη Φιλιππιάδα που έκτισε το 1913 ο Β. Γεωργάκης, πρωτομάστορας εκ Πραμάντων. Στην ιστορία του καμπαναριού θα αναφερθούμε σε μελλοντική ανάρτηση. (Πηγή : https://eds.s.ebscohost.com/)

Δημοσιεύθηκε στη Περί Τμήματος Καραβοσαρά και Λάκκας | Σχολιάστε

Η Άρτα στον πρώτο Τουριστικό Οδηγό του 20 αιώνα

Ο πρώτος αγγλόφωνος τουριστικός οδηγός για την Ελλάδα ήταν το “Vacation days in Greece”* του Rufus B. Richardson, που κυκλοφόρησε το 1903. Από τον τουριστικό αυτό οδηγό λείπει εσκεμμένα η Αθήνα και η Ολυμπία καθώς, όπως αναφέρει ο συγγραφέας στον πρόλογό του, δεν θέλει να συμπεριλάβει δυο και τρεις φορές ειπωμένα πράγματα στον δικό του οδηγό. Ουσιαστικά πρόκειται για μια καταγραφή της ενδεκάχρονης πορείας του συγγραφέα στην ευρύτερη περιοχή της Ελλάδας. Η περιγραφή του ξεκινά από την Κέρκυρα, και συνεχίζει σε όλο το Ιόνιο, την Αιτωλοακαρνανία, την Θεσσαλία και την Πελοπόννησο. Από την περιοχή της Άρτας, όπως συμπεραίνεται από τη διήγησή του, ο συγγραφέας πέρασε τις παραμονές του πολέμου του 1897.

“……..Πρώτος στόχος μας ήταν η Άρτα, το τέρμα μιας γραμμής ατμόπλοιων από τον Πειραιά………..Μια στάση στη Σάμο της  Κεφαλληνίας το πρωί της δεύτερης ημέρας και ένα ταξίδι μεταξύ Κεφαλληνίας και Ιθάκης, κατά τη διάρκεια του οποίου η τελευταία μπορεί να μελετηθεί από μικρή απόσταση, δεν είναι κάτι που μπορείς να αγνοήσεις….. Στη Λευκάδα, το απόγευμα, υπήρξε μια συγκλονιστική σκηνή. Περίπου εκατό νεοσύλλεκτοι επιβιβάστηκαν στο πλοίο. Η Ελλάδα είχε στρατεύματα στην Κρήτη για μια εβδομάδα, και έτσι, παρόλο που ο πόλεμος δεν είχε κηρυχτεί στην πραγματικότητα, συγκέντρωνε στρατεύματα για να προστατεύσει τα σύνορά της ή για να προχωρήσει στην Ήπειρο, όπως θα της υπαγόρευαν οι περιστάσεις. Δύο ώρες αργότερα, πλέοντας στα νερά όπου έγινε η μάχη του Ακτίου, περάσαμε κάτω από τα πυροβόλα των τουρκικών οχυρών στην Πρέβεσσα. Καθώς ο Έλληνας σημαιοφόρος είχε την τάση να καμαρώνει επιδεικτικά  τη σημαία του, φαινόταν κάτι σαν περιπέτεια. Όμως το «Μαργαρίτα» γλίτωσε από τη μοίρα που λίγες εβδομάδες αργότερα περίμενε το «Μακεδονία», που βυθίστηκε από τα τουρκικά πυρά, ενώ οι επιβάτες χρειάστηκε να κολυμπήσουν για τη ζωή τους. Στη Βόνιτζα αναλάβαμε άλλους εκατό νεοσύλλεκτους που ξεχύνονταν στην Άρτα από όλη τη δυτική Ελλάδα. Οι άνδρες ήταν ευδιάθετοι και τακτοποιημένοι, αλλά και γεμάτοι από το πολεμικό αίσθημα που διαπέρασε την Ελλάδα.

Καθυστερώντας από αυτές τις επιβιβάσεις των στρατευμάτων, δεν φτάσαμε στην Κόπραινα, το λιμάνι της Άρτας, παρά στις οκτώ το βράδυ. Τότε υπήρξε έλλειψη από βάρκες για να μεταφέρουν τέτοιο πλήθος στην ακτή, και με μια μεγάλη διαδρομή δέκα ή δώδεκα μιλίων στο σκοτάδι, πάνω από έναν κακό δρόμο γεμάτο με στρατιώτες, ήταν μετά τα μεσάνυχτα όταν φτάσαμε στην Άρτα. Ο οικοδεσπότης μας, ένας άντρας που δεν τον είχα δει ποτέ, αλλά τον οποίο μου σύστησε ένας φίλος στην Αθήνα, μας περίμενε στην Κόπραινα από το μεσημέρι και δεν φαινόταν να πιστεύει ότι είχε κάνει κάτι περισσότερο για εμάς από ότι θα έκανε ο κάθε άνθρωπος.

Το επόμενο πρωί, με έναν λοχαγό του πυροβολικού που ήταν συνεπιβάτης μας από την Αθήνα, βγήκαμε μέσα από πορτοκαλεώνες στο περίφημο γεφύρι της Άρτας, πάνω από τον Άραχθο, που εδώ είναι τα σύνορα, αφού οι Έλληνες είχαν εξασφαλίσει, το 1881, την Άρτα και τις παρακείμενες περιοχές μέχρι το ποτάμι, μαζί με τη Θεσσαλία. Το παρόν σύνορο είναι το πιο άδικο που θα μπορούσε να επινοηθεί. Ένα ποτάμι γενικά δεν είναι σωστή γραμμή οριοθέτησης, αλλά ειδικά σε αυτή την περίπτωση είναι απαράδεκτο. Ο κάμπος απέναντι από το ποτάμι ανήκει από τη φύση του στην πόλη και, μάλιστα, ανήκει σε μεγάλο βαθμό στους Αρτινούς, οι οποίοι έχουν υποστεί πολλαπλές ταλαιπωρίες στη διαχείριση της περιουσίας τους. Ποιος μπορεί να αναρωτηθεί γιατί οι Έλληνες ανυπομονούσαν για μια επιθετική εκστρατεία εδώ που θα έπρεπε να τους επιστρέψει τη γη τους;

Το καλύτερο χαρακτηριστικό της Άρτας είναι η θέα της. Από το λόφο, στους πρόποδες του οποίου βρίσκεται η πόλη, βλέπει κανείς τα βουνά κοντά στη Δωδώνη, και πιο νότια και πολύ κοντά, είναι τα Τσουμέρκα, την άνοιξη ένας όγκος χιονιού, που είναι κάτι λίγο λιγότερο από οκτώ χιλιάδες πόδια. Πίσω από αυτό, πέρα ​​από τον Αχελώο, ​​οι χιονισμένες κορυφές της οροσειράς της Πίνδου συνωστίζονται η μία πάνω στην άλλη σε τόσο πυκνή διάταξη που κανείς απελπίζεται να τις ταυτίσει όλες με τα ονόματα που δίνονται στον χάρτη. Στα νότια βρίσκονται τα τρία βουνά της Ακαρνανίας σε κλίμακα, εντυπωσιακά αν και λίγο πάνω από πέντε χιλιάδες πόδια ύψος, και ο ίδιος ο ένδοξος κόλπος.

Η Άρτα έχει επίσης ιστορία. Κάποιος διατρέχει τις περιόδους  από την ενδιαφέρουσα εκκλησία της Παρηγορητικής Παναγίας, μια πλινθόκτιστη δομή ίσως του 10ου αιώνα και το μεσαιωνικό κάστρο, μέχρι την εποχή που η Άρτα ήταν η Αμβρακία. Ακόμη και οι μέρες που ήταν η πρωτεύουσα του περίφημου Πύρρου φαίνονται πρόσφατες, σε σύγκριση με τις πραγματικά σπουδαίες μέρες που ήταν μια δημοκρατική πόλη της ελεύθερης Ελλάδας πολύ πριν από τον Περσικό πόλεμο. Κάτω από τα άθλια σπίτια της πόλης ξεπροβάλλουν τοίχοι φτιαγμένοι από ογκώδεις ογκόλιθους που μιλούν για μέρες μεγαλείου. Αυτή η ακμάζουσα αποικία της Κορίνθου, που είχε προκαθοριστεί από την θέση της ως η κύρια πόλη της περιοχής, έδωσε το όνομά της στην αρχαιότητα, όπως και τώρα, στον μεγάλο κόλπο που αντικρίζει.

Η Κόρινθος είχε την ατυχία, σπάνια στην ελληνική ιστορία, να δημιουργήσει μια άφιλη αποικία, την Κέρκυρα, η οποία, ήδη από το 665 π.Χ., κατατρόπωσε τη μητέρα πόλη σε μια μεγάλη ναυμαχία και, από κόρη, έγινε διαρκής εχθρός. Για να ανακτήσει την επιρροή της σε αυτές τις περιοχές, η Κόρινθος, στα χρόνια του Κύψελου και του Περίανδρου, έκτισε την Αμβρακία δίπλα στο Ανακτόριο, ακριβώς μέσα στην είσοδο του κόλπου και την Λευκάδα  λίγο πιο έξω. Σαν να αποδεικνύουν ότι η Κόρινθος δεν ήταν μια ιδιαίτερα σκληρή μητέρα, αυτές οι αποικίες παρέμεναν πάντα φιλικές, και οι δυνάμεις τους συντάσσονταν πάντα στον Περσικό πόλεμο μαζί με αυτές της Κορίνθου. Η Αμβρακία, εκτός από το ότι κυριαρχεί  στην πλούσια πεδιάδα που από τη φύση της της ανήκει – αλλά με τη θέληση της Ευρώπης ανήκει πλέον στην Τουρκία – είχε και μια ιδιαίτερη σημασία καθώς βρισκόταν στο δρόμο προς τη Δωδώνη για όλη σχεδόν την Ελλάδα.

Αλλά δεν είναι σκοπός μου να ξαναγράψω κανένα μέρος της ιστορίας της Ελλάδας, αλλά μόνο να εκθέσω ξεκάθαρα τη φυσική και ηθική θέση της Αμβρακίας, ώστε να αντιληφθεί κανείς πιο καθαρά την ικανοποίηση του στιβαρού Δημοσθένη, του ανθρώπου των πράξεων, όχι του ανθρώπου των λόγων, όταν στην Όλπα και κάτω από τα τείχη του Αμφιλοχικού Άργους, λίγα μίλια προς τα νότια, κατατρόπωσε  την Αμβρακία τόσο πολύ όσο ο Κλεομένης είχε κατατροπώσει το Άργος στην Τίρυνθα λίγα χρόνια πριν από τον Περσικό πόλεμο και έκανε την Κόρινθο να νιώσει τα δεινά της αγαπημένης της κόρης που δεν είχε ανάψει ατιμώρητα τις φλόγες του Πελοποννησιακού πολέμου. Εφόσον ορισμένοι Μεσσήνιοι συμμετείχαν σε αυτή τη μάχη, κάποιοι υποθέτουν ότι η περίφημη Νίκη του Παιωνίου στην Ολυμπία δημιουργήθηκε για να τιμήσει το μερίδιό τους στη νίκη.

Προχωρήσαμε νότια από την Άρτα από έναν πολύ καλό αμαξωτό δρόμο που περιβάλλει το δυτικό άκρο του κόλπου. Περίπου το ένα τρίτο της ημερήσιας διαδρομής μας διανύθηκε διασχίζοντας το περίφημο πέρασμα του Μακρυνόρους, όπου τα βουνά, ψηλά σαν τον Υμηττό, κατεβαίνουν σχεδόν κάθετα προς τη θάλασσα για ένα διάστημα δέκα περίπου μιλίων. Αυτό ονομάζεται Θερμοπύλες της δυτικής Ελλάδας, αλλά είναι πολύ πιο δύσκολο πέρασμα από τις Θερμοπύλες, όπου δύο πρόποδες κατεβαίνουν στη θάλασσα με πιο ήπια κλίση. Οι Θερμοπύλες, επίσης, στη σύγχρονη εποχή έχουν χάσει τον αρχικό τους χαρακτήρα με το σχηματισμό μιας μεγάλης πεδιάδας στους πρόποδες των βουνών της από τις εναποθέσεις του Σπερχειού και την επικάλυψη που σχηματίζεται από θειούχες πηγές, ενώ το Μακρυνόρος παραμένει ένα βουνό που φτάνει κατευθείαν στη θάλασσα, απαιτώντας την κατασκευή του σύγχρονου αμαξιτού δρόμου με μεγάλη δυσκολία και έξοδα. Αλλά καθώς αυτός ο δρόμος είναι χίλια πόδια πάνω από το νερό, προσφέρει μια ωραία θέα στον κόλπο και το σκηνικό του. Ο σιδηρόδρομος που συνδέει την Πάτρα με το Αγρίνιο πρέπει να έρθει κάποια μέρα στην Άρτα, έλεγαν όλοι οι κάτοικοι της περιοχής. Το πέρασμα του Μακρυνόρους θα ήταν η κύρια δυσκολία στην πορεία, αλλά ο σιδηρόδρομος θα μπορούσε να κρατήσει το ίδιο ύψος σε όλη τη διαδρομή και δεν θα απαιτούνταν απότομες εναλλαγές. Η κύρια δυσκολία θα ήταν η διάσχιση των πολλών ρεμάτων που κατεβαίνουν από την πλαγιά του βουνού. Ως έχουν τα γεγονότα, η Άρτα θα ενταχθεί στο σιγά σιγά επεκτεινόμενο δίκτυο, αν και ίσως πρέπει πρώτα να ληφθούν υπόψη οι διεκδικήσεις της Σπάρτης. Εξαρτάται κάπως από τη σχετική επιρροή και την ώθηση των βουλευτών των σχετικών περιοχών…..”(Πηγή : VACATION DAYS IN GREECE, Rufus B. Richardson, Published by Smith Elder, 1903)

Στη φωτογραφία το εξώφυλλο του Οδηγού…

*Μπορείτε να διαβάσετε τον Τουριστικό Οδηγό στην Αγγλική Γλώσσα στο λινκ https://www.gutenberg.org/files/45175/45175-h/45175-h.htm

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Ο ευκάλυπτος της πλατείας Σκουφά

1957 : Οι καρέκλες του Βίκτωρα Σακκά απλώθηκαν για να φιλοξενήσουν τους θαμώνες του μαγαζιού και ξαναμαζεύτηκαν, αυτή τη φορά κι από τις δύο πλευρές του ευκάλυπτου. Μια ακόμη φωτογραφία του Cas Oorthuys στην πλατεία Σκουφά…

(Πηγή : https://www.nederlandsfotomuseum.nl/)

….και η παλαιότερη ανάρτηση από τον ίδιο χώρο.

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε

Στου Βίκτωρα Σακκά…

Δεκαετία ’50 στου Βίκτωρα Σακκά στην πλατεία Σκουφά, με φόντο την Παρηγορήτισσα. Δύο από τους θαμώνες οι κ.κ. Μαστραπάς και Καρέλης. (Φωτο από συλλογή Ε. Μ.)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε