———————————
Μια γλαφυρή περιγραφή του «πως διήγε ο εν Άρτη στρατός μας προ του πολέμου» μας δίνει ο Ηλίας Οικονομόπουλος στο βιβλίο του “ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, Εν Αθήναις, 1897”.
Μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό απόσπασμα:

———————————
Μια γλαφυρή περιγραφή του «πως διήγε ο εν Άρτη στρατός μας προ του πολέμου» μας δίνει ο Ηλίας Οικονομόπουλος στο βιβλίο του “ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, Εν Αθήναις, 1897”.
Μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό απόσπασμα:

————————————–
“Αι εν τω θεάτρω επιχειρήσεων της Ηπείρου επιχειρήσεις ήσαν ανεξάρτητοι των εν Θεσσαλία εξελιχθεισών τοιούτων, διότι η Πίνδος, λόγω του ύψους και του εύρους αυτής διαχωρίζουσα τα δυο αβάκια καθιστά κεχωρισμένας απ’ αλλήλων και τας στρατιωτικάς επιχειρήσεις.
Ο Τουρκικός εν Ηπείρω στρατός υπό τον Αχμέτ Χιαφζή πασάν αποτελείτο εκ δύο μεραρχιών, ών η μεν μία, τεταγμένη μεταξύ Μετσόβου – Ιωαννίνων υπό τον Οσμάν Πασάν, ήτο διανεμημένη εις φρουράς, η δε ετέρα (Χιλμή πασάς), εξ 20 ταγμάτων, 1 ίλης και 3 1/3 πυρβολαρχιών, κατείχε διά μιας μεν ταξιαρχίας αυτής τον ποταμόν Άραχθον έναντι της Άρτης μέχρι των εκβολών του, διά δε της ετέρας ταξιαρχίας, εν δευτέρα γραμμή οπίσω ως εφεδρείας, την γραμμήν Λούρου, εντεταλμένης ταυτοχρόνως και την υπεράσπισιν της Πρεβέζης, ωχυρωμένης και εξωπλισμένης. Η όλη δύναμις των Τούρκων ανήρχετο εις 25.600 όπλα, 240 σπάθας και 48 πυροβόλα. Η εντολή του στρατού των Τούρκων τούτου ήτο να τηρήση άμυναν.
Ο δε Ελληνικός εν Ηπείρω στρατός υπό τον συνταγμ. πυροβ. Μάνον απετελείτο εκ της 3ης Μεραρχίας, ης αι κύριαι δυνάμειςήσαν τεταγμέναι μεταξύ Άρτης – Κομπότι. Ήτο δυνάμεως συνολικής περίπου 16.000 όπλων, 240 σπαθών και 40 πυροβόλων. Η εντολή του Ελληνικού στρατού ήτο ν΄αναλάβη επίθεσιν…..”(Πηγή : Ο ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ 1897, Ν.Κ. Σπυρόπουλος, Αθήναι 1933)
Στη φωτογραφία «Ο Βασιλεύς Κωσταντίνος επιθεωρεί τον στρατό στην Άρτα, πριν την έναρξη του πολέμου» (Πηγή : La Tribuna Illustra della Domenica, April 1897)

————
“Τό κατώι προορίζεται γιά αποθήκη , άλλά στά περισσότερα σπίτια καί γιά στάβλος είτε γιά τά χοντρικά (=βόιδια , αγελάδες, γομάρια , μουλάρια), είτε γιά τά πράματα (=γίδια καί πρόβατα). Γι’ αυτό στις γωνίες τού κατωγιού, τίς “αγκωνές”, χτίζουν διαγωνίως γερό ξύλο ή σέ μέρος τού τοίχου χτίζουν ξύλο μέ γερό χαλκά , “κρικέλλα”, γιά νά δένουν τά χοντρικά.
Στή μιά μπάλα τού τοίχου τού κατωγιού στή μέση φτιάνουν τό “μαζγκάλι”, παράθυρο γιά αέρα καί φώς, από μέσα φαρδύ πού στενεύει πρός τά έξω καί τελειώνει σέ όρθια στενόμακρη τρύπα , όπως είναι οί πολεμίστρες. Στήν είσοδο τού κατωγιού είναι μέσα στόν τοίχο, στό μέρος που ανοίγει καί κλείνει ή μονόφυλλη πόρτα, μιά βαθειά οριζόντια σχήματος ορθογωνίου πρίσματος τρύπα γιά τήν “αμπάρα” ή τό σύρτη. Κάτω στήν είσοδο κοντά στό θεμέλιο ό τοίχος έχει καί μιά τρύπα γιά νά βγαίνη τό νερό. Στό απάνω μέρος τής πόρτας εσωτερικά είναι ό “μάνταλος” πού έχει χώρο ν ‘ ανεβοκατεβαίνει μέ τό δάκτυλο , πού τό βάζομε μέσα από τριγωνική τρύπα τής απάνω ξύλινης “κόρσας”, πορτόξυλου , καί έχει καί “δόντι” (=εγκοπή ) γιά νά κρατή κλεισμένην τήν πόρτα.
Παλαιότερα, πρώτα στή μέση τού τοίχου του κατωγιού καί δεύτερα εκεί πού τελειώνει καί ρίχνονται οί γρεντιές, βάζαν γύρω γύρω μιά ζώνη από ξύλα , ξυλοδεσιά, “τά ζωνάρια”, καί τή χτίζαν σέ τρόπο πού νά φαίνεται καί από μέσα καί απ’ έξω, γιά νά στηρίζεται καί δένεται καλά ό τοίχος. Τώρα δέν συνηθίζεται πλέον αυτό . Επίσης τώρα δέν φτιάνουν μαζκάλια. Στό κατώι φτιάνουν επίσης μέσα στόν τοίχο “θουρίδες“ (=ανοίγματα σέ σχήμα περίπου ορθογωνίου πρίσματος πού στενεύει πρός τά πάνω) μέ μικρή ποδιά, καί “κλαβανή” (=καταπακτή ) στήν άκρη τού πατώματος γιά ν‘ανεβαίνουν απ’ εκεί στήν “κούλια”. Επίσης φτιάνουν στις γωνιές τού κατωγιού, τις αγκωνές, “παχνιά” γιά τά χοντρικά.”
(Πηγή : Άρθρο με τίτλο ΤΑ ΧΤΗΡΙΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ, Κ. Διαμάντης, Αιξώνη, Τόμος Δ’, τχ. 37-38, 1954)
Στη φωτογραφία «Κατώι σε σπίτι στους Καλαρρύτες» (Φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα, 2003)

——————–
Στα σπίτια τα εικονοστάσια ήταν πολύ απλά. Ήταν ένα μικρό ράφι από σανίδι και ένα υποστήριγμα καρφωμένα, σε μια γωνία του δωματίου, ψηλά κοντά στο ταβάνι.
Στο ραφάκι αυτό τοποθετούσαν τις εικόνες, με κυρίαρχη αυτή του προστάτη Άγιου, που συνήθως τον καθόριζε το όνομα του πατέρα της οικογένειας, την καντήλα με το λάδι και το φυτιλάκι και δίπλα σε ένα μικρό βαθύ πιάτο το κόκκινο πασχαλινό αυγό. Φυσικά ποτέ δεν έλειπε η εικόνα του Χριστού και της Παναγίας.
Άναβαν συχνά την καντήλα, παρόλο που το λάδι ήταν ακριβό. Τότε μαγείρευαν με λίπος, επειδή ο ορεινός τόπος δεν παράγει λάδι. Μόνο στις σαλάτες χρησιμοποιούσαν το λάδι και στην καντήλα του εικονοστασίου.
Η μάνα – ή η γιαγιά – πάντα φρόντιζε το καντηλάκι του να καίει ήταν δεν ήταν γιορτή, θεωρούνταν ευλογία για το σπίτι και προστασία από όλα τα κακά.
Πόσες προσευχές δεν είχε ακούσει το παλιό εικονοστάσι, όταν δεν είχαν να φάνε, όταν το μεροκάματο στα χωράφια του πατέρα δεν έφτανε ούτε για ψωμί, όταν τα τρία μοναδικά ζώα της οικογένειας δεν έβγαζαν γάλα, όταν έβρεχε καταρρακτωδώς και οι τρύπες στην σκέπη έσταζαν κι η μάνα έπιανε με λεκάνη τσίγκινες τα νερά και προσευχόταν μην πλημμυρίσει το σπίτι, όταν αρρώσταινε τα παιδιά και τα έκαιγε ο πυρετός κι η Παναγία έπρεπε να κάνει το θαύμα της γιατί πού λόγος για γιατρούς και φάρμακα……και κάθε βράδυ τα παιδιά πριν κοιμηθούν στρέφονταν προς το εικονοστάσι του σπιτιού και έκαναν το σταυρό τους…..
Στη φωτογραφία “Το εικονοστάσι ψηλά στον τοίχο, δίπλα στο τζάκι”
(Φωτογραφία του Β. Γκανιάτσα από το Λεύκωμα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΕΣ, Αθήνα 2007)

—————–
“Παλιό κτίριο στην Αγιά Σοφιά – Δ. Αλίβερτη”. Λάδι σε μουσαμά του ζωγράφου Δημήτρη Βάσσου από το Λεύκωμα ΑΡΤΙΝΟΙ ΖΩΓΡΑΦΟΙ & Η ΑΡΤΑ, Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Άρτας, Άρτα, 2005.

——————–
Με το άσπρο ναυτικό καπέλο, στην πρώτη σειρά, ξαπλωμένος ο Μεγάλος Ντίνος Δημόπουλος. Συμμαθητές του οι : Γ. Πίτσιλης, Γ. Κογιαντής, Ι. Τσούτσινος, Ε. Πατσαλιάς, Τ. Ζιάγκος, Ι. Βασιλακόπουλος, Π. Έξαρχος, Α. Στεργίου, Ι. Πολύζος, Κ. Μιχάλης, Ε. Συγγούνας, Α. Ματσούκας, Ν. Καλυβιώτης, Θ. Αγόρος, Γ. Αναγνώστου, Κ. Γιαννακός, Α. Μπλέτσος, Θ. Γαλάνης, Κ. Κυρίτσης, Χ. Λαμπράκης, Σ. Κοτσαρίδας κ.α.
(Φωτο από αρχείο Ν. Δημόπουλου, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)


——————
Άνοδος στη Β’ Εθνική. Διακρίνονται από αριστερά : Νίκος Πάγγαλος (Σοφός – Δάσκαλος), Κων. Μπασιούκας (Αρχηγός), Κων. Κουφός (Πρόεδρος)
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

———————
«Άχ καί νά γύριζαν νάρχονταν πίσω τά χρόνια…» καί νά βρισκόμουν πάλι παιδί στήν Κόπρενα, εκείνου τού καιρού, πού γιά τά παιδιά ήταν ένας παράδεισος. Όταν τό πλοίο σφύριζε πρίν ρίξει άγκυρα στ’ ανοιχτά, σήμαινε συναγερμός γιά τό μικρό λιμανάκι. Κίνηση, φωνές, τρεχάματα. Ό μόλος γέμιζε κόσμο, κάρα, ζώα. Τό τραινάκι νά πηγαινοέρχεται γεμάτο εμπορεύματα, πού φορτώνονταν σέ μαούνες κι από κει μέ τό βίντζι στό καράβι. Κι’ εμείς τά παιδιά ανάμεσα, νά προσπαθούμε νά πηδήξουμε σέ κάποια μαούνα ή βάρκα γιά νά φτάσουμε στό πλοίο. Τό πλοίο πού μας γοήτευε, καθώς όλα σ ’ αυτό μας φαίνονταν παραμυθένια. Τά φώτα, ή πολυτέλεια τών σαλονιών, οί κάτασπρες καμπίνες του, τό κατάστρωμα μέ τίς σέζ-λόνγκ, οί θόρυβοι κι οί μυρουδιές του. Συχνά μας άφηναν ν ’ ανεβούμε καί νά τό σεργιανίσουμε, άν μάλιστα λέγαμε καί κανένα τραγουδάκι, μάς φώναζαν μόνοι τους απάνω καί μας κέρναγαν καί καμιά καραμελίτσα. Γυρίζαμε πανευτυχείς κι’ όταν τό πλοίο σφύριζε αποχαιρετισμό καί ό μόλος είχε αδειάσει, τότε ήταν ή ώρα γιά τό τραινάκι. Ανεβαίναμε πάνω όσα χωρούσαμε, τά μεγαλύτερα κρατώντας τά μικρότερα αδέλφια μας, γιά νά μήν πέσουν, κι ό πιό σβέλτος καί δυνατός έδινε μιά σπρωξιά καί τρέχοντας, πηδούσε κι’ εκείνος επάνω. Τί απόλαυση ήταν εκείνη! Όσοι πέρασαν από τήν Κόπρενα παιδιά, δέν θά τό ξέχασαν αυτό τό συναρπαστικό ταξίδι ώς τό τέλος τού μόλου καί πίσω. Καί πάλι από τήν αρχή, μέχρι νά μάς σταματήσουν. (Πηγή : Άρθρο της Ν. Τάχου στο περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, τχ. 62-63, 1982)
Στη φωτογραφία “1937 – Βαγονάκι τύπου Ντεκοβίλ. Σ’ αυτό ξεφόρτωναν τα εμπορεύματα των πλοίων και τα μετέφεραν με τις ράγες στις αποθήκες του τελωνείου”
(Φωτο από αρχείο Σ. Σαρλή στο Λεύκωμα ΚΟΠΡΑΙΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ, Ε. Ιντζέμπελης, Άρτα, 2008)

———————
“Από τό καλοκαίρι τού 1925 θυμάμαι μιά εκδρομή. Ήταν τότε υπάλληλος στό Τελωνείο ό Χρήστος Δημόπουλος, πατέρας τού ηθοποιού καί σκηνοθέτη Ντίνου Δημόπουλου. Φίλοι οί γονείς μας πήρανε μιά βάρκα καί πήγαμε στό Μενίδι απόγευμα. Εκεί γλεντήσανε, ώς τά ξημερώματα. Εμάς τά παιδιά, τσούρμο ολόκληρο, τέσσερα τά Δημοπουλάκια καί τρία εμείς τότε —αργότερα γεννήθηκαν ή Δώρα τού Δημόπουλου κι ή Ρίτα ή δική μας— μας κοίμησαν εκεί. Ό μπάρμπα Γιώργος ό Θεοδώρου, είχε στήν αυλή του, γιά τέτοιες ανάγκες, ένα μεγάλο κρεβάτι από κείνα τά ευωδιαστά πού φκιάναν μέ φούρκες, φτέρες καί σμύρτα στό Μενίδι. Σάν τελείωσε τό γλέντι, ξημέρωμα, μας έβαλαν κοιμισμένα στή βάρκα καί ξεκίνησαν γιά τό γυρισμό σιγοτραγουδώντας τό αυγινό δημοτικό. «Τώρα τά πουλιά τώρα τά χελιδόνια, τώρα οί πέρδικες κλπ.». Μισοξύπνια χωρίς νά κουνηθώ, άκουγα τό τραγούδι συνοδευμένο από τό ρυθμικό κουπί κι ένοιωσα τέτοια συγκίνηση! Ευδαιμονία μπορώ νά πώ. Ή μουσική, ή ποίηση τού τραγουδιού καί τό ταίριασμά τους μέ τήν ώρα εκείνη τή γαλήνεια, ήταν γιά τήν παιδική ψυχή μιά αποκάλυψη, ένα βάπτισμα στήν ομορφιά.” (Πηγή : Άρθρο της Ν. Τάχου στο περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, τχ. 62-63, 1982)
Στη φωτογραφία “Οι γονείς του Ντίνου Δημόπουλου, Ανδρονίκη και Χρήστος, υπάλληλος στο Τελωνείο Κόπραινας”.
(Φωτο από αρχείο Ν. Δημόπουλου στο Λεύκωμα ΚΟΠΡΑΙΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ, Ε. Ιντζέμπελης, Άρτα, 2008)

————-
1947 : “Ενθύμιον Κατηχητικού Σχολείου – Εκδρομή στην Ανέζα Άρτης”
(Φωτο απο Αρχείο Α.Κ.)

“Θεοτόκιο” ονομάζουν οι Αρτινοί το μοναστήρι της Παναγίας που βρίσκεται στη θέση Ζερμή απέναντι απ’ την πόλη, στους πρόποδες του λόφου του Πέτα και αριστερά του εθνικού δρόμου Άρτας-Τρικάλων. Κατά τον Σεραφείμ τον Βυζάντιο, ο ναός -αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου- ιδρύθηκε απ’ τον αρματολό Κωσταντίνο Πουλή το 1793 πάνω στα θεμέλια παλιότερου ναού, πιθανότατα βυζαντινού. Επειδή απ’ τις συχνές τούρκικες επιδρομές ο ναός κατάντησε ετοιμόρροπος, ανακατασκευάστηκε εκ θεμελίων το 1875, οπότε πήρε τη σημερινή του μορφή. Τα παλιά κελιά πυρπολήθηκαν απ’ τους Τούρκους δυο φορές (1821 και 1854) τα δε υπάρχοντα κτίσματα είναι νεότερες κατασκευές. Σήμερα είναι ενεργό γυναικείο μοναστήρι.
Ο ναός είναι μονόκλιτη θολωτή βασιλική με τρούλλο και ενσωματωμένο κωδωνοστάσιο Στις μακρές πλευρές του φέρει ημικυκλικούς χορούς που φτάνουν ως τη στέγη, ανατολικά δε καταλήγει σε πεντάπλευρη κόγχη. Οι θόλοι της εγκάρσιας κεραίας του “σταυρού” εμφανίζονται εξωτερικά – όπως συνήθως- ως αετώματα, τα οποία σε συνδυασμό με τις παραδοσιακές πλάκες της στέγης προσφέρουν στο κτίσμα εξωτερική ποικιλομορφία και καλαισθησία. Η τοιχοποιία είναι απλή με μοναδική διακόσμηση μια οδοντωτή ταινία που περιτρέχει όλα τα γείσα της στέγης…………
(Πηγή : https://www.imartis.gr/)
Στη φωτογραφία του Απόστολου Βερτόδουλου “Η Μονή της Θεοτόκου (Θεοτοκιό”), φωτογραφημένη την δεκαετία του ’60
(Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννινα, 1995)
