Βασίλης Τσολιάς – Ο πρώτος κινηματογραφιστής

Βασίλης Τσολιάς : Ο κινηματογραφιστής που άφησε εποχή στην Άρτα ιδρύοντας τον πρώτο κινηματογράφο της πόλης με το όνομα “ΟΡΦΕΑΣ”, εδώ με τον φίλο του Λεωνίδα Βλάχο. (Φωτο από αρχείο Τάκη Ζαρκαλή)

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο λινκ https://doxesdespotatou.com/orfeas-o-protos…/

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Πως γυρίστηκε η ταινία του Ν. Δημόπουλου ΑΜΟΚ στον Αμβρακικό (2)

“……..Αράζουμε σε μια αμμουδερή, γεμάτη κοχύλια διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων. Πηδάμε από το καΐκι στη στεριά και προχωράμε. Οι αλλαγές του τοπίου είναι φανταστικές. Σε κάθε στροφή του κεφαλιού σου αντικρίζεις μια άλλη εικόνα, έναν άλλο πίνακα μεγάλου ζωγράφου. Τα χρώματα της παρθένας άγριας φύσης εναλλάσσονται και μπερδεύονται μεταξύ τους, από το σκούρο πράσινο ως το στεγνό καφέ ενώ τα ξερά κλαδιά, που ξεφυτρώνουν ανάμεσά τους, ασπρισμένα από τον αέρα και την αρμύρα της θάλασσας, μου φτιάχνουν την ψυχολογία. Ο καϊκτσής, που έχει κατέβει  μαζί μας, μας περιγράφει τα απάτητα σημεία. “’Κει παν’, στην καμπούρα της Βουβάλας ζάνε αγριοπερίστερα. Απ’ την άλλη μεριά κατά το νοτιά, φωλιάζουνε χελώνες και αφήνουνε τ’ αυγά τους στην καυτή άμμο. Κατά τον βοριά υπάρχει μια λίμνη συνέχεια με τη θάλασσα, που δεν την πιάνουν οι καιροί κι εκεί μπαίνουν τα ψάρια και γεννάνε. Κάτι σαν φυσικό διβάρι. Αν έχετε ώρα, κάνουμε μια βόλτα με το καΐκι και τα βλέπετε”.

-“Όχι, καλύτερα να πάμε, πως το ‘πες; Στην Κορωνησία, να βάλουμε κάτι στο στομάχι μας, και να δούμε αν εκεί μπορεί να μείνει και να φάει ο κόσμος μας, αν πρόκειται να γυριστεί εδώ ή ταινία”.

-“Εδώ, εδώ”, πετάγεται ο Δημόπουλος. “Θα γίνει μια δουλειά φανταστική. Σ’ το υπόσχομαι. Πουθενά δεν θα βρούμε καλύτερα. Θα ξεκινήσουμε κάπου στα μέσα Ιουλίου, που οι καιροί είναι σίγουροι”.

Τον ακούω και αναρωτιέμαι, με το “Αμόκ” στον Αμβρακικό κόλπο και το “Κάτι να καίει” στη Θεσσαλονίκη, πως διάολο θα είμαι κι εδώ, κι εκεί. Μοιάζει τελείως τρελό. Κρατάω το συλλογισμό μου για μένα, ελπίζοντας ότι αυτό το ψαρονήσι με τα λίγα σπιτάκια ίσως να μη μπορεί να καλύψει για ύπνο καμιά τριανταριά ανθρώπους. Να πηγαινοέρχονται στην Πρέβεζα, διαδρομές, ξενοδοχεία κτλ. το βρίσκω ασύμφορο.

Στην Κορωνησία και στο μοναδικό καφενείο-ταβερνάκι, μερικοί Κορωνησιώτες στα τραπεζάκια πίνουν τον καφέ τους, το ουζάκι τους και μας κοιτάνε σαν να πέσαμε από τον ουρανό. Τους χαιρετάμε.

-“Γειά σας”.

-“Καλώς τους, ξένοι από την Πρέβεζα για βόλτα;”

-“Ξένοι απ’ την Αθήνα”.

-“Μπα!”

Ο ταβερνιάρης μόλις μας είδε ετοιμάζει τραπεζάκι στη σκιά, ξεσκονίζει τις καρέκλες.

-“Ελάτε, καλώς τους, καθίστε”.

-“Καπετάνιο, υπάρχει κάτι να τσιμπήσουμε;”

-“Ψαράκι που μυρίζει θάλασσα’.

-“Εδώ όλα μυρίζουν θάλασσα, ακόμα και το χώμα. Ρίχ’τα στο τηγάνι κι έλα να σε ρωτήσουμε κάτι που θέλουμε να μας πεις”.

-“Αμέσως, έφτασε. Εσείς ρωτάτε, κι εγώ απαντάω. Μαρία, το τηγάνι στη φωτιά με λαδάκι από το μπουκάλι”.

Φέρνει τέσσερα ποτήρια, μια μισή με κρασί, ένα πιάτο χταποδάκι λιαστό και κάθεται.

-“Όσο να γίνουν τα ψαράκια ακούω”.

Του λέμε ποιοι είμαστε, τι δουλειά κάνουμε, γιατί ήρθαμε εδώ, κι ακόμα αν στα σπίτια  υπάρχουν διαθέσιμα κρεββάτια να κοιμάται ο κόσμος κι αν μπορούν να τρώνε στο μαγαζί πρωί- μεσημέρι -βράδυ. Του λέμε πως το μεσημεριανό θα  ‘ρχεται να το παίρνει σε πακέτα ο φίλος μας απ’ εδώ με το καΐκι του, επειδή θα δουλεύουμε απέναντι στη Βουβάλα. Σκέφτεται για λίγο.

-“Πολύς κόσμος;”

-“Καμιά τριανταριά, πάνω-κάτω”.

-“Από μάσα θα τα βολέψουμε. Για κρεββάτια, εκτός από τα τρία σε μένα, για τα υπόλοιπα να ρωτήσω”.

Σηκώνεται όρθιος κι απευθύνεται στις παρέες.

-“Παιδιά οι κύριοι από ‘δω είναι ηθοποιοί, θέλουν να κάνουν εδώ, στη Βουβάλα δηλαδή, κινηματογράφο και ζητάνε αν υπάρχουν κρεββάτια στο χωριό για να κοιμούνται, καμιά εικοσπενταριά δηλαδή, και με το αζημίωτο. Τί λέτε; Να πούμε ναι; Εγώ δίνω τρία”.

-“Κι εγώ δύο” φωνάζουν κάποιοι. “Εγώ ένα” ο άλλος. “Εγώ τρία” ο τρίτος και τελικά όλοι από κάποια μπορούν να διαθέσουν.

-“Έγινε, ελάτε εσείς και κανείς δεν θα κοιμηθεί στην καρέκλα”. Η ταβερνιάρισσα, μια γεμάτη γυναίκα με καλοσυνάτο πρόσωπο, φέρνει τα ψάρια, ο Δημόπουλος φοράει το ευτυχισμένο του χαμόγελο κι εγώ λέω από μέσα μου : “Γαμώτο”.

Ρεπεράζ Αθήνα – Πρέβεζα, Πρέβεζα με καΐκι στα μισά του Αμβρακικού κόλπου- Βουβάλα, Βουβάλα – Κορωνησία, Κορωνησία- Πρέβεζα και επιστροφή στην Αθήνα την ίδια μέρα δεν έχει ξαναγίνει, ή τουλάχιστον εμένα δεν μου έχει ξανατύχει. Τρέμω στη σκέψη μήπως χρειαστεί  αυτό το σημερινό να ξανασυμβεί παράλληλα με τη Θεσσαλονίκη….” (συνεχίζεται) (Πηγή : Finos Film 1939 – 1977, Μάρκος Ζέρβας, Γιάννης Ζέρβας, Αθήνα, 2003)

Η ταινία, “Αμόκ” μεταγλωττίστηκε σε πολλές γλώσσες. Η ταινία παιζόταν στις αίθουσες στην Ιαπωνία επί δύο συνεχή χρόνια και στη Νέα Υόρκη, για 14 εβδομάδες. Στη φωτογραφία η αφίσα της ταινίας ΑΜΟΚ στην Ιαπωνία.

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΑΕΤΟΣ – 1954

Σπ. Μπαρτζώκας, Άρης Γαλανός (τεχνικός, Επιθεωρητής Φ.Α.), Γεωρ. Π. Μανόπουλος (Α.Σ.Ο.Ε.Ε.), Στέφ. Μπόμπολης, Βασ. Φίλος, Λάκης Καραβασίλης, Ν. Τζαχρήστας, Γ. Ιωάννου, Κων/νος Κεφάλας (ναύτης), Ι. Παπαγιάννης, Ιωαν. Η. Παπανικολάου, Νίκος Σπανός, Ξεν. Λυγούρας, Κων. Μπλάτσας, Κων. Γουνόπουλος.

Κάτω δεξιά : Ιωαν. Γκοργόλης, Κων. Κεφάλας(Μουστάκας), Σπ. Σταυρόπουλος, Χριστοδ. Κεφάλας, Γεώργιος Κεφάλας, Θωμάς Κώνστας, Κων/νος Τσιλιγιάννης (Νομικός), Χρ. Παπαρούνης. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Αετού | Σχολιάστε

Δυό φίλοι για μπάνιο στο Μενίδι

Δεξιά ο Θωμάς Κατσαντούλας, βιοπαλαιστής από 9 χρονών και αριστερά ο Ιορδάνης Θεοφανίδης, πρόσφυγας και μια χαρακτηριστική φιγούρα της πόλης. Το στέκι του ήταν έξω από το φούρνο του Γουνόπουλου στου Μπαικούση, που κάποτε έσφυζε από ζωή. (Φωτο από αρχείο Γιάννη Κατσαντούλα, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | Σχολιάστε

Πως γυρίστηκε η ταινία του Ν. Δημόπουλου “ΑΜΟΚ” στον Αμβρακικό (1)

“1963……Έχουμε προγραμματίσει δυο ταινίες του Δημόπουλου: πρώτη, το «Αμόκ», σενάριο που η ιστορία του συμβαίνει σ’ ένα ξερονήσι. Μια ομάδα κοριτσιών δραπετεύει από ένα αναμορφωτήριο, καταφεύγει σ’ένα νησί, όπου συναντιέται με τυχοδιώκτες Γερμανούς, που αναζητούν ένα κρυμμένο θησαυρό……Βρισκόμαστε πια στο τέλος Μαρτίου. Ο Δημόπουλος τελειώνει τη «Λόλα» και  φεύγουμε για να μου δείξει το ξερονήσι που έχει επιλέξει, να δω τις ανάγκες της παραγωγής, να ρυθμίσω τυχόν προβλήματα κίνησης, φαγητού, ύπνου ηθοποιών και συνεργείου, να εκτιμήσουμε ακόμα και πιθανούς κινδύνους. Ταξιδεύουμε να πάμε Κόρινθο, μπαίνουμε Πελοπόννησο και κάποτε φτάνουμε στο Ρίο. Μπαίνουμε στο φέρι, περνάμε Αντίρριο, προχωράμε, περνάμε Μεσολόγγι και πάμε προς Ήπειρο.

-“Που πάμε ρε Ντινάκο;”

-“θα δεις”.

-“Τί να δω ρε Δημόπουλε, ταξιδεύουμε σχεδόν τέσσερις ώρες τώρα και μόνο άσφαλτο βλέπω”.

-“Όταν φτάσουμε και δεις που σε πάω, θα τρελαθείς”.

-“Εγώ έχω τρελαθεί από τώρα. Τουλάχιστον κοντεύουμε;”

-“Ένα τσιγάρο δρόμο και φτάσαμε”.

-“Ένα τσιγάρο το αντέχω. Ένα πακέτο δεν αντέχω”.

Μιλώντας, κάποτε αριστερά μας βλέπουμε θάλασσα.

-“Εδώ είμαστε”.

-“Δόξα τω Θεώ”.

Βγαίνω από την άσφαλτο και σταματάω το αυτοκίνητο.

-“Γιατί σταμάτησες;”

-“Εδώ δεν είπες;”

-“Εδώ είπα και εννοούσα τον Αμβρακικό κόλπο. Αλλά όχι εδώ. Θα πάμε στην πόλη του Καρυωτάκη και απ’ εκεί θα σου δείξω το νησί που σου λέω. Απ’ εδώ δεν φαίνεται”.

-“Μιλάς για την Πρέβεζα;”

-“Ναι”.

-“Κι από την Πρέβεζα πώς πάνε στο ξερονήσι σου, κολυμπώντας;”

-“Με καΐκι. Το ναυλώνεις και σε πάει όπου θέλεις”.

-“Δεν θέλω. Εγώ θέλω να γυρίσω πίσω. Εγώ δεν έχω μόνο το «Αμόκ», έχω και πέντε ταινίες του Δαλιανίδη και η μία είναι στη Θεσσαλονίκη”.

-“Σταμάτα να γκρινιάζεις, όταν ανέβεις σ’ αυτό το νησί και το εξερευνήσεις, τότε θα μου πεις αν θέλεις να πας στις ταινίες του Δαλιανίδη ή να μείνεις εδώ. Σκάσε και περίμενε”.

-“Σκάω, αλλά να σου κάνω μια ερώτηση που μου τρώει τη γλώσσα;”

-“Την ακούω”.

-“Αυτό το σενάριο, ο Φίνος το διάβασε και…..”

Με κόβει.

-“Εγώ του το διάβασα και το άκουσε με πολλή προσοχή”.

-“Και σου το ενέκρινε;”

-“Με τα τσαρούχια. Γιατί ρωτάς;”

-“Τίποτα, έτσι από περιέργεια”.

Η Πρέβεζα είναι μια πολύ ωραία πόλη που μυρίζει μούχλα και αρμύρα, αλλά της πάει. Θυμίζει γυναίκα που το άρωμά της δένει αρμονικά με το δέρμα της. Από την παραλία ο Δημόπουλος, με το χαρακτηριστικό γέλιο του ευτυχισμένου ανθρώπου, μου δείχνει με το δάχτυλο απλώνοντας το χέρι :

-“Αυτό είναι, το βλέπεις;”

-“Τι να δω ρε Ντίνο, βλέπω ένα μαύρο βράχο μες στη θάλασσα. Τέτοιους έχει και ο Ευβοϊκός κόλπος όσους θέλεις να διαλέξεις και μόνο μια ώρα από την Αθήνα”.

-“Καλά, άσε να πάμε κοντά”, τον ακούω να λέει ενώ πηδάει σ’ ένα καΐκι που είναι αραγμένο εκεί.

-“Καπετάνιο, μας πας στη Βουβάλα;”

-“Αμέ, δουλειά μου”.

Καταμεσήμερο και ο ήλιος του Μάρτη κατακόρυφος. Η ήμερη θάλασσα του Αμβρακικού, σαν λίμνη, λαμπυρίζει και ο ήχος της μηχανής του καϊκιού δίνει μια μουσική υπόκρουση σε τούτη την απέραντη ερημιά. Μισή ώρα τώρα απ’ όταν ξεκινήσαμε κι αριστερά μας ένα δασωμένο, κατοικημένο με άσπρα ασβεστωμένα σπιτάκια, νησάκι.

-“Αυτό είναι η Βουβάλα, καπετάνιο;”

-“Όχι αφεντικό. Αυτό είναι ψαροχώρι και το λένε Κωρονησία. Η Βουβάλα είναι εκιό δεξιά μας και θέλουμε κάνα εικοσάλεπτο θάλασσ’ ακόμα”.

-“Και γιατί το λένε Βουβάλα, καπετάνιο;”

-“Γιατί άμα το αγναντεύεις πλάγια, σου μοιάζει σαν ένα ξαπλωμένο βουβάλι. Από ‘κει θ’ αρμενίσουμε. Θα δεις”.

Σε κάνα δεκάλεπτο θάλασσα, όπως το’ πε, κι ενώ στρίβει το τιμόνι της μηχανής του καταπάνω στο νησί, τον ακούω να φωνάζει :

-“Να αφεντικό, από δω αγναντεύεις καθαρά τη Βουβάλα. Τήρα το, ωραίο δεν είναι;”

Το “τηράω”, μα δεν βλέπω κανένα σχήμα βουβαλιού. Φαίνεται πως η φαντασία των θαλασσινών έχει άλλη διάσταση από των ανθρώπων της πόλης και της πολυκατοικίας απ’ όπου για ν’ “αγναντέψεις” κατά την ντοπιολαλιά του, ένα κομμάτι ουρανό στραβολαιμιάζεις. Εγώ τώρα βλέπω ένα δασωμένο λόφο με ακανόνιστη γραμμή, καμιά τρακοσαριά μέτρα μήκος, να διαγράφεται πανέμορφος στο φόντο του ουρανού. Ίσως το βλέπω περισσότερο σαν θαλασσογραφία του Βολονάκη.”(συνεχίζεται ….) (Πηγή : Finos Film 1939 – 1977, Μάρκος Ζέρβας, Γιάννης Ζέρβας, Αθήνα, 2003)

Στη φωτογραφία από αριστερά ο συγγραφέας του βιβλίου, κινηματογραφιστής και διευθυντής της ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ, Μ. Ζέρβας, ο σκηνοθέτης Ντ. Δημόπουλος και ο Γ. Ρούσσος στα γυρίσματα της  ταινίας Μανταλένα στην Αντίπαρο το 1960. (Η φωτογραφία είναι από το ίδιο βιβλίο).

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Tα θερινά σινεμά της Άρτας

“Θερινοί κινηματογράφοι στην Άρτα ήταν ο «Γαλαξίας» στην ταράτσα του «Παλλάς». Ιδρύθηκε το 1954 από τον Κουρουκλή, με 250 καθίσματα και διατηρήθηκε και από τον Αντώνη Στρατή. Έπειτα ήταν το «Σινέ Κύπρος» από το 1956 με 1959 που ονομάστηκε έτσι για να τιμήσει  τον αγώνα της Κύπρου κατά των Άγγλων, καθώς η πόλη είχε στείλει και παιδιά της να πολεμήσουν εκεί. Αργότερα  μετονομάστηκε σε «Απόλλων» και λειτούργησε από το 1959 έως το 1972-73. Βρισκόταν  στη Γεωργίου Μάτσου, στο οικόπεδο Πίτσιλη δίπλα στο ψηλό σπίτι, την οικία Καζαντζή, είχε 400 καθίσματα και ήταν περιφραγμένο με ξύλινο δίχτυ. Πολλές φορές τα παιδιά το τρυπούσαν για να δουν τσάμπα μια ταινία και είχε κυνηγητό με την αστυνομία. Από το ψηλό σπίτι φαίνονταν η οθόνη του κινηματογράφου και πολλοί τρύπωναν εκεί για να δουν δωρεάν. Τότε  ο «Σκουφάς» ήταν αλάνα και η περιοχή από τους κήπους έως το γνωστό κέντρο διασκέδασης «Καρυάτιδες» ήταν ο χώρος του θερινού κινηματογράφου «Απόλλων».

Ως τελευταίο αναφέρω τον κινηματογράφο «Νάταλι» στην οδό Φιλελλήνων στο οικόπεδο της οικογένειας Κολιοπάνου. Αυτός είχε 350 καθίσματα, με μια μηχανή «μικροτεχνικά» και μηχανικοί προβολής στο «Νάταλι» ήταν οι  Στόγιας-Γαλλίνας. Ο θερινός κινηματογράφος  πρωτολειτούργησε το 1969 έως το 1971 ως «Νάταλι» και από το 1971 έως το 1973 μετονομάστηκε σε «Αρίων», με μηχανικό προβολής τον Β. Γκανιάτσα.  Έκλεισε το 1973…..” (Πηγή : Πτυχιακή Εργασία του Πολέμαχου Πασχαλίδη με θέμα Η ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ “ΕΙΚΟΝΑ” ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΕΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ [1945 – 1967], Άρτα, 2011)

Στη φωτογραφία “Ο Θερινός Κινηματογράφος της Άρτας “ΟΡΦΕΑΣ” στον περιφερειακό δρόμο της πόλης”, που εγκαινιάστηκε επί δημαρχίας Κ. Βάγια. (Φωτο από αρχείο Β. Γκανιάτσα όπως δημοσιεύτηκε στην ίδια πτυχιακή εργασία)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Εφημερίδα “ΑΡΑΧΘΟΣ” – Η  δεύτερη εφημερίδα της Άρτας

“……Μετά την διαφωνία του Κάου με τον Καραπάνο, η έκδοση της πρώτης εφημερίδας ΑΡΤΑ σταμάτησε στις 14 – 5 1884. Δεν άργησε όμως ο Κάος να εκδώσει άλλη εφημερίδα, όμοια με την προηγούμενη στην εμφάνιση και την φιλοκαραπανική πολιτική, που τυπωνόταν στο ίδιο τυπογραφείο (τυπογραφείο ΑΜΒΡΑΚΙΑ), αλλά με τον τίτλο ΑΡΑΧΘΟΣ. Το πρώτο φύλλο του Αράχθου κυκλοφόρησε στις 30 Ιουλίου 1883. Από τον Άραχθο σώζονται 31 φύλλα. Αξίζει να σημειωθεί πως από το 27ο φύλλο, το όνομα του Κάου εξαφανίζεται από την εφημερίδα, χωρίς στη θέση του να εμφανιστεί άλλο.. Επίσης με τον τίτλο ΑΡΑΧΘΟΣ εμφανίστηκε το 1927 κι άλλη εφημερίδα με διευθυντή τον Γ. Στύπα”. (Πηγή : Άρθρο του Γ. Τσούτσινου στην εφημερίδα ΕΡΙΒΩΛΟΣ, τχ. 2, 1988)

Στο φύλλο της εφημερίδας ΑΡΑΧΘΟΣ αρ. 6/20 Οκτωβρίου 1883 υπάρχει το κύριο άρθρο όπου ο εκδότης μιλά για τον Κάμπο της Άρτας που ανήκε στο Τούρκικο και τα διάφορα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Αρτινοί, ειδήσεις που αφορούν την πόλη και διάφορα πρόσωπα, καθώς και ειδοποιήσεις – διαφημίσεις επαγγελματιών της πόλης. Μπορείτε να διαβάσετε το έκτο φύλλο στις φωτογραφίες που ακολουθούν από το αρχείο του Τάκη Ζαρκαλή.

Σελίδα 1
Σελίδα 2
Σελίδα 3
Σελίδα 4
Δημοσιεύθηκε στη Εφημερίδες και Διαφημίσεις | Σχολιάστε

1961 – Β’ Δημοτικό Σχολείο Άρτης

1η σειρά πάνω αριστερά : Γ. Μάρος, Χρ. Παναγιώτου, Λάζαρος Πλακούτσης, Γ. Μπαρμπούτης, Χρ. Κουτσογεώργος, Π. Χαρμπής, Δ. Μπασούκας, Χρ. Σπανός (οδοντίατρος), Αλέκος Βαδιβούλης, Λάμπρος Μαρκατσέλης, Στυλ. Παραλίκης, Ευθ. Κατσαρός, Κ. Κρανιώτης, άγνωστος.

2η σειρά : Δ. Κυρίτσης, Απ. Σμύρης, Φώτ. Βούρης, Χρ. Βαλάρης, Γ. Σπανός (παθολόγος), Δ. Σιμόπουλος, Απ. Μπίζας, άγνωστος, Σωτ. Πάνου, Γρηγ. Βόβλας, Β. Δασκάλου, Π. Φωτίου.

3η σειρά : Ειρ. Παπαστάμου, Ευστρατία Σκούρα, Ελένη Συρεπίσιου, Βάσω Σιμοπούλου, Ελισάβετ Μάρκου, Διονυσία Γαιτάνου, Αναστασία Μιμιγιάννη, άγνωστη, Θεοδοσία Κατσάρη, Ευαγγελία Κουρκούτα, Φωτεινή Γκιουλέκα, Ευτυχία Σταύρου, Φεβρωνία Κουτσογεώργου.

4η σειρά : Αγγελική Κούκου, Αικ. Παπαγεωργάκη, Σοφία Καρατζά, άγνωστη, άγνωστη, Αθηνά Γούλα, άγνωστη, Χρύσα Κ. Διονύση, Βάσω Ι. Διονύση, Αλεξ. Παπακώστα, Ελένη Λάμπρη.

5η σειρά : Θεοχ. Πεκλάρης, Κων/νος Κονταξής, ‘αγνωστος, Χριστ. Μάλιος, Λάμπρος Βλάχος, Π. Χασκώνης, Τηλ Τσιάφης, Δ. Τζαχρήστας, Χρ. Λώλος, Β. Τσίπης. (Φωτο από αρχείο Δ. Σιμόπουλου, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ – Β’ Εθνική, 1976

Πάνω αριστερά : Ευάγγελος Κωστούλας, Αλέξ. Μητσαράς, Θωμάς Παντελής, Ιωάννης Ξυθάλης, Απόστολος Σιαπέρας, Δημήτρης Κλείτσας,.

Κάτω δεξιά : Μάκης Ντόβας, Κων/νος Ζάχος, Θεόδωρος Ρίζος, Δημήτρης Νταλάκας, Βασίλειος Γούλας. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

Άρτα – 1932

Αριστερά : Νίκος Αλίβερτης, Κων/νος Περατικός (Εφοπλιστής, νονός των Κων/νου Χ. Βάγια & Βασίλη Μ. Καρατσώλη), Δημήτρης Αλίβερτης , Χαρίλαος Βάγιας ο οποίος ήταν πράκτορας των πλοίων Πύλαρος, Νίκη, Ναυκρατούσα & Αμβρακία, Γεώργιος Χαραλάμπης και Γιάννης Βασιλακόπουλος.(Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε