—————–
“Το λαογραφικό Μουσείο της Γέφυρας”, Ελένη Π. Βάγια, 1975

—————–
“Το λαογραφικό Μουσείο της Γέφυρας”, Ελένη Π. Βάγια, 1975

——————–
“Χωρίον κείμενον δυτικώς του όρους Κοριστινού, επί πετρώδους εδάφους και οικούμενον υπό 60 οικογενειών, γεωργών και εμπόρων, υδρευομένων από της ανατολικώς του χωριού κειμένης βρύσεως Αγηλιά και διατρέφον μελίσσας. Εν τη περιφερεία του χωρίου τούτου υπάρχουσι τρεις αναβρυτικαί πηγαί και εν αυτώ δύο μικρά παντοπωλεία.”
(Πηγή : ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟΝ ΗΠΕΙΡΟΥ, Ν. Σχινάς, Εν Αθήναις, 1897)
Στη φωτογραφία “Βρύση στην Κορύτιανη Κατσανοχωρίων”.
(Πηγή : Λεύκωμα Ήπειρος, Γιάννενα, 1995)

—————-
“Κοπέλες με τοπική φορεσιά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στην Κορύτιανη Κατσανοχωρίων”.
Φωτογραφία του Απόστολου Βερτόδουλου από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννενα, 1995.

———————
“Χωρίον Πάτερον, οικούμενον υπό 40 οικογενειών υδρευομένων εκ δύο φρεάτων διατηρούντων πάντοτε το ύδωρ των, έχον δε ενίοτε παντοπωλεία και πτωχήν μονήν της Αγίας Παρασκευής.”
(Πηγή : ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟΝ ΗΠΕΙΡΟΥ, Ν. Σχινάς, Εν Αθήναις, 1897)
Στη φωτογραφία “Η Αγία Παρασκευή στο Πάτερο Κατσανοχωρίων, εκκλησία βυζαντινή με τρούλο. Ανακαινίστηκε το 1695”.
(Πηγή : Λεύκωμα Ήπειρος, Γιάννενα, 1995)

———————-
(Φωτο από αρχείο Γρηγ. Χριστοδούλου, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)


—————————-
1935 : Αρτινόπουλα στο Οικοτροφείο Κόνιτσας : Παντελής Μιλτσιάνης, Θεόδωρος Γιώτης, Θεόδωρος Τσινέλος, Ευστράτιος Κουρκούτας, Παναγιώτης Γιώτης, Χαράλαμπος Β. Γιώτης (Ιερέας Ιάκωβος), Δήμος Γκανιάτσας, Γεώργιος Ντάρδας, Σοφοκλής Μπακαγιάννης(έμπορος με το μεγάλο κατάστημα ρούχων στη Σκουφά), Γεώργιος Σουμής.
(Φωτο από αρχείο Αφων Θεόδωρου & Παναγιώτη Γιώτη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΓΙΩΤΗΣ, ο επονομαζόμενος “Ρουμάνος”. Υπήρξε παίκτης του Παναμβρακικού (1936-1948) και του Αετού (1948-1956). Πολέμησε στον πόλεμο του ’40. Μαζί με τον αδελφό του Παναγιώτη διατηρούσαν υποδηματοποιείο στη Σκουφά, τα θρυλικά “Γιωτάκια”. Ήταν και στην φιλαρμονική του Σκουφά ( Έπαιζε φλάουτο ). (Φωτο από το αρχείο τους, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

«Βιολέτα μ’ ανθισμένη μέ φύλλα πράσινα
τραβώ τόν ερωτά σου μέ χίλια βάσανα…»
Τραγούδι πού σού θυμίζει γάμο στό χωριό. Σού φέρνει στό νου σύθαμπες κι’ ολόφωτες μορφές χωριανών, πού πρωτοστατούσαν σέ κάθε μαζική παραδοσιακή εκδήλωση (γάμοι, γλεντοκόπια, πανηγύρια). Ήταν μεσόκοποι καί γέροι πού διακρίνονταν καί ξεχώριζαν γιά τή δυνατή φωνή τους, τό τραγούδι καί τό χιούμορ. Οί συντονιστές γλεντζέδες σέ κάθε γάμο καί χορό.
Στό γάμο, λοιπόν, τόν χωριάτικο γάμο, οί λαϊκοί αυτοί τροβαδούροι, ακολουθούσαν πιστά τίς γραμμές ένός προγράμματος. Προηγούνταν τής μεγάλης μάζας άπ’ τά συγγενολόια τού γαμπρού καί τής νύφης κι’ ακολουθούσαν τήν κομπανία τών λαϊκών οργάνων (άποτελούμενη άπ’ τό κλαρίνο, τό βιολί, τό λαούτο, τό σαντούρι καί τό νταούλι πού συγχρόνιζε μέ τό ρυθμικό του χτύπημα). Ντυμένοι μέ τήν πιό καλή τους φορεσιά (άσπρη – κάτασπρη τσακτσίρα μέ τσάκση, τσαρούχι τελατίν, σκούφια άτλαζένια, γκλίτσα κεντημένη, άσπρη πουκαμίσα, φρεσκοξυρισμένοι, «τσιγκέλι» τό μουστάκι, ματζουράνα στό πέτο, βασιλικό στ’ αύτί, μπουκάλα ρακί στή τσέπη, μέ λεβέντικη κορμοστασιά καί μέ βροντερή φωνή), τραγουδούσαν τό καθιερωμένο νυφιάτικο:
«Νεραντζούλα φουντουμένη, πούναι τ’ άνθη σου,
φύσηξε βοριάς κι’ άέρας και τά γκρέμισε. . . »
ή
«Μοϋπανε τά γιούλια πώς δέν μ’ αγαπάς
κι’ άν δέ μ’ άγαπάς στό διάβολο νά πας. . .»
ή
«Σάς πάτσαμε τό μαχαλά, σάς πήραμε τήν κόρη,
εμείς τήν κόρη θέλαμε κι’ ό μαχαλάς δικός σας. . .»
Κι’ όταν σταματούσαν τό τραγούδι, πεζοπορώντας γιά νά συνεχίσουν τά «όργανα», μέ κέφι καί μέ τή σκούφια ψηλά στόνα χέρι, έδιναν ευχές δεξιά καί ζερβά σ’ όσους παρακολουθούσαν τή γαμήλια πομπή άπ’ τά παράθυρα τών σπιτιών, τά μπαλκόνια, τις αύλές καί τούς κήπους:
«Στών παιδιών σας παντριμέν’ κι ’ τσ’ χαρές σας άνύπαντρ’»
Μέ τή σκούφια στραβά στό κεφάλι, μέ τούς άντίχειρες περασμένους στό γιλέκο (κάτω άπ’ τίς μασχάλες) συνέχιζαν βραδυπορούντες μέ, σάν τό:
«Στό κίνημά σου κύρ γαμπρέ
καλά νά πας καλά ν’ αρθείς
νά φέρεις ρούσα πέρδικα
ξανθή καί μαυρομάτα
νά φέρεις καί πολλά προικιά
τρεις μούλες φορτωμένες. . .»
’Έτσι, ό γάμος έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα μέ τούς μπροστάρηδες τραγουδιστές καί μέ τά λαϊκά όργανα…..
(Πηγή Άρθρο του Πέτρου Σκουτέλα, Ηπειρωτική Εστία, τχ. 405-406-407, 1986)
Στη φωτογραφία “Γάμος Φάνη Σπηλιανίδη στο Δίστρατο Άρτας. Στο δρόμο για τη νύφη. Μπροστά τα όργανα με πρώτο τον Κώτσο – Γιάννη (βιολί). Αριστερά ο Δημήτριος Ε. Κοντός.”
(Πηγή : ΤΟ ΔΙΣΤΡΑΤΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ, Χ. Ντάλας, Αθήνα, 2008)

“Το Τακίμι της αντρικής φορεσιάς, που φέρει το όνομα “Τσάμικα” αποτελείται από τα παρακάτω κομμάτια : Φέσι με φούντα, ποκάμισο φαρδομάνικο λευκό με σούρες στον ώμο, γελέκι κουμπωτό, πεσλί ανοιχτό με σχιστά κρεμασμένα μανίκια, φουστανέλλα πολύπτυχη (με σούφρες, δίπλες, πιέτες, λαγγιόλια) κοντή επάνω από τα γόνατα, οπότε ελέγετο “κλέφτικη” ή κάτω από τα γόνατα, η αστική, των πόλεων φουστανέλλα, που φορούσαν οι κοτζαμπάσηδες και οι λοιποί κάτοικοι της ήρεμης ζωής των πόλεων με αφάνταστη μεγαλοπρέπεια, αφού οι δίπλες της έφταναν έως τετρακόσιες και το φάρδος της τριάντα πήχες.
Την όλη αμφίεση συμπλήρωναν κάλτσες υφαντές ή “τύρκια” από τους μηρούς ως τους αστραγάλους και τσαρούχια πλεχτά. Η ανδρική αυτή φορεσιά ήταν γνωστή με το όνομα “Τσάμικα”. Κατά τη γνώμη μας (Μαμόπουλος, Ήπειρος) η φορεσιά έχει την καταγωγή της από την Ήπειρο, το χώρο που εντοπίζεται ανάμεσα ποταμού Σκούμπη και της Πρεβέζης. Εκεί εφορέθηκε, κυρίως στις περιφέρειες Χειμάρρας, Λιαμπουριάς και Τσαμουριάς Θεσπρωτίας, αδιακρίτως από Έλληνες και Αρβανίτες σαν κοινό ένδυμα της Ηπειρωτικής καταγωγής τους προ του εξισλαμισμού, σαν εξέλιξη του αρχαϊκού χιτώνα. Σε ηπειρωτικές εποικίσεις της νότιας Ελλάδος, δεν είναι μόνο οι τοπωνυμίες, τα πατρογονικά παρανόμια, οι ηπειρωτικές διάλεκτοι και τα έθιμα, μα και τα «τσάμικα» ή «κιάμικα» (ο ηπειρωτικός «τσιτακισμός» δύσκολα συνηθίζεται), που διαλαλούν τη μακρινή εστία….Ένα τραγούδι που τραγουδιόταν στην Ηλεία (Πανδώρα, τομ. Γ’, 1862), αναφέρεται στα Λαλόπουλα (τους γενίτσαρους του Λάλα)
Κίνησαν τα Λαλόπουλα,
Τα καπετανόπουλα
Και παν τον πέρα μαχαλά
Πουν’ τα κορίτσια μοναχά.
Τη στράτα που πηγαίνανε,
Τη σκάλα π’ ανεβαίνανε,
εκεί τα πιάνει μια βροχή,
μια σιγαλή, μια ταπεινή,
κι εβράχηκαν τα τσάμικα
και τα ψηλά πουκάμισα.
Μαζέψτε κιούπαις(τσιούπαις) χάλαλα,
Να πυρωθούν τα τσάμικα.
Κι ένα άλλο παλιό τραγούδι που τραγουδιέται στην περιοχή των Καλαβρύτων τελειώνει ως εξής :
-Τον άντρα που μου δώσανε κουφός και κασιδιάρης.
-Έλα να τους αφήσουμε τους παλιομασκαράδες,
Να πάρωμε απ’ τα Σουδενά, πούναι λεβεντοχώρι
Όπου φορούν τα τσάμικα και τα πλεχτά τσαρούχια………
«Τσάμε « στην ηπειρωτική διάλεκτο σημαίνει “φουστανέλλα”. Τσάμικος είναι ο χορός των φουστανελοφόρων τσάμιδων, που διεδόθη προ πολλών ετών στην προεπαναστατική Ελλάδα και εχορεύτηκε και χορεύεται ακόμη σαν χορός της Ελληνικής λεβεντιάς και δίνει χάρη στη φουστανέλλα καθώς εκείνη ανεμίζεται και κάνει τις γραφικές φουρλίγκες της. “Φουρλίγκα” ονομάζονταν το ανέμισμα, η αναδίπλωση που κάνουν τα λαγγιόλια (οι δίπλες, οι σούφρες) καθώς ο νέος χορεύει συστρεφόμενος. Είναι γνωστό το ανέκδοτο του Καραϊσκάκη, που καθώς εχόρευε, άθελά του, εσόκαρε – γράφε ντρόπιασε, πρόσβαλε – την εποχή εκείνη τον Μουχτάρ, το γιό τ’ Αλή Πασιά, διότι η φουρλίγκα ήταν γερή κι έκαμε να φαίνωνται τ’ αποκάτινά του. Παραπονούμενος τούτος κατέφυγε στον πατέρα του, που αντίθετα το βρήκε πολύ διασκεδαστικό κι εζήτησε από τον κατόπι στρατάρχη της Ελλάδας να το επαναλάβει μπροστά του, με τα λόγια : «Πω, ορέ Καραίσκο, πως τώκαμες, για καν’ το πάλι!».
(Πηγή : Άρθρο του Α.Χ. Μαμόπουλου, Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 88, 1984)
Στη φωτογραφία του 1904, στην Κυψέλη Άρτας, ”χωριανοί φορώντας φουστανέλες, στην κάτω πλατεία με τις σκαμνιές, μπροστά από το σχολείο, την Τρίτη του Πάσχα, λίγο πριν το πανηγύρι που γινόνταν τότε σ΄αυτόν το χώρο”.
(Πηγή : Αρχείο Ευγενίας Γαλαζούλα, όπως δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα https://kypseliartas.gr/)

1936-37 : Άρτα, στην Πλατεία Σκουφά, πίσω από το αρχοντικό Γαρουφαλιά
——————-
Πάνω σειρά : Απόστολος Τάχος (πολιτικός μηχανικός), Γεώργιος Πανέτας (δάσκαλος), Αθανάσιος Γιαννακός (δάσκαλος), Αθανάσιος Τριάντος (ταξίαρχος Χωροφυλακής), Ευθύμιος Καλαμπόκης (δάσκαλος), Γεώργιος Καζαντζόγλου (δάσκαλος, άσσος του Παναμβρακικού), Σαμουήλ Χατζής (έμπορος), Βασίλειος Λαμπράκης (δάσκαλος), Κωσταντίνος Τζαχρήστας (δημόσιος υπάλληλος), Σωτήρης Πίτσιλης (αντισμήναρχος Π.Α.).
Μεσαία σειρά : Νίκος Αποστόλης (δάσκαλος), Κωσταντίνος Θάνος (γεωπόνος), Αλέκος Καρατζένης (ιατρός), Δημήτρης Ζορμπάς (δάσκαλος), Σπύρος Αλίβερτης (γεωπόνος).
Κάτω : Στυλιανός Καλαντζής (δάσκαλος), Γεώργιος Τσίπης, Χρήστος Ζαχαρής (οδοντίατρος, λοχαγός του ΕΛΑΣ), με το ασπροκόκκινο σκαρπίνι Νίκος Πίσπιρης (Τ.Τ.Τ.), Λάμπρος Καράμπαλης (δάσκαλος), Χρήστος Κομζιάς (δάσκαλος).
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

ΑΡΤΑ, 1928 : Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΘΑΝΟΥ & ΑΛΕΞ. ΚΟΓΙΑΝΤΗ
——————–
Αριστερά : Οι αδελφές Θωμά Θάνου, Αυγή (σύζυγος Προέδρου Ασλανίδη) & Ειρήνη (σύζυγος Δ. Κουτρούμπα), δίπλα το ζεύγος Αλέξ. & Ειρήνης Κογιαντή με τον μικρό γιό τους Δημήτρη στο μέσον, η Ισμήνη Θ. Θάνου και η Αγγελικούλα Ν. Παπανικολάου.
Κάτω αριστερά : Κώστας Θ. Θάνος, Γεώργιος Αλ. Κογιαντής και η μικρούλα Ειρηνούλα, ψυχοκόρη.
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)
