Ο Γ. Κοτζιούλας κι’ ο Τσαμάκος

3 Ιουνίου 1956 – Μάτι Αττικής.

Εκδρομή του Φυσιολατρικού Συλλόγου ο «ΠΑΝ» επί τη συμπληρώσει 2000 εκδρομών. Ιωάννης Τσαμάκος, Τάκης Καλατζόπουλος, Ξενούλα Μελίστα, η οικογένεια Νίκου Λουκοπούλου, ο μεγάλος μας ποιητής, ιδρυτής της Λαϊκής Σκηνής (Θέατρο Βουνού) Γιώργος Κοτζιούλας, η σύζυγός του Ευμορφία Πάλλα και ο γιός τους Κώστας.

(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

O Γερο – Τσαμάκος, ο Αετός των Τζουμέρκων (2)

“……..Αλλά ό Τσαμάκος δέν ήταν μόνο ένας άπόκοσμος, μονήρης όρειβάτης. Σπουδαίος κοινωνικός παράγοντας, χάρις στις γνωριμίες του τίς πολλές, πασίγνωστος στήν Αθηναϊκή κοινωνία, διατηρούσε άρχικά τό Ξενοδοχείο «Μέγα Εθνικόν» Πανεπιστημίου 73 κι έπειτα τό γνωστό ξενοδοχείο «Έρέχθειο», Σωκράτους — Αγίου Κωνσταντίνου, άλλά κυρίως άπό τό επιβλητικό καί άληθινά όλύμπιο παράστημα. Ή Άθηνά Ταρσούλη μού είπε κάποτε, πού τόν είδε σέ μιά όμιλία μου στήν Αρχαιολογική Εταιρεία : — Δέν μου τόν φέρνεις σπίτι μου νά τόν ζωγραφίσω; ‘’Ήταν εξυπηρετικότατος στις άνάγκες των συμπατριωτών του Ήπειρωτών. Μου ερχόταν τακτικά στό γραφείο κάτι νά πάρει, κάτι νά δώσει. Τελευταία ένδιαφερόταν ζωηρά, έλευνόμενος άπό τή γνωστή φιλομουσία των Ήπειρωτών, νά πλουτίσει τή βιβλιοθήκη τής ιδιαιτέρας του πατρίδας κι έτρεχε άκούραστα σέ καθέναν, πού μπορούσε ν’ άποσπάσει μερικά άντίτυπα. Άλλά τό βάρος των γηρατειών πέφτει άργά και σταθερά καί λυγίζει καί τά πιό άτσάλινα γόνατα, μένει όμως ή επιθυμία σάν πουλί, πού σπαρταράει νά πετάξει μά πού — άλλοίμονο! — διαπιστώνει πώς τά φτερά του είναι τσακισμένα. Στά 1965 ό Γιάννης Τσαμάκος είχε κλείσει τά ενενήντα ένα χρόνια. Δέν είχε χάσει τίποτε άπό τή γνωστή εύθυτένειά του. “Ομως καί ή άκοή του καί τά μάτια του — κυρίως τά μάτια του, άπό καταρράκτη — δέν τόν βοηθούσαν ούτε γιά τις μονήρεις εξορμήσεις, ούτε γιά συμμετοχή σέ όρειβατικές συντροφιές —νισάφι πιά! Ωστόσο δεν έχανε ευκαιρία να συμμετέχει στις λεγάμενες από τούς όρειβάτες «τουριστικές» εκδρομές, οπού ή όλη μετακίνηση γίνεται με πούλμαν, άπό την άφετηρία ώς τό τέρμα της διαδρομής. ’Έτσι συναντηθήκαμε τελευταία στο καταφύγιο του Καλλιδρόμου με την ευκαιρία μιας ορειβατικής γιορτής, πού έγινε έκεί γύρω στη λίμνη του όνειρεμένου αυτού βουνού και όπου ή γιορτή ήταν σάν τζιώτικο ραβαΐσι με συμμετοχή όρειβατών, κυριών και δεσποινίδων του «καλού κόσμου» καί ποικίλων ανθρώπων, κάθε προελεύσεως, πού ό ερχομός τους ήταν μπορετός, άφού τά πούλμαν άνέβαιναν άπό τό Έλευθεροχώρι, ώς τό καταφύγιο. Κατά τό άπόβραδο πολλοί άπό τούς εκδρομείς, κυρίως όρειβάτες, προτίμησαν την κάθοδο με τά πόδια ώς τό Έλευθεροχώρι. Ό γέρο – Τσαμάκος θυμήθηκε τον παλιό του έαυτό κι άνάμεσα σε τόσους συναδέλφους δεν τον άφήκε τό φιλότιμο να έπιβιβασθεί στο πούλμαν. Είχε άλλωστε πλήρη όρειβατική έξάρτυση. Μου έλαχε ό κλήρος να τον συνοδέψω καί ν’ άρχίσωμε μαζί την κάθοδο. Οί βηματισμοί του ήταν άκόμα σταθεροί. ‘’Ήταν όμως προφανής ή άτολμία του έξ αιτίας τής άδύναμης όράσεως, καί έτσι ό ρυθμός του βαδίσματος άνακόπτονταν κάθε τόσο άπότομα, ώστε νά κουράζει καί τον ίδιο καί μένα πού τον ύποβάσταζα. Ή συνοδεία με τό παρουσιαστικό του προκαλούσε στούς συναδέλφους ορειβάτες τον θαυμασμό καί τά ενθουσιαστικά επιφωνήματα. ‘Όμως για τούς άλλους ήταν ένα θέαμα άσυνήθιστο καί προκαλουσε την περιέργεια για την τόλμη ενός γέροντα, πού άποδύεται στην περιπέτεια μιας πεζοπορίας. Φυσικά όπως πηγαίναμε ξεμείναμε άρκετά πίσω καί άφήσαμε νά μας περάσουν όλοι. Ή διάθεσή του ήταν ευχάριστη καί τό γάργαρο γέλοιο του, κάθε τόσο κατρακύλαε σάν τά νερά του Άράχθου, του ποταμού τής πατρίδας του. ‘Όσο προχωρούσε ή ώρα κι έπεφτε τό μισοσκόταδο τά πράγματα γινόταν δυσκολώτερα. ‘’Ήταν φανερή ή πτώση των δυνάμεών του …… Ό άκούραστος αυτός άπό τά παιδικά του χρόνια πεζοπόρος έκλινε προς τή δύση του. Καί είχε κάτι δραματικό ή περίπτωση σε μιά διαδρομή τόσο μικρή, γιά όσους τήν ξέρουν. Στάθηκε όμως όρθιος μέχρι τέλους ό γέρο – Τσαμάκος, νικητής στον τελευταίο γύρο, με τό βάρος των ενενήντα τόσων έτών. ’Αμφιβάλλω άν ύπάρχει προηγούμενο ή άν θά ύπάρξει καί στο μέλλον περίπτωση τέτοιας καταβολής καί εύλογίας φυσικών δυνάμεων. Τήν άλλη μέρα, λυγιστός καί θαλερός στο γραφείο μου ό γέρο – Τσαμάκος, με τή δημοσιευμένη φωτογραφία του καί τήν ιδιόχειρη άφιέρωση στον «συνορειβάτη». Σε λίγα χρόνια, έφθασε νομίζω τά ένενήντα πέντε, πέθανε γιά να δώσει τό όνομά του σέ μιά άπό τίς κορυφές των Τζουμέρκων, τήν κορυ ­φή «Γιάννης Τσαμάκος» πού θα θυμίζει το πέρασμά του από τη ζωή και τις θριαμβευτικέςαναβάσιες του στά έλληνικά βουνά, μια  κορφή κοντά στίς άλλες δίδυμες, τη Στρογγούλα και την Κωστηλάτα….” (Πηγή : Άρθρο του Α. Μαμμόπουλου, ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 48-49, 1980)

Στη φωτογραφία “Αθήνα 1938 – Παναθλητική παρέλαση. Πρώτη σειρά : Τσαμάκος, Ελληνικός Ορειβατικός Σύλλογος Αθηνών. Διακίδης ΕΟΣ Πατρών, Δεστούνης ΕΟΣ Καβάλας” (Πηγή : Συλλογή Α.Γ. Κ.)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Οικογένεια Μπονιάκου

26 – 10 – 1926 : Η οικογένεια Βασίλη Μπονιάκου, προερχόμενη από τους Μελισσουργούς, στην Άρτα. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να ταυτοποιήσουμε τα πρόσωπα που εικονίζονται στη φωτογραφία, η οποία προέρχεται από Οίκο δημοπρασιών. Άλλωστε έχουν περάσει σχεδόν 100 χρόνια από τότε…..

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινές Οικογένειες | Σχολιάστε

O γερο – Τσαμάκος, ο Αετός των Τζουμέρκων (1)

“Δεν ξέρω αν «ή των όνομάτων έπίσκεψις» θά δώση τό κλειδί για νά έρμηνευθή αύτή ή πάλλευκη υψηλή φυσιογνωμία, πού κυκλοφορούσε άνάμεσά μας τα τελευταία χρόνια, πασίγνωστη στόν κόσμο των εκδρομέων καί όρειβατών, ό Ήπειρώτης Γιάννης Τσαμάκος. ‘Όμως ή προγονική καταβολή παίζει άναμφισβήτητα ρόλο στή διάπλαση καί τήν κατασκευή μας, τήν ψυχοσωματική. ‘Όπως κι άν έχει τό πράγμα, ή λυγερή άντρική Σαρακατσάνικη κορμοστασιά του έμοιαζε μέ τά ύψηλότερα βελονοειδή των έλληνικών βουνών, πεύκα κι έλατα, πού ή λεκτική πελασγική τους ρίζα, (τσάμ-, τσαμουριά) ίσως είχε δώσει και τό κυριώνυμο των μακρινών προγόνων του, πού είχαν σκηνώσει στα Σχορέτσαινα, τό ορεινό χωριό τών Τζουμέρκων.

Αρκετές φορές είχαμε περπατήσει μαζί στο διάστημα της τριαντάχρονης γνωριμίας μας. Μαζί από τήν Γκιόζα, τήν κορφή του Καλλιδρόμου, είχαμε άγναντέψει της Εύβοιας τά βουνά, Δίρφη και Καντήλι καί τά ρουμελιώτικα Γκιώνα, Παρνασσό καί Οίτη, σά σέ χορό πιασμένα ολόγυρά μας χέρι – χέρι. Μά ό Τσαμάκος ήταν «μονήρης» όρειβάτης. Προτιμούσε νά φορτώνεται τό σάκκο του καί ν’ ανεβαίνει μόνος – κατάμονος τά ελληνικά βουνά. ‘Έτσι συχνά οί όρειβατικές συντροφιές τον συναντούσαν σά στοιχειό, σάν ίσκιωμα μπροστά τους, έτσι ψηλόν, όρειχάλκινον άπό τό κάμα του έλληνικού ήλιου, μέ κοντά παντελόνια, μέ κανιά πελαργού καί μέ τό φωτοστέφανο τών άσπρων μαλλιών στήν κεφαλή του. Ήταν άπό τά γερότερα πόδια της έλληνικής όρειβασίας, άληθινός κέλης τών έλληνικών βουνών, μά όχι μόνο αύτών, αφού είχε άνέβει καί τον “Όλυμπο τής Προύσας. Αυτή ή κατά μόνας όρειβασία, άπό τήν οποία πάσχουν καί σήμερα μερικοί — άποκοτιά — πού μπορεί νά στοιχίσει τή ζωή τους, σ’ ένα άπλό διάστρεμμα του ποδιού ή μιά άναπάντεχη κακοκαιρία — δείχνει τήν αύτοπεποίθηση στις προσωπικές ικανότητες καί τον έσωστρεφή τους χαρακτήρα.

“Ενα τέτοιο συναπάντημα μέ τον Τσαμάκο μου διηγότανε ό φίλος, Λέων Μελάς. Νέος τότε ό φίλος μου Λέων Μελάς (1930—1938) γνωρίστηκε σέ μιά έσπερίδα στο σπίτι του Καλβοκορέση μέ μιά ομογενή, πού μεγάλωσε στήν Τεργέστη. Ή νεαρή Τεργεστίνα, κοντά σ’ άλλα ενδιαφέροντα, έδειχνε πρόθυμη, μαγεμένη άπό τήν ελληνική φύση καί τήν έλληνική μυθολογία, ν’ ανέβει καί σέ ελληνικά βουνά, άφού, όπως έλεγε, είχε άρκετή πείρα άπό τά…… βουνά τής Τεργέστης, τούς λόφους δηλ. τής Άδριατικής πόλεως. “Έτσι μιά μέρα ό φίλος μου τήν άνέβασε ώς τό ’Αστέρι του ‘Υμηττού. Τό πολυύμνητο βουνό, πού έχει φλογίσει τή φαντασία τών ποιητών, μενεξεδένιο κλπ. γιά κείνους πού τό έχουν άνεβεί, είναι άπό τά πιο σκληρά βουνά τής Ελλάδας, χάρις στις μικρές καί μεγάλες κροκάλες, πού είναι φυτεμένες στή ράχη του. Τό άνέβασμα καί τό κατέβασμα είναι άρκετά κοπιαστικό καί θέλει οπωσδήποτε άρβύλα. “Έτσι μέ τήν πορεία άπό τήν Καισαριανή ώς τό ’Αστέρι τά λεπτά γοβάκια τής Τεργεστίνας όρειβατίνας ήταν πιά έτοιμόρροπα. ’Εκεί πού είχε καθήσει τό ζευγάρι, στούς νεανικούς ρεμβασμούς καί στον άπολογισμό τής πορείας, πού ήταν όδυνηρότερη άπό τήν πείρα τών Τεργεσταίων λόφων, ξάφνου κι εμφανίζεται ή όλύμπια μορφή του Τσαμάκου. Καλοσυνάτος, όπως ήταν, ο Τσαμάκος, όμιλητικός, διαχυτικός, δέν άργησε να εξοικειωθεί μέ τό ζευγάρι καί μέ τήν άκατανίκητη πειθώ του, λέγοντάς τους ότι άφου είχαν άνέβει ώς τό ‘Αστέρι, είχαν άνέβει πια στόν Υμηττό, καί μ’ ένα άπλό τραβερσάρισμα θά πιάναν τήν ψηλότερη κορφή, τον Εύζωνα, κι άπό κεί κορυφογραμμή κορυφογραμμή — άστεΐο πράγμα! — θά κατέβαιναν στό Ελληνικό, για νά πάρουν τό λεωφορείο, τούς έπεισε νά τον άκολουθήσουν. Άπό κεί καί πέρα, μπροστά ό Τσαμάκος μέ τούς γιγάντιους δρασκελισμούς καί πίσω τό ζευγάρι, συνέχισαν τό μαρτύριο τής πορείας κι άφού έκαναν ύποχρεωτικές στάσεις, πότε νά ξανασάνουν καί πότε νά δέσουν μέ σκοινιά τά διαλυμένα γοβάκια τής άμοιρης ορειβατίνας, έφτασαν σέ κακό χάλι, σέ πλήρη διάλυση, άπογευματινές ώρες, στό Ελληνικό. Είναι περιττό νά προσθέσομε ότι άπό κείνη τή μέρα ή όμογενής θαυμάστρια τής Ελληνικής φύσεως, πηγαίνοντας στήν Τεργέστη, δέν έστειλε μήτε γράμμα στό φίλο μου Λέοντα Μελά καί πολύ περισσότερο στόν γιγάντιο Πάνα των βουνών τής Ελλάδας, Γιάννη Τσαμάκο……”(συνεχίζεται) (Πηγή : Άρθρο του Α. Μαμμόπουλου, ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 48-49, 1980)

Στη φωτογραφία προσωπογραφεία του Κουλιανού με τίτλο «Ο Γέρο – Τσαμάκος. Από τις κορφές του ΕΟΣ Αχαρνών, αριθμ. 28/1981)” (Από Συλλογή Α.Γ.Κ.)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Οι υπαίθριοι στιλβωτές ή λούστροι στην Άρτα

“Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων, που με υπέρμετρη προσπάθεια και κάτω από δύσκολες συνθήκες φροντίζουν να επιβιώσουν. Μια τέτοια περίπτωση είναι και των υπαίθριων στιλβωτών υποδημάτων. Θα θυμούνται οι παλιότεροι αυτούς τους βιοποριστές καθισμένους σε καρεκλάκια με το κασελάκι μπροστά τους, διαμορφωμένο έτσι, έχοντας το χροιώδη υλικά, απαραίτητα για τη δουλειά τους. Θα θυμούνται ακόμη όταν αυτοί καλούσαν : «Εδώ το καλό γυάλισμα, που θα κάνει τα παππούτσια σας να καθρεπτίζεστε σ’ αυτά», περιμένοντας την ανταπόκριση των διερχόμενων στο κάλεσμά τους αυτό.

Εκτός βέβαια από αυτούς που καθόνταν στους χώρους των πλατειών και κεντρικών σημείων της πόλης και που ήσαν αρκετοί σε αριθμό, υπήρχαν και ορισμένοι που στεγάζονταν σε ειδικά καταστήματα που λεγόνταν στιλβωτήρια, με ψηλά καθίσματα για τους πελάτες, με σκοπό να διευκολύνονται οι στιλβωτές  στο γυάλισμα των παππουτσιών.

Μέχρι πρότινος στην Άρτα υπήρχαν δυο στιλβωτές. Ο ένας είναι ο υπαίθριος Θεόδωρος Κάλλιας, ο δε δεύτερος – στεγαζόμενος σε ειδικό κατάστημα – ο Βάιος Χονδρός, βγήκε στη σύνταξη. Είναι γνωστό ότι η εξάσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος δεν εγίνετο μόνο από ενήλικες, αλλά και από πιτσιρικάδες, που «περιόδευαν» την πόλη με σκοπό να εξοικονομήσουν το μεροκάματο, για να βοηθήσουν τον εαυτό τους, αλλά και την οικογένειά τους γενικότερα…………….

Ας κάνουμε όμως μια αναφορά στα προπολεμικά χρόνια, που η Άρτα είχε γύρω στους 30, ίσως και περισσότερους και που ασχολούνταν με το επάγγελμα του στιλβωτή και μεταπολεμικά – όσοι απ’ αυτούς επέζησαν – μεταπήδησαν σε άλλα επαγγέλματα : Στάθης Μπίκας, Χρήστος Μπιτχαβάς, Δημήτριος Κόντος (Τσάκα Τσούκας), Πάνος Μπέτσιος, Λάμπρος Κουτσός, Τάκης Βάσσιος, Κώστας Πλακιάς, Γιάννης Ρώιμπας, Στέφανος Μαργώνης, Νίκος & Κυριάκος Παπάζογλου, Πάνος Κατσάνος, Βασίλης Ευθυμίου, Λάμπρος Μιχέλης, Χρήστος Νταλάκας, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Αντρέας Παίσιος, Βάιος Χοντρός κτλ.

Η κίνηση πελατών σήμερα έχει μειωθεί υπερβολικά, 10-15 ζευγάρια την ημέρα, ενώ πριν μερικά χρόνια το μέτρο σύγκρισης αριθμού γυαλίσματος παπουτσιών ήταν 100-120 ζευγάρια την ημέρα…………….

Το χειρότερο για τους υπαίθριους στιλβωτές είναι ότι η υγεία τους δοκιμάζεται μια και δουλεύουν υπαίθρια, με οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες και όλες τις εποχές, χωρίς συγκεκριμένο ωράριο που μπορεί να είναι 10-16 ώρες την ημέρα, για να εξασφαλίσουν ένα χαμηλό μεροκάματο……..” (Πηγή : ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ – ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑΤΑ, Κ. Δ. Τσακτσίρα, Άρτα )

Στη φωτογραφία “Χρωμολιθογραφία Αδελφών Ασπιώτη του 1909 – 1915 με θέμα «Cireur de souliers = Υποδηματοκαθαριστής»”. (Πηγή : Συλλογή Nicholas Catsimpoolas, Boston Public Library)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Το πέρασμα της Margaret Masson Hardie Hasluck από την Άρτα το 1922

H Margaret Masson Hardie Hasluck, (1885 – 1948), ήταν σκωτσέζα γεωγράφος, γλωσσολόγος, αρχαιολόγος και μελετητής. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Αμπερντίν, όπου έλαβε τιμητική διάκριση στις κλασσικές σπουδές το 1907, και στη συνέχεια πήγε στο Πανεπιστήμιο Cambridge, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές της με άριστα το 1911. Στη συνέχεια παρακολούθησε την Βρετανική Σχολή στην Αθήνα. Παντρεύτηκε τον Frederick William Hasluck, διευθυντή της Βρετανικής Σχολής στην Αθήνα. Ταξίδεψε στα Βαλκάνια, πραγματοποιώντας ανθρωπολογική έρευνα στην Ήπειρο και τη Μακεδονία και έχτισε το σπίτι της στο Ελμπασάν της Αλβανίας. Από το πέρασμά της από την Άρτα μας άφησε 4 φωτογραφίες, 3 της εκκλησίας της Παρηγορήτισσας και μία του Γεφυριού.

Η Παρηγορήτισσα
Η Παρηγορήτισσα από την μετέπειτα οδό Τζουμέρκων.
Πανοραμική άποψη της Παρηγορήτισσας από το λόφο.
Η Γέφυρα στον Άραχθο.

(Πηγή : https://digital-collections.ucl.ac.uk/)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

Φίλοι του θρυλικού ΑΕΤΟΥ, 1957-58

Χριστόφορος Ι. Παρασκευάς, Νάκος Σιαπλαούρας, Κ. Μιμιγιάννης, Χρ. Μπούκας, Τάκης Σκαμνέλος, Σαρχόσογλου, Αχιλλέας Κ. Παπακώστας. Κων/νος Ν. Τόδουλος, Δημήτριος Αγγέλης, Γεώργιος Κακκαβάς, Αχιλλέας Γραμματικόπουλος (γιός γιατρού από το Κομπότι), Αιβάζογλου, Αθανάσιος Ι. Μπανιάς, Τάκης Γιάννος, Ιωάννης Σούρλας, Νίκος Οδυσσέας, Χρ. Κούτσικος, Αποστόλης Παπαποστόλης κ.α. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Αετού | Σχολιάστε

Οικογένεια Ιερέα Μάργαρη στα Πράμαντα

Πράμαντα 1938. Η οικογένεια του ιερέα Νικολάου Μάργαρη που σκοτώθηκε στον εμφύλιο στα Πράμαντα το 1945. Η σύζυγός του Ευφροσύνη (το γένος Τσίκου), ο γιός του Σωτήρης (φυλακές, διώξεις, εξορίες 1945 – 1955). Αριστερά οι αδελφές του Βούλα (σύζυγος Γεωργίου Παππά) και Ευφροσύνη με το σύζυγό της Γιάννη Λίτσο. Σκοτώθηκαν στο βομβαρδισμό από τους Ναζί στις 19-20-22 Απριλίου 1941. Δεξιά ο Ζαχαρίας Καρακώστας. (Φωτο από αρχείο Γεωργίου Ζ. Καρακώστα, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΒΟΥΝΟΥ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΥ ΚΩΤΣΑΚΗ ΠΑΝΤΕΛΗ (9 – ΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ τους ΙΤΑΛΟΥΣ)

16-10-42

ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ ΖΩΗΡΑ ΚΙΝΗΣΙΣ. ΑΦΙΞΙΣ ΝΕΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΗΣΑΝ Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΟΥΖΕΛΗΣ ΚΑΙ Ο ΤΡΙΜΠΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΟΥΛΗΚΑΡΙΑ ΜΟΝ.ΥΠ/ΚΟΣ. ΔΙΑ ΠΡΩΤΗΝ ΦΟΡΑΝ ΧΙΟΝΙΑ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΑΓΡΑΦΑ._

 17-10-42

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΗΤΟ ΘΑΥΜΑΣΙΟΣ. ΠΕΡΙ ΤΗΝ 8ην ΩΡΑΝ ΕΚΑΝΑ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑΣΙΟ ΜΠΑΝΙΟ. Ο ΗΛΙΟΣ ΠΟΛΥ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΟΣ. Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓ.ΚΟΣΣΥΒΑΚΗ ΕΚΑΝΑΝ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ ΣΤΑ ΓΥΡΩ ΧΩΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΜΕΣΟΠΥΡΓΟΝ_

18-10-42

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΕΣΦΑΞΕΝ ΕΝΑ ΠΡΟΒΑΤΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΕΦΕΡΕΝ ΔΩΡΟΝ Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ ΚΑΙ ΗΣΧΟΛΗΘΗΝ ΜΕ ΤΟ ΜΑΓΕΙΡΕΥΜΑ. ΤΗΝ 14ην ΩΡΑΝ ΑΦΙΧΘΗΣΑΝ ΠΕΡΙ ΤΑ 16 ΜΕΤΑΓΩΓΙΚΑ ΜΕΤΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΛΛΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΕΦΟΔΙΑ. ΤΗΝ 15ην ΩΡΑΝ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΕΞ ΑΘΗΝΩΝ ΟΙ ΤΑΓ/ΧΗΣ ΓΕΩΡ. ΜΠΑΓΟΥΛΑΣ, ΣΤΑΥΡ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΥΑΓ. ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, ΙΩΑΝ. ΚΟΦΟΥΔΑΚΗΣ, ΑΝΘ/ΓΟΣ ΣΩΤΗΡ. ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΤΑΓΟΥΝ ΕΙΣ ΤΑ ΑΝΤΑΡΤΙΚΑ ΠΛΗΝ ΤΟΥ ΜΠΑΓΟΥΛΑ. ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑΝ._

19-10-42

ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ ΔΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΝ ΦΟΡΑΝ ΗΣΧΟΛΗΘΗΝ ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΝ. ΑΦΙΞΙΣ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΤΡΙΜΠΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΟΥΛΗΚΑΡΙΑ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΩΡΚΙΣΘΗ ΚΑΙ ΕΓΙΝΕ ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ._

20-10-42

ΟΛΗΝ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑΝ ΗΣΧΟΛΗΘΗΝ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ.ΑΦΙΞΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΤΑΞΙΣ ΝΕΩΝ ΑΞ/ΚΩΝ ΚΑΙ ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΙΣ ΤΑΣ ΟΜΑΔΑΣ. ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ΜΑΣ ΕΛΕΥΘ. ΓΑΒΓΙΩΤΑΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΠΟΚΟΡΩΝΑ ΚΡΗΤΗΣ. ΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΙΝ ΜΑΣ ΤΙ ΗΛΘΕΝ ΝΑ ΚΑΝΗ ΜΑΣ ΕΙΠΕΝ ΟΤΙ ΖΗΤΑ ΚΑΣΑΠΙΚΑ (ΣΦΑΓΕΙΑ) ΑΛΛΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΣ ΗΛΘΕΝ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΤΑΓΗ ΩΣ ΑΝΤΑΡΤΗΣ._

21-10-42

Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΕΤΟΙΜΑΣΑΣ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑΝ ΚΑΙ ΔΩΣΑΣ ΟΔΗΓΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΔΙΕΤΑΞΕΝ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓ. ΜΠΑΓΟΥΛΑΝ ΝΑ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ. ΑΦΙΞΙΣ ΕΞ ΑΘΗΝΩΝ ΤΩΝ ΑΝΘ/ΓΟΥ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗ ΛΕΩΝ. ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΤΑΝΤΙΔΗ ΣΥΜΕΩΝ._

22-10-42

ΕΩΣ ΤΗΝ ΜΕΣΗΜΒΡΙΑΝ ΗΣΧΟΛΗΘΗΝ ΜΕ ΓΡΑΦΙΚΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΝ ΤΗΡΗΣΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΥΛΙΚΟΥ ΚΛΠ. ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΗΣΧΟΛΗΘΗΜΕΝ ΜΕ ΤΟ ΚΑΘΑΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΟΠΛΟΥ ΠΟΥ ΠΗΡΑ, ΕΝΑ ΘΑΥΜΑΣΙΟ ΜΑΟΥΖΕΡ._

23-10-42

ΤΟ ΠΡΩΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΕΙΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΙΝ ΟΛΩΝ ΜΑΣ ΜΑΣ ΩΜΙΛΗΣΕ ΔΙΑ ΜΑΚΡΟΝ ΑΝΑΠΤΥΞΑΣ ΤΟΥΣ ΕΠΙΔΙΩΚΟΜΕΝΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΔΙΑΤΡΕΞΩΜΕΝ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΠΟΥ ΘΑ ΔΙΕΞΑΓΩΜΕΝ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΜΑΣ ΑΝΕΓΝΩΣΕ ΔΙΑ ΤΟΥ ΤΑΓ/ΧΟΥ ΚΑΝΤΙΑΝΝΗ ΤΗΝ ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΓΗΝ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ,ΤΗΝ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΗΣΤΗΡΙΟΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΑΣ ΣΤΑΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑΝ ΤΗΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΛΕΓΕ : « ΦΕΥΓΩ ΓΙΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ ΟΠΟΥ ΘΑ ΕΤΟΙΜΑΣΩ ΕΝΑ ΚΑΣΤΡΟ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΚΑΘΕ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΤΛ.». ΕΙΣ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΕΙΤΑΙ ΖΩΗΡΑ ΚΙΝΗΣΙΣ. ΕΙΔΟΠΟΙΟΥΜΕΘΑ ΟΠΩΣ ΚΑΘΑΡΙΣΩΜΕΝ ΤΑ ΟΠΛΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΩΜΕΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΑΣ. ΚΑΤΙ ΤΟ ΣΟΒΑΡΟΝ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΟΥΝ .ΤΗΝ 22,30΄ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ ΚΑΙ ΜΑΣ ΑΝΑΓΓΕΛΟΥΝ ΟΤΙ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΔΙΑΛΥΣΟΥΝ. ΤΗΝ 23ην ΩΡΑΝ ΕΙΜΕΘΑ ΟΛΟΙ ΕΤΟΙΜΟΙ. ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΡΑΤΩΝΑ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ. Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΕΚΔΙΔΕΙ ΤΑΣ ΔΕΟΥΣΑΣ ΔΙΑΤΑΓΑΣ ΠΡΟΣ ΟΛΑ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΚΑΛΩΝ ΤΟΥΣ ΕΝΟΠΛΟΥΣ ΟΠΩΣ ΣΠΕΥΣΟΥΝ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΟΥΝ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΙΜΗΝ ΤΟΥΣ. ΕΠΙΣΗΣ ΣΤΕΛΝΕΙ ΕΓΓΡΑΦΟΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΡΧΗΓΟΝ ΤΟΥ ΕΛΑΣ ΤΑΓ/ΧΗΝ ΜΑΤΖΟΥΚΗΝ ΟΠΩΣ ΚΤΥΠΗΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ. ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ ΜΑΣ ΚΑΤΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΡΑ ΓΙΑΤΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΒΓΑΙΝΟΜΕΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ ΤΗΣ ΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΜΑΣ. ΔΙΑ ΤΟΥΤΟ ΚΑΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΜΟΛΙΣ ΕΛΑΒΕ ΤΗΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΝ ΕΙΠΕΝ: «ΤΩΡΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΩΘΗΚΑΜΕΝ». ΠΟΛΛΟΙ ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΚΟΥΣΑΝ ΝΟΜΙΣΑΝ ΟΤΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗΣ ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΤΟΥΣ 14 ΑΝΔΡΕΣ ΠΟΥ ΕΙΜΕΘΑ ΤΟΤΕ ΤΟ ΟΛΟΝ, ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΜΕΝ ΝΑ ΚΤΥΠΗΣΩΜΕΝ 6 ΤΑΓΜΑΤΑ ΙΤΑΛΩΝ ΠΟΥ ΚΙΝΟΥΣΑΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΤΑ. ΟΜΩΣ ΕΤΣΙ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΓΙΝΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΕΣΩΖΕ. ΕΜΕΙΣ ΟΙ 14 ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΗΓΟ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΞΕΚΙΝΟΥΜΕ ΣΤΙΣ 24 ΩΡΑΝ ΑΚΡΙΒΩΣ. ΠΕΡΝΟΜΕ ΚΑΙ 5-6 ΧΩΡΙΚΟΥΣ. ΕΔΟΘΗΣΑΝ ΟΔΗΓΙΑΙ ΣΤΟΝ ΓΡΗΓ.ΚΟΣΣΥΒΑΚΗ ΚΑΙ ΙΑΤΡΟΝ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΕΡΙΚΛΗ ΖΕΡΒΑ ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ._

24-10-42

ΤΗΝ 3,30΄ ΩΡΑΝ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΘΕΣΙΝ ΠΛΑΤΑΝΟΥ ΕΙΧΕΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΘΕΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΜΙΑ ΟΜΑΣ ΡΕΤΣΑΝΙΩΤΩΝ ΜΕ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΝ ΙΕΡΕΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ Η ΟΠΟΙΑ ΜΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΙΝ ΜΑΣ ΗΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΚΤΥΠΗΣΗ ΤΟΥΣ ΙΤΑΛΟΥΣ. ΤΗΝ 6ην ΩΡΑΝ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΕΙΣ ΓΙΑΤΑΓΑΝΑ, ΑΠΟΚΡΗΜΝΟ ΜΕΡΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΔΙΑΒΑΣΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΡΟΔΟΒΥΖΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ Η ΦΡΟΥΡΗΣΙΣ ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΟΛΟΣ. ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ ΣΤΕΙΛΑΜΕΝ ΕΙΣ ΚΑΛΑΝΤΙΝΗΝ ΤΟΝ ΑΝΘ/ΓΟΝ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ ΣΩΤ. ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΟΜΑΔΟΣ ΙΝΑ ΑΦΟΥ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΙΑ ΕΝΟΠΛΟΝ ΟΜΑΔΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΝΑ ΚΤΥΠΗΣΗ ΤΟΥΣ ΙΤΑΛΟΥΣ. ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΡΟΧΕΙΡΟΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΨΙΣ ΘΕΣΕΩΝ. ΠΡΟΩΘΕΙΤΑΙ Ο ΕΛΕΥΘ. ΓΑΒΛΙΩΤΑΚΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤ. ΒΑΒΑ ΚΑΙ ΜΕ ΔΥΟ ΧΕΙΡΟΒΟΜΒΙΔΑΣ, ΤΙΣ ΜΟΝΑΔΙΚΕΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΜΕ .ΝΕΩΤΕΡΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΟΤΙ ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΑΝΕΒΑΙΝΟΥΝ ΠΡΟΣ ΣΚΟΥΛΗΚΑΡΙΑ ΚΑΙ ΟΤΙ ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΕΞΕΔΗΛΩΘΗ ΠΡΟΘΕΣΙΣ ΤΩΝ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΕΒΟΥΝ ΑΠΟ ΓΙΑΤΑΓΑΝΑ ΠΡΟΣ ΡΟΔΟΒΥΖΙ. ΤΟΠΟΘΕΤΕΙΤΑΙ Δ/ΤΗΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ Ο ΤΑΓ/ΧΗΣ ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ Β. ΜΕΤΑ ΤΟΥ Λ/ΓΟΥ ΜΥΡΙΔΑΚΗ. Ο ΑΡΧΗΓΟΣ, ΕΓΩ, Ο ΣΩΤ. ΚΟΣΣΥΒΑΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΣΚΟΥΛΗΚΑΡΙΑ. ΠΕΡΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΞΗΡΟΚΑΜΠΟΝ ΟΠΟΥ ΕΙΧΕΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΘΕΙ ΜΙΑ ΟΜΑΣ ΥΠΟ ΤΟΝ Λ/ΓΟΝ ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΝ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΝ. ΤΟΥ ΕΔΟΘΗΣΑΝ ΑΙ ΔΕΟΥΣΑΙ ΔΙΑΤΑΓΑΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΒΕΛΕΤΖΙΚΟΥ. ΕΚΕΙ ΕΠΛΗΡΟΦΟΡΗΘΗΜΕΝ ΟΤΙ ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΝΤΟ ΠΡΟΣ ΓΑΒΡΟΒΟΥ. ΑΠΙΣΤΕΥΤΟΝ. ΠΑΝΤΩΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΘΗΜΕΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΚΕΙ. ΣΥΝΕΧΗΣ ΠΟΡΕΙΑ, ΧΩΡΙΣ ΦΑΓΗΤΟ, ΧΩΡΙΣ ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ 18ην ΩΡΑΝ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΕΙΣ ΣΑΡΕΝΑΝ ΣΤΟ ΚΑΛΥΒΙ ΤΟΥ ΤΡΙΠΟΥ ΔΗΜ. ΕΠΙ ΤΟΥ ΓΑΒΡΟΒΟΥ. ΜΑΖΥ ΜΑΣ ΗΤΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΟΜΟΙΡΑΡΧΟΣ ΜΗΤΣΟΥ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΧΕΝ ΕΛΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΝ. ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΑΡΕΝΑΝ ΕΦΘΑΣΕΝ ΤΗΝ 22,30΄ Ο ΙΑΤΡΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΥΡΓΟΝ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ 35 ΑΝΔΡΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΙ ΑΠΟ ΚΩΝ. ΣΤΟΥΜΠΟΝ ΟΤΙ ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΥΛΙΣΘΗ ΕΙΣ ΠΕΤΡΑΝ ΚΑΙ ΟΤΙ Η ΟΜΑΣ ΣΚΟΥΛΗΚΑΡΙΤΩΝ ΘΑ ΤΟΥΣ ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΝΥΚΤΑ. Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΕΚΔΙΔΕΙ ΣΤΟ ΓΟΝΑ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΔΙΑΤΑΓΑΣ ΠΡΟΣ ΤΑΣ ΟΜΑΔΑΣ ΚΛΕΙΔΙΟΥ ΥΠΟ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟΝ ΚΟΛΟΝΙΚΗΝ, ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΟ ΤΟΝ ΜΑΛΤΕΖΟΝ ΟΜΑΔΑ Ε.Α.Μ. ΣΤΟ ΔΗΜΑΡΙΟ, ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΣΚΟΥΛΗΚΑΡΙΑΣ. ΔΙΕΤΑΧΘΗ Ο ΑΝΘ/ΡΧΟΣ ΜΗΤΣΟΥ ΝΑ ΤΕΘΗ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΟΣ ΣΚΟΥΛΗΚΑΡΙΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΚΤΥΠΗΣΗ ΤΟΥΣ ΙΤΑΛΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ._

Στη φωτογραφία “Οκτώβριος 1942 στη Μεγαλόχαρη Άρτας. Ο Στρατηγός Ναπολέων Ζέρβας καθιστός, ανάμεσα σε αντάρτες και κατοίκους της ορεινής Άρτας. (Πηγή : Λεύκωμα ΠΡΟΤΑΣΗ, Άρτα, 1999)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Αρτινοί αιχμάλωτοι στο Νταχάου της Γερμανίας.

Μια ακόμη φωτογραφία Αρτινών που αιχμαλωτίστηκαν από τους Γερμανούς και μεταφέρθηκαν στο Νταχάου, στην προσπάθειά τους να αγοράσουν τρόφιμα.

Αριστερά ο Βασίλειος Καραδήμας από τους Μελισσουργούς, ο Ευάγγελος Κώτσης, ο Χρήστος Καλοκαίρης/Μπανιάς από τους Μελισσουργούς και ο Ηλίας Καρατζιάς. ‘Ολοι τους πολέμησαν το 1940. (Φωτο από αρχείο Γεωργίου Χ. Καλοκαίρη/ Μπανιά)

Μπορείτε να διαβάσετε για τους Τζουμερκιώτες αγωγιάτες που αιχμαλωτίστηκαν από τους Γερμανούς και στο λινκ

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε