————————
1956-57 : Οι αδελφοί Χριστόδουλος & Απόστολος Κεφάλας, ηγέτες του θρυλικού ΑΕΤΟΥ.
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

————————
1956-57 : Οι αδελφοί Χριστόδουλος & Απόστολος Κεφάλας, ηγέτες του θρυλικού ΑΕΤΟΥ.
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

——————
“Μετά την απελευθέρωση, όπως όλα τα παιδιά της γειτονιάς, πηγαίναμε με τον Πάνο στο στρατώνα, πάνω στη Βαλαώρα και μαζεύαμε σφαίρες, κράνη, μάσκες, μπαλάσκες κι ότι άλλο βρίσκαμε, που τα φυλάγαμε σε μια παλιά πόρτα ενός γκρεμισμένου σπιτιού, δίπλα στο δικό μου, κι εκεί βάζανε εμένα σα σκοπό που ήμουνα ο μικρότερος, μια και οι μεγαλύτεροι πήγαιναν για σοβαρότερες αποστολές!….
Απ’ τις σφαίρες βγάζαμε τα βλήματα και το μπαρούτι για άλλες δουλειές κ’ ύστερα χτυπάγαμε τα καψούλια με καρφιά και πέτρες και τα σκάγαμε.Τ’ αδέλφια Κώστας και Πάνος που τα σπίτια μας ήταν το ένα απέναντι στο άλλο και σ’ απόσταση τριών μέτρων και που είμαστε δεμένοι από τότε, έχουν κομμένα κι αγκυλωμένα δάχτυλα απ’ τα καψούλια που έσκαγαν μαζί με το Βαγγέλη. Αδέσποτα, ανυποψίαστα, ανέμελα κι απόκοτα παιδιά….Με τον Πάνο πάλι πηγαίναμε και κλέβαμε τετράδια και μπλοκ που είχαν αφημένα οι Γερμανοί στου Σούκη το μαγαζί πούταν στην αγορά.
Την ίδια εποχή τα παιδιά από διάφορες ενορίες της πόλης είχαν συγκροτήσει ομάδες και κάναν τους γνωστούς επικίνδυνους πετροπόλεμους πάνω στο λόφο της Περάνθης, ανάμεσα απ’ τον ανεμόμυλο και το στρατώνα με τόξα, σφεντόνες, πέτρες και ξύλα. Θυμάμαι, σκοπός στη θέση μου, που περνάγανε από κει τους τραυματίες και που μια μέρα τέσσερα παιδιά κουβάλαγαν στους ώμους τους τον Αγγούρα που από βέλος του είχε βγει το ένα του μάτι, το οποίο κρέμονταν έξω απ’ την κόγχη του σαν μεγάλη χάντρα νίκης και κυριαρχίας των νικητών και ήττας και υποταγής των νικημένων! (Πηγή : ΟΙ ΕΡΩΤΙΚΟΙ, Ν. Ρίγγας, Αθήνα, 1996)
Στη φωτογραφία «Σκηνή πετροπόλεμου στην Αθήνα του ‘30», από την ταινία του Δημήτρη Γαζιάδη «Οι Απάχηδες των Αθηνών»

————
1957: Δυό νεαρές Αρτινιές, η Μπέμπα Αλίβερτη – Γιαννοπούλου και η Ζίνα Στρατή – Σαλονίτη, διασχίζουν την πέτρινη γέφυρα με τα ποδήλατά τους. Δίπλα φαίνεται καθαρά η σιδερένια γέφυρα*. Πρόκειται για τη μοναδική φωτογραφία στην οποία φαίνεται η σιδερένια γέφυρα από πάνω.
(Φωτο από αρχείο Μπέμπας Αλίβερτη – Γιαννοπούλου)
*Περισσότερα για τη σιδερένια γέφυρα στο λινκ https://www.facebook.com/…/a.1305151523…/176881104381341

—————-
1928-30 : Το γεφύρι της Άρτας (βόρεια όψη) σε φωτογραφία της Έλλης Παπαδημητρίου.
(Πηγή : Λεύκωμα ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ Ήπειρο – Μακεδονία, Αθήνα, 1977)

——————-
“Στον Αγώνα του Έθνους έλαβαν μέρος όλα τα Κατσανοχώρια. Η Μονή της Τσούκας ήταν το καταφύγιο των ντόπιων επαναστατημένων ραγιάδων. Ο ηγούμενος, κάτω απ’ το αχνό φως του καντηλιού εθέρμαινε τις ψυχές των αγωνιστών. Γι’ αυτό και τα Κατσανοχώρια γνώρισαν πολλές καταστροφές.”
(Πηγή : Χρονογραφία Ιεράς Μονής Τσούκας Ιωαννίνων, Π.Χ. Νούτσος, 1968)
Στη φωτογραφία του Α. Βερτόδουλου, “Η Μονή Τσούκας, αφιερωμένη στην Παναγία, ιδρύθηκε το 1190 από τον αυτοκράτορα Ισαάκιο”.
(Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννινα, 1995)

Σεπτέμβριος, 1928 : Πανηγύρι στο Μοναστήρι της Τσούκας.
(Φωτογραφία της Έλλης Παπαδημητρίου από το Λεύκωμα ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, Ήπειρο – Μακεδονία, Αθήνα, 1977)

———————-
17-5-1936 : Εκδρομείς – προσκυνητές στη Μονή Τσούκας (Φωτογραφία του Α. Βερτόδουλου)

——————-
“ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ (1775 – 1808) ήταν το πραγματικό του όνομα και γεννήθηκε στο Μύρεσι (Μάραθο) Ευρυτανίας.Ήταν ο πιο ξακουστός κλεφταρματωλός, που έδρασε επί τουρκοκρατίας στα προεπαναστατικά χρόνια στις περιοχές των Αγράφων και του Ορεινού Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας. Κατάγονταν από Σαρακατσαναίϊκη αγροτοκτηνοτροφική οικογένεια των Αγράφων και πατέρας του ήταν ο αρχιτσέλιγκας Γιάννης Μακρυγιάννης από το Πετροβούνι (Βασταβέτσι) των Τζουμέρκων, η μητέρα του ήταν η Αρετή και είχε άλλα τρία αδέρφια (τον Γιώργο Χασιώτη που γεννήθηκε στα Χάσια, τον Κώστα Λεπενιώτη που γεννήθηκε στη Λεπενού Αιτωλοακαρνανίας, τον Μήτρο η Κούτσικο και μία αδερφή την Κατέρω).
Η οικογένεια του ξεκαλοκαίριαζε στ’ Άγραφα και στα Τζουμέρκα και τον χειμώνα διαχείμαζε στη Λεπενού . Συγγενείς του επίσης ήταν ο Γιώργος Τσόγκας ,ο Δημοτσέλιος, ο Καραϊσκάκης και πολλοί άλλοι καπεταναίοι. Εκεί κάποια στιγμή ο ΚAΤΣΑΝΤΩΝΗΣ και η οικογένειά του κατηγορήθηκαν για ζωοκλοπή από έναν ενοικιαστή βοσκοτόπων του Αλή Πασά που ονομάζονταν Γιάγκος Καραγκούνης.Ο ΚAΤΣΑΝΤΩΝΗΣ πιάστηκε με την παραπάνω κατηγορία ,βασανίσθηκε και στάλθηκε στα Γιάννενα στο Αλή Πασά . Ο Αλή Πασάς ζήτησε και έλαβε λύτρα από το πατέρα του για να τον αφήσει ελεύθερο. Αυτή η περιπέτεια ήταν η αιτία που ο Κατσαντώνης αποφάσισε να βγει στο κλαρί για να ξεπλύνει τη ντροπή της οικογένειάς του……” (Πηγή: Άρθρο* στο VimaPoliti.gr, 24/3/2017).
*Μπορείτε να διαβάσετε όλο το άρθρο στο λινκ https://www.vimapoliti.gr/…/757-katsantonis-o-aetos-ton…
Στη φωτογραφία «Τούρκοι πιάνουν τον Κατσαντώνη – Από παλιά λαϊκή ξυλογραφία» (Πηγή : Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ.182,1991)

“Πρόκειται για τοιχογραφία σε καφενείο στην κεντρική πλατεία στη Μακρινίτσα του Πηλίου που φέρει το όνομα του ζωγράφου……
Η τοιχογραφία με διαστάσεις 3.15 Χ 2.50 μ. καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας του ανατολικού τυφλού τοίχου της αίθουσας. Έχει ως θέμα της τον ήρωα Κατσαντώνη, έναν από τους πρώτους επαναστατημένους Έλληνες της περιόδου της Τουρκοκρατίας και αγαπημένο ήρωα του Θεόφιλου. Το θέμα της σύνθεσης έχει επικρατήσει να λέγεται “Ο Κατσαντώνης στα Τζουμέρκα”, καθώς η επιγραφή που βρίσκεται στο επάνω μέρος της τοιχογραφίας είναι δυσδιάκριτη.
Η σύνθεση είναι αφηγηματική και ξεδιπλώνεται σε διάφορα επίπεδα. Ο θεματικός πυρήνας της τοιχογραφίας είναι η εικόνα της στρατοπέδευσης και του γλεντιού της ομάδας του Κατσαντώνη μέσα σε ένα πλούσιο φυσικό περιβάλλον, που οριοθετείτε από ένα ποταμάκι στο κάτω μέρος. Ο πρωταγωνιστής της σύνθεσης είναι ο Κατσαντώνης. Μεγαλύτερος σε μέγεθος από τους συντρόφους του, εμφανίζεται στα αριστερά της παράστασης να παίζει τον ταμπουρά του, πάντα όμως σε πολεμική ετοιμότητα, με το τουφέκι επάνω στη φουστανέλα του. Τριγύρω του υπάρχει έντονη κινητικότητα, καθώς οι σύντροφοί του ετοιμάζουν το υπαίθριο γλέντι χωρισμένοι σε μικρές ομάδες, γύρω από ένα τεράστιο βαρέλι με κρασί. Από την όλη δράση βέβαια δε λείπουν ο χορός και το τραγούδι. Δεξιά, στο επάνω μέρος της τοιχογραφίας, ένα μοναστήρι μεταφέρει το θεατή σε πιο μόνιμες διαστάσεις του χώρου και του χρόνου. Λίγο πιο πάνω από το μοναστήρι κάνει την εμφάνισή του επελαύνων στρατός με μια ανδρική φιγούρα που μοιάζει να τον καθοδηγεί. Προοικονομείται εδώ η μάχη που θα ακολουθήσει και την ξέγνοιαστη διάθεση του θεατή διαδέχεται ένα αίσθημα αγωνίας…….”
(Πηγή : Άρθρο της αρχαιολόγου Μ. Καραγιαννιώτη στη σελίδα odysseus.culture.gr)

“Το Ηρώο του Κατσαντώνη στο Πετροβούνι Τζουμέρκων” – Η φωτογραφία είναι του Σ. Μελετζή το 1938, όταν μόλις είχε τελειώσει η κατασκευή του Μνημείου.

“Χωρίον Βασταβέτσι, κείμενον επί πετρώδους εδάφους. Οικείται υπό 125 οικογενειών ων οι άνδρες μετέρχονται τον γεωργόν, κτηνοτρόφον και ανθρακοποιόν. Έχει εκκλησίαν και δύο παντοπωλεία, υδρεύεται δ’ εκ μικρών πηγών υδάτων αίτινες όμως διατηρούσι και το έαρ το ύδωρ των….Από τούτου δε κατωφερής λίαν και σιγματοειδώς βαίνουσα οδός επί ανωμάλου εδάφους, φέρει εις το επί του ποταμού Αράχθου σχηματιζόμενον πόρον…”
(Πηγή : ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟΝ ΗΠΕΙΡΟΥ, Ν. Σχινάς, Εν Αθήναις, 1897)
Στη φωτογραφία «Το Πετροβούνι, η γενέτειρα του Κατσαντώνη – 1938».
(Η φωτογραφία είναι του Σ. Μελετζή)

“Ο θερινός κινηματογράφος είναι ένα όνειρο”. Το όνειρο για το οποίο κάνει λόγο ο Θόδωρος Ρίγγας ξεκινάει το 1916, όταν σε μια μάντρα της πλατείας Συντάγματος λειτουργεί για πρώτη φορά θερινός κινηματογράφος, με μια χειροκίνητη μηχανή προβολής των 8 χιλιοστών που χειρίζονταν δύο Γάλλοι κινηματογραφιστές της εταιρίας «Πατέ». Πολύ σύντομα, πολλά θέατρα θα μετατραπούν σε κινηματογραφικές αίθουσες και πολλά ακόμη θα λειτουργούν εκ περιτροπής, ανεβάζοντας και παραστάσεις, προβάλλοντας και ταινίες. Επί σειρά ετών ο Θόδωρος Ρίγγας, διετέλεσε Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Επαγγελματιών Θερινών Κινηματογράφων (ΠΕΕΘΚ) δίνοντας αγώνες για την αντιμετώπιση των τεράστιων προβλημάτων του κλάδου του. Σε ότι αφορά την προώθηση και στήριξη ταινιών, μια από τις τεράστιες επιτυχίες του Θ. Ρίγγα είναι η περίπτωση της ταινίας «Σινεμά ο Παράδεισος» του Τζουζέπε Τορνατόρε. «Όταν πρωτοείδε την ταινία στον κινηματογράφο – τον δικό του κινηματογράφο – έμεινε έκπληκτος. Ήταν σαν να έβλεπε την ιστορία της ζωής του. Άλλαζαν λίγο τα ονόματα, οι χώροι, αλλά όλα τα άλλα ήταν όμοια. Συγκινήθηκε κι αποφάσισε να συνεχίσει να προβάλλει την ταινία για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα».
Η ταινία άνοιξε στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1989 κόβοντας μόλις 65 εισιτήρια στην πρεμιέρα της. Ωστόσο, ο έμπειρος αιθουσάρχης, γέννημα θρέμμα της Άρτας, παρατηρώντας τις αντιδράσεις του κοινού μετά την προβολή, αποφάσισε ότι η ταινία άξιζε να στηριχτεί, κάτι που έγινε αποκλειστικά στην αίθουσα “Ααβόρα”.
Από εκεί ουσιαστικά άρχισε η καριέρα μιας από τις πιο αγαπημένες ταινίες των τελευταίων 30 χρόνων στην χώρα μας. Το «Σινεμά ο Παράδεισος» αγαπήθηκε από χιλιάδες κόσμο και έκανε ρεκόρ συνεχόμενης προβολής, αφού συνεχίστηκε αποκλειστικά στον κινηματογράφο Ααβόρα για πάνω από έξι μήνες……”
(Πηγή : ΤΟ ΒΗΜΑ, 19/9/2013, Ελεύθερος Τύπος, 28/5/1990)
Στη φωτογραφία « Απόκομμα από το άρθρο για το Θεόδωρο Ρίγγα στον Ελεύθερο Τύπο, 28/5/1990 από το αρχείο της Πέγκυς Ρίγγα)

“Ο Θόδωρος Ρίγγας, όρθιος αριστερά, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, στο σινεμά ΑΝΝΑ στην Αθήνα, που βρίσκονταν στην αρχή της Λεωφόρου Βουλιαγμένης και σήμερα έχει κατεδαφισθεί.” (Φωτο από αρχείο Πέγκυς Ρίγγα)

Άρθρο για το σινεμά του Θόδωρου Ρίγγα “Ααβόρα”…
Πολύ λίγοι απ’ τις νεότερες γενιές γνωρίζουν ότι ο αρτηνός Θόδωρος Ρίγγας ήταν ο αιθουσάρχης μερικών απ’ τους πιο γνωστούς κινηματογράφους της Αθήνας : Ααβόρα, Αθηναία, Βοξ, Ριβιέρα και για κάποιο διάστημα ο κινηματογράφος Άννα στην αρχή της λεωφόρου Βουλιαγμένης, που σήμερα έχει κατεδαφισθεί. Ο Θόδωρος Ρίγγας ξεκίνησε από μικρό παιδί να δουλεύει μέσα στο σινεμά «Ορφέας» στην Άρτα, όπου δούλευε προπολεμικά ο αδερφός του ο Κώστας και αργότερα ο Μάχος. Ξεκίνησε στην αρχή πουλώντας τσιγάρα κι αναψυκτικά στο διάλειμμα, μετά ρίχνοντας τίτλους στις ταινίες. Τότε οι τίτλοι δεν ήταν ενσωματωμένοι στην κόπια και έπρεπε κάποιος με μια μίνι ας πούμε μηχανή προβολής (τιτλέζα) να ρίχνει τους τίτλους στην οθόνη. Ένα τέτοιο μηχάνημα υπάρχει ακόμα και σήμερα στο σινεμά Ααβόρα. Στη συνέχεια δούλεψε σαν βοηθός μηχανικού, ώσπου πήρε και ο ίδιος το δίπλωμα. Δούλεψε σε διάφορες αίθουσες της Αθήνας αλλά φυσικά αυτό δεν του έφτανε και άρχισε με πολύ κόπο και ελάχιστα χρήματα να κάνει τις δικές του αίθουσες. Αφού πρώτα έχτισε το 1969 τη Ριβιέρα, πήρε στην κατοχή του το VOX το 1971 και κατόπι έχτισε την Αθηναία, το 1979, στην οδό Χάρητος στο Κολωνάκι,σε μικρογραφία της Ριβιέρας κι έδωσε ζωή σε μια περιοχή που ήταν άγνωστη μέχρι τότε.
Σιγά σιγά, ο Θόδωρος Ρίγγας, κατάφερε και έγινε ένας θρυλικός αιθουσάρχης κινηματογράφων που στόχο είχε την ποιοτική αναβάθμιση των προβολών στην Αθήνα, την εγκαθίδρυση της έβδομης τέχνης και της ανάγκης για καλό σινεμά στην καθημερινότητά μας. Ήταν η δουλειά του, η αγάπη του και οι διακοπές του. Το «Για τους φίλους του καλού κινηματογράφου» ήταν το motto του και το έβλεπες γραμμένο παντού.
Χρησιμοποιώντας ότι δυνατότητες είχε, στήριζε και πίστευε ταινίες που θεωρούσε ότι το αθηναϊκό κοινό άξιζε να τις δει. Οι επισκέπτες γνώρισαν την εκλεκτική διαλογή του VOX και υπήρχαν φορές που οι ουρές στο VOX, τη δεκαετία του 70, ήταν μεγάλες, με εκατοντάδες αριθμό εισιτηρίων καθημερινά. Εκτός από την επικοινωνία με το κοινό αξιόλογων ταινιών, επικοινωνούσε και τις επιθυμίες του κοινού, των Αθηναίων, καταφέρνοντας ανάμεσα σε πολλά άλλα, σε συνεργασία με τη Μελίνα Μερκούρη και πλέον ως πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Επαγγελματιών Θερινών Κινηματογράφων, την απόφαση κήρυξης σαν διατηρητέων 47 θερινών σινεμά στην Αθήνα, το 1997, συμβάλλοντας κατά πολύ στα ωραία που έχουν παραμείνει στην Αθήνα του σήμερα…(Πηγή: Άρθρο* στο inExarchia.gr)
*Μπορείτε να διαβάσετε όλο το άρθρο στο λινκ https://www.inexarchia.gr/…/therinos-kinimatografos-vox…
Στη φωτογραφία « Ο Θεόδωρος Ρίγγας (δεξιά) στο σινεμά Ορφέας στην Άρτα. Η φωτογραφία φέρει στην πίσω πλευρά την ένδειξη ΦΩΤΟ – ΑΣΤΗΡ, ΝΙΚ. ΓΚΑΝΑΣ, ΑΡΤΑ» (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της Πέγκυς Ρίγγα που την ευχαριστούμε ιδιαίτερα για την παραχώρηση των φωτογραφιών από το οικογενειακό της αρχείο)

Άρθρο για το σινεμά του Θόδωρου Ρίγγα “Ριβιέρα”