Το νέο Κοινοτικό Κατάστημα στο Αθαμάνιο στις αρχές της δεκαετίας του ’50. (Φωτο από Οίκο Δημοπρασιών)

Το νέο Κοινοτικό Κατάστημα στο Αθαμάνιο στις αρχές της δεκαετίας του ’50. (Φωτο από Οίκο Δημοπρασιών)

1960ς – Η φωτογραφία έχει τον τίτλο ” Οδός κατευθυνόμενη προς Αθαμάνιο”. Μάλλον τα σπίτια που διακρίνονται κάτω δεξιά ανήκουν στο Αθαμάνιο. (Φωτο από προσωπική συλλογή).

1954 – Χοροί και τραγούδι στην κατασκήνωση στο Βουργαρέλι. Γονείς, ομαδάρχες και ομαδάρχισες στο χορό…. (Φωτο από συλλογή Χ.Μ.)

Μια γωνιά της πόλης που δεν υπάρχει πιά, σε πίνακα του Τάκη Βαφιά. Το σπίτι με το μπαλκόνι του Στρεβίνα και δίπλα, το χαμηλό οίκημα με την ταμπέλα, ο φούρνος του μπάρμπα – Θωμά, στην αρχή της οδού Βασιλέως Κων/νου, δίπλα στα κελιά της Παρηγορήτισσας….. (Φωτο από τη συλλογή της κ. Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα).

Ο ξυλόφουρνος του μπάρμπα – Θωμά Καραμήτσου βρίσκονταν στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, στο Γυφτοπήγαδο. Ο φούρνος δεν έβγαζε ψωμί και ήταν μόνο για ψηστικά, εξυπηρετούσε δε ολόκληρη την περιοχή της Παρηγορήτισσας. Στις γιορτινές μέρες, μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά απ’ τις μυρωδιές. Ο φούρνος έκλεισε την δεκαετία του ’80.
Στη φωτογραφία ο μπάρμπα – Θωμάς ποζάρει με μια από τις γειτόνισσες που μόλις παρέλαβε το φαγητό της….(Η φωτο είναι απο το βιβλίο του Κ. Τσιλιγιάννη”Σεργιάνι στην παλιά Άρτα”, ΑΘΗΝΑ, 2013)

“Η Άρτα στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν σημαντικό εμπορικό και οικονομικό κέντρο της Ηπείρου. Αξίζει να επισημανθεί και μια ιδιαίτερη πλευρά της πόλης. Ο Αλή πασάς φαίνεται ότι την είχε καταστήσει κέντρο αποθήκευσης δημητριακών και παρασκευής ψωμιού και παξιμαδιού σε τοπικούς φούρνους, με σκοπό την τροφοδοσία των στρατιωτικών του δυνάμεων στα χρόνια των συγκρούσεων με τους Σουλιώτες. Στο αρχειακό υλικό εντοπίζονται αρκετά τεκμήρια που χρονολογούνται στα έτη 1800-1801, και κατόπιν το 1803, την εποχή δηλαδή της πολιορκίας του Σουλίου από το Βελή πασά. Από το τεκμηριωτικό αυτό υλικό αποδεικνύεται ότι οι φούρνοι της πόλης είχαν σημαντική δυνατότητα παραγωγής ψωμιού και δούλευαν συστηματικά για την τροφοδοσία των στρατιωτικών σωμάτων του Αλή.
Ένα δείγμα της παραγωγικότητάς τους παρέχει κατάλογος του ψωμιού που παρέλαβε από αρτηνούς ψωμάδες μέσα στις δεκατρείς πρώτες μέρες του Ιουνίου 1800, ο Σιλιχτάρ αγάς Μπότας για τη διατροφή των στρατιωτών, που βρίσκονταν στο ορδί του (: στρατόπεδο): 21.751 τζίφτια (: καρβέλια σιταρένιου ψωμιού) και 14.469 κουραμάνες, συνολικού βάρους 31.835 οκάδων.14 Η Σαλαώρα, ως σκάλα της Άρτας, διαδραματίζει επίσης καίριο ρόλο δια την δια θαλάσσης μεταφορά προϊόντων και κυρίως παξιμαδιού. Τη σημασία της ως ανεφοδιαστικού κέντρου για το στρατό του Αλή φαίνεται ότι η Άρτα διατήρησε τουλάχιστον ως την κατάληψη της Πρέβεζας τον Νοέμβριο του 1806….” (Πηγή : «Με αφορμή μια απαγωγή……», Δ. Δημητρόπουλος, Περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, τχ. 106, Άρτα, 2016)
Στην φωτογραφία “Παλιός φούρνος στην Άρτα”. (Φωτο από προσωπική συλλογή)

“…..Η εμμονή λοιπόν των αρχαίων Ελλήνων στις ταχέως απενεργοποιούμενες γέφυρες και η αποφυγή της κατασκευής μονίμων, μεγάλων λίθινων γεφυρών κάνοντας χρήση του «γνησίου» κυλινδρικού θόλου, αποτελούσε τον κανόνα, και μια χαρακτηριστική περίπτωση στα μέρη μας είναι ο τρόπος που γεφύρωσαν οι αρχαίοι Αθαμάνες τον ποταμό Άραχθο, συνδέοντας την αρχαία οδό στα βόρεια των Αθαμανικών βουνών με το Μαντείο της Δωδώνης και την επικράτεια στα δυτικά του Αράχθου. Η οδός αυτή, με πέρασμα στο «Αυτί» Μελισσουργών, είχε κατάληξη κοντά στα σημερινά Φράστα Αγνάντων, μέσω των αρχαίων Πραμάντων και του Άβατου των Καλαρρυτών και οδηγούσε περαιτέρω στο Μαντείο της Δωδώνης, βρίσκοντας όμως το εμπόδιο του ποταμού Αράχθου.
Γύρω στα 1.000 π.Χ. Αθαμάνες και Μολοσσοί (οι κάτοικοι της περιοχής του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων) σε συνεργασία με το ιερατείο του Μαντείου της Δωδώνης συμφώνησαν στην κατασκευή γέφυρας στον ποταμό Άραχθο και στο στενότερο σημείο της κοίτης του ποταμού, λίγο πιο κάτω από τη σημερινή τεχνική γέφυρα. Η πρώτη αυτή γέφυρα κατασκευάστηκε με τεράστιους κορμούς δέντρων από βελανιδιές της περιοχής, με Πελασγική τεχνοτροπία. Δηλαδή, υπερμεγέθεις κορμοί δέντρων βυθίστηκαν βαθιά στην κοίτη του ποταμού κατά τη θερινή περίοδο. Αφού ανοίχτηκε μια μεγάλη τάφρος, ρίχτηκαν μέσα κορμοί δένδρων, κομμένοι τον χειμώνα, οι οποίοι ενώθηκαν με τους όρθιους κορμούς, ώστε να μην κινδυνεύουν τα θεμέλια των ξύλινων δοκών. Στη συνέχεια διαμορφώθηκε το δάπεδο της γέφυρας με καλά πελεκημένους κορμούς δέντρων, κυρίως ελάτης, με σύνδεση χάλκινων κρίκων. Έτσι με την γέφυρα αυτή αποκαταστάθηκε η ασφαλής επικοινωνία των Αθαμάνων και Μολοσσών και η πορεία προς το Μαντείο της Δωδώνης (Μακρυγιάννης, 2021)……”. (Πηγή : ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΓΕΦΥΡΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΑΧΘΟ ΠΟΤΑΜΟ, Α. Καρρά, Άρτα, 2025)
Στη φωτογραφία “Σκίτσο πρόχειρης ξύλινης πεζογέφυρας “. (Μαντάς, 1984)

Η εργασία καταγράφει τις πρώτες προσπάθειες να γεφυρωθεί ο ποταμός Άραχθος με αναφορές στην υπάρχουσα βιβλιογραφία….
Τα πρώτα γεφύρια του Αράχθου, είτε ξύλινα είτε πέτρινα, δεν αποτελούσαν απλώς τεχνικά έργα αλλά έμειναν ζωντανά μνημεία της ιστορίας, της ανάγκης και της δημιουργικότητας των ανθρώπων που έζησαν στις όχθες του ποταμού. Μέσα από την κατασκευή τους αντανακλάται η πορεία μιας κοινωνίας που αξιοποίησε τα μέσα που διέθετε για να ενώσει, να επικοινωνήσει και να επιβιώσει μέσα σε ένα δύσβατο αλλά γοητευτικό τοπίο. Η μετάβαση από τα προσωρινά ξύλινα περάσματα στα ανθεκτικά πέτρινα γεφύρια δείχνει την εξέλιξη της τεχνογνωσίας και την καλλιτεχνική έκφραση της εποχής….. (Α. Καρρά)
Μπορείτε να διαβάσετε την εργασία εδώ
ή στο λινκ https://doxesdespotatou.com/wp-content/uploads/2025/07/ΤΑ-ΠΡΩΤΑ-ΓΕΦΥΡΙΑ-ΣΤΟΝ-ΑΡΑΧΘΟ-ΠΟΤΑΜΟ.pdf

Μαγείρεμα στη βλάχικη τέντα που στήθηκε κατάστρατα, στον αγώνα για τη ζωή. Φωτογραφία Δημητρίου Λέτσιου στο βιβλίο της Μαρούλας Κλιάφα “Γυναίκες της γης”, Αθήνα,1994

Στους κόλπους της ελληνικής υπαίθρου, η κτηνοτροφία δεν υπήρξε απλώς τρόπος βιοπορισμού· ήταν τρόπος ζωής, βαθιά δεμένος με την ταυτότητα, την παράδοση και την ψυχή του τόπου. Στα ορεινά χωριά των Τζουμέρκων, όπως οι Μελισσουργοί, τα κοπάδια δεν ήταν μόνο περιουσία – ήταν πνοή, μνήμη, ιστορία. Η σχέση του ανθρώπου με τα ζώα, τη γη και τα βουνά έπλαθε γενιές σκληραγωγημένων αλλά περήφανων ανθρώπων.
Κι όμως, όπως όλα τα ζωντανά συστήματα, έτσι και η κτηνοτροφία γνώρισε περιόδους ακμής και παρακμής. Επηρεασμένη από ιστορικά γεγονότα, καιρικές συμφορές και κοινωνικές αναταράξεις, η ισχυρή αυτή παράδοση πέρασε από Συμπληγάδες. Η αφήγηση που ακολουθεί δεν είναι απλώς χρονικό μιας παρακμής· είναι μαρτυρία ενός αγώνα, μιας πίστης, κι ενός πολιτισμού που πάλευε να σταθεί όρθιος, κόντρα στις θύελλες της Ιστορίας, όπως την κατέγραψε ο Νίκος Παπακώστας στο βιβλίο του “ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ”..
“Η κτηνοτροφία στους Μελισσουργούς, παρά τις κακουχίες και τις πολλές ταραγμένες εποχές που πέρασε, όχι μόνο δεν έσβησε, αλλά φούντωνε σαν τη φωτιά που δεν λέει να σβήσει. Ήταν σαν τον μυθικό Ανταίο – κάθε φορά που έπεφτε, ξανασηκωνόταν δυνατότερη. Ακόμα και στην Επανάσταση του 1821, όταν τα πάντα καταστράφηκαν και το χωριό έγινε στάχτη, οι Μελισσουργοί δεν λύγισαν. Στις δύσβατες κορφές των Τζουμέρκων βρήκαν καταφύγιο, εκεί που το πόδι του Τούρκου δεν πάτησε ποτέ. Και να που, πενήντα χρόνια αργότερα, εκπληρώθηκε η προφητική κουβέντα του Πατρο-Κοσμά (1779):«Εκεί, παιδιά μου, θα σωθείτε· εκεί θα γλιτώσετε το βιός σας· κι αργότερα, θα ‘ρθουν από άλλα μέρη σε εσάς να πάρουν σπόρο για πρόβατα».
Πράγματι, μετά το 1828, η κτηνοτροφία είχε φτάσει σε τέτοια ακμή που έμποροι και τσελιγκάδες από όλη την Ήπειρο και τη Στερεά Ελλάδα έρχονταν να αγοράσουν πρόβατα από τους Μελισσουργούς. Όμως, άλλα πενήντα χρόνια αργότερα, το 1878, όταν στον λαό της Ηπείρου και της Θεσσαλίας ζυμώνονταν μια νέα επανάσταση, άρχισαν και πάλι τα σύννεφα να μαζεύονται. Οι Τούρκοι, υποψιασμένοι για το τι ερχόταν, εξαπέλυσαν ένα κύμα καταστολής – από τις πεδιάδες ως τις πιο δυσπρόσιτες βουνοκορφές. Ο σκληρός Φέζο-Ντερβέναγας με τους Τουρκαλβανούς του τρομοκρατούσε τον κόσμο, απειλώντας με σφαγές και καταστροφές.
Κι ενώ οι άνθρωποι προσπαθούσαν να σταθούν στα πόδια τους, ήρθε κι η φύση να τους γονατίσει. Εκείνη την άνοιξη και το καλοκαίρι, δεν έπεσε σταγόνα βροχής. Η ανομβρία ρήμαξε τα λιβάδια. Χορτάρι δεν φύτρωσε πουθενά και τα πρόβατα, καταδικασμένα στην πείνα, έγλειφαν τη γη αναζητώντας τροφή.
Μπροστά στο αδιέξοδο, από τον Αύγουστο του 1878, οι τσελιγκάδες πήραν την απόφαση να κατεβάσουν τα κοπάδια τους στις πεδιάδες της Άρτας. Μα κι εκεί τους περίμενε άλλη συμφορά. Παρά τις προσπάθειες των βοσκών να αποφύγουν τα έλη, τα εξαντλημένα ζώα έβοσκαν αχόρταγα, εκτεθειμένα στα μικρόβια και τις ασθένειες. Ύστερα από τρεις μήνες, έκανε την εμφάνισή της η «διστομίτιδα» – μια θανατηφόρα ασθένεια από βδέλλα (γνωστή και ως «γκλαμπάτσα») – και θέρισε τα κοπάδια. Κάθε πρωί, δεκάδες και πενηντάδες πρόβατα βρίσκονταν ψόφια. Πάνω από δέκα χιλιάδες ζώα χάθηκαν μέσα σε λίγο καιρό.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός τσελιγκάτου που αριθμούσε 1.780 πρόβατα. Την επόμενη άνοιξη, είχαν απομείνει… μόλις 52 αρνιά. Ήταν το κοπάδι των αδερφών Κώστα Παπακώστα. Για να γλιτώσουν τη φυλακή, επειδή χρωστούσαν ενοίκια για λιβάδια που ούτε καν πρόλαβαν να χρησιμοποιήσουν, πούλησαν και το τελευταίο περιουσιακό τους στοιχείο – ένα χωράφι στην πεδιάδα της Άρτας….” (Διασκευή κειμένου στη δημοτική : Α. Καρρά – Πηγή : ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ, Ν. Παπακώστας, Αθήναι, 1967)
Στη φωτογραφία “Σαρακατσάνες γνέθουν έξω από το κονάκι”. (Πηγή : «Ζωή και παράδοση των Σαρακατσαναίων, με ιστορικά στοιχεία και ειδικότερες αναφορές στην Ήπειρο”, Ευρ. Μακρής, Ιωάννινα, 1990
