Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ ΣΤΗ ΒΙΓΛΑ ΑΡΤΗΣ

——————————
“Δεκαεπτά χιλιόμετρα από την πόλη της Άρτας προς τον κόλπο του Αμβρακικού βρίσκεται το χωριό Βίγλα. Στο χωριό το 1957 έφεραν από τα μέρη της Ρωσίας ορισμένες οικογένειες προσφύγων. Εκείνη την εποχή η ζωή στο χωριό ήταν άθλια, το χωριό μας ήταν πρόσφατα αποστραγγισμένο και δεν υπήρχε φως και νερό. Το τηλέφωνο τότε ήταν ένα και μοναδικό, κρατικό. Στη μέση του χωριού μας κτίστηκαν τα δύο πρώτα σπίτια και μετά άλλα 50 που μας τα δώσανε με κλήρο. Μας έκτισαν το Δημοτικό Σχολείο και Παιδικό Σταθμό, το τότε «Σπίτι Παιδιού» από Ολλανδούς Επιστήμονες. Οι κ. Κωκ και Άκερμαν αυτοί που θυμόμαστε από τους γονείς μας, δεν ξέρανε ποιοι ήμασταν και από πού ήρθαμε. Όταν επιβιώσαμε και στηριχθήκαμε στα πόδια μας και μετά από χρόνια επιβίωσης ιδρύσαμε τον Σύλλογό μας. Ο Ποντιακός Σύλλογος Βίγλας «Οι Πρόσφυγες» ιδρύθηκε το έτος 1982 στο προσφυγικό χωριό Βίγλα του Νομού Άρτας. Το χωριό μας με 100 σπίτια χτίστηκε το 1957. Για αποκατάσταση προσφύγων από τη Σοβιετική Ένωση οι παππούδες μας το 1914-15, με τη γενοκτονία των Ποντίων, έφυγαν από τη Τουρκία (Τραπεζούντα – Κερασούντα – Σαμψούντα) και εγκαταστάθηκαν στον Καύκασο της Ρωσίας, στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, στις πόλεις ΣΟΧΟΥΜΠΙ – ΓΑΚΡΑ – ΤΟΤΣΙ. Το 1914 ο Στάλιν εκτοπίζει όλους τους Πόντιους από τον Καύκασο στο Καζακστάν. Και από το Καζακστάν, σε συνεργασία με τον Ο.Η.Ε., μας εγκατέστησε στην άγονη περιοχή της Άρτας, στο χωρικό Βίγλα.” (Πηγή : Ιστορικό του Ποντιακού Συλλόγου Βίγλας “Οι Πρόσφυγες” στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας)

Στη φωτογραφία “Βίγλα (Νέα Βίγλα) Άρτας, γύρω στο 1958-59”. Νέα σπίτια παραδίδονται στους Πόντιους πρόσφυγες της Βίγλας. Δεξιά στη φωτογραφία πιθανόν ο Ολλανδός εκπρόσωπος του ΟΗΕ, Ackermann.
(Πηγή : Φώτο Πανουργιάς όπως δημοσιεύτηκε στην σελίδα του Vassilios Cholevas)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟ ΣΤΗ ΒΙΓΛΑ ΑΡΤΑΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΑΠΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ, 1956

————————-
“Στο παρακάτω απόσπασμα ο Υφυπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας Ι. Ψαρρέας (κυβέρνηση ΕΡΕ Κ. Καραμανλή) απαντά σε ερώτηση του βουλευτή Καβάλας Α. Λασκαρίδη (ΕΔΑ) και του βουλευτή Θεσσαλονίκης Κ. Τσιγάρα (ΕΔΑ) σχετικά με την εγκατάσταση οικογενειών πολιτικών προσφύγων στο χωριό Βίγλα του Νομού Άρτας. Επρόκειτο για ομογενείς από τη Σοβιετική Ένωση, πιθανότατα Πόντιους που παλαιότερα είχαν μεταφερθεί στη Ρωσία από περιοχές της Μικράς Ασίας εξαιτίας των τουρκικών διώξεων του 1914-1915. Η ανέγερση του προσφυγικού συνοικισμού πραγματοποιήθηκε το 1957, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 συστήθηκε και ο Ποντιακός Σύλλογος Βίγλας «οι Πρόσφυγες». Δυστυχώς στα Πρακτικά της Βουλής δεν έχει διασωθεί το ακριβές περιεχόμενο της ερώτησης, παρά μόνο η απάντηση του Υφυπουργού.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της ορολογίας της εποχής είναι και η χρήση της λέξης «παραπέτασμα», όρος που είχε χρησιμοποιηθεί για πρώτη φορά από τον Ουίνστον Τσώρτσιλ το 1946 για να περιγράψει το γεωγραφικό χώρο των σοσιαλιστικών χωρών, που είχε διαμορφωθεί μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο όρος αυτός υιοθετήθηκε από τις ελληνικές κυβερνήσεις της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής περιόδου, στο πλαίσιο της αντικομμουνιστικής φρασεολογίας και πρακτικής της ψυχροπολεμικής εποχής.” (Πηγή : https://refugeesingreece.gr/)

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά στον Κάμπο της Άρτας | Σχολιάστε

Χωρίον Βίγλα Άρτης

—————–
“Ιδιόκτητόν ποτέ χωρίον της Μονής Ροδιάς, νυν δε του Τεκέ Φαήκ Πασσά, έχον 12 οικογενείας, Ναόν του αγίου Νικολάου ανακαινισθέντα ένεκα αρχαιότητος τω έτει 1873 και εγκαινιασθέντα τω 1875 Ιουλίου 7, και ένα ιερέα εν καιρώ χειμώνος άχρι του μηνός Μαΐου. Μεταξύ των δύω χωρίων Μαρατιοί και Βίγλα υπάρχει κατηδαφισμένος εξ αμνημονεύτων ετών, πανάρχαιός τις Ιερός Ναός, ούτος εσεμνύετο επί τω ονόματι του οσίου Ευθυμίου του Μεγάλου, επί της θέσεως ήδη εστί κτήριον χωροφυλακής (ταμπούρι), πολλά δε αρχαία ανατολοδυτικώς του χωρίου τούτου υπάρχουσιν ερείπια κτιρίων, εξ ών εικάζεται ότι υπήρχέ ποττε χώρα, καλουμένης της θέσεως ήδη Παλαιοχώρι, αλλά και ναοί τινές εκ βάθρων κατηδαφισμένοι, ων άδηλος η εποχή της καταδαφίσεως.” (Πηγή ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ Σεραφείμ Ξενόπουλος, Αθήνα, 1884)

Στη φωτογραφία “Κάτοικοι της Βίγλας εργάζονται στα χωράφια – 1950ς” (Φωτο από το φωτογραφικό αρχείο του ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΒΙΓΛΙΩΤΩΝ ΑΡΤΑΣ)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΤΣΙΦΛΙΚΙΩΝ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΑΝ ΣΤH ΒΙΓΛΑ ΤΟ 1913 (Πηγή : Ευστράτιος Πατσαλιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά στον Κάμπο της Άρτας | Σχολιάστε

Η ΠΤΩΣΗ

———–
“Ο αεροπορικός βομβαρδισμός που προηγήθηκε της εισόδου των στρατευμάτων του Άξονα στην Άρτα, προξένησε στην πόλη σημαντικές ζημιές. Όπως αναφέρει η Νομαρχία της Άρτας σε έγγραφό της προς το Υπουργείο Εσωτερικών “Συνεπεία του αεροπορικού βομβαρδισμού της πόλεως Άρτης, ποσοστόν υπερβαίνον το 25% των εν αυτή υπαρχόντων κτισμάτων έχουσι ολοσχερώς καταστραφεί, ποσοστόν δε υπαρβαίνον το 40%έχει υποστεί σημαντικάς ζημίας, ενώ των λοιπών κτιρίων αι εκ κεράμων στέγαι και οι υαλοπίνακες έχουσι καταστραφεί και χρείζουν, επικειμένου χειμώνος, αντικαταστάσεως”. Εκτός όμως από τα κτήρια, σημαντικές ζημιές από το βομβαρδισμό, αλλά και τις μικροαρπαγές έπαθαν και τα εμπορεύματα των καταστημάτων και τα έπιπλα των σπιτιών.
Οι κάτοικοι της Άρτας, μετά τον πρώτο βομβαρδισμό που είχε και τα περισσότερα θύματα, κατέφυγαν στα γειτονικά χωριά. Απέφυγαν όμως να καταφύγουν στα χωριά του κάμπου, από τον φόβο μήπως βομβαρδισθεί η Γέφυρα και αποκοπούν από τα σπίτια τους. Όταν πέρασε ο πανικός άρχισαν να γυρίζουν στα σπίτια τους και να αγωνίζονται να διασώσουν ότι μπορούσαν από την περιουσία τους.
Στο μεταξύ η πόλη είχε γεμίσει από τα υπολείμματα του Ελληνικού Στρατού. Ταλαιπωρημένοι άντρες, με τη σφραγίδα της απογοήτευσης στα πρόσωπά τους και με πληγές στα τυλιγμένα με κουρέλια πόδια τους, ξάπλωναν στις πλατείες, στους δρόμους και στους κήπους, με μοναδική ελπίδα ότι θα φτάσουν γρήγορα στα σπίτια τους και θα αποφύγουν τον εχθρό που ερχόταν. Τα τρόφιμα στην πόλη και ιδιαίτερα το ψωμί ήταν λειψά, γιατί τα αποθέματα σε τρόφιμα τα είχαν κλέψει ή τα είχαν κρύψει. Η διοίκηση είχε παραλύσει μια και πρώτος έφυγε από την πόλη ο Νομάρχης, οι δε δημόσιες υπηρεσίες είχαν ουσιαστικά διαλυθεί. Μοναδικοί εκπρόσωποι της έννομης τάξης είχαν μείνει ο Δεσπότης και ο Δήμαρχος, αλλά κι αυτοί δεν είχαν στα χέρια τους καμμιά πραγματική εξουσία. Για πολλές μέρες η πόλη είχε μείνει χωρίς φως γιατί με το βομβαρδισμό είχαν καταστραφεί τα ηλεκτρικά σύρματα, η δε ηλεκτρική εταιρία ούτε τα υλικά για την επισκευή τους είχε, ούτε και καύσιμα για να κινήσει τη μηχανή που ηλεκτροδοτούσε την πόλη. Και ύστερα ήρθε η “Νέα Τάξη”…….”
(Πηγή Άρθρο του Στράτου Πατσαλιά στο περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, Τόμος Ζ’, τχ. 64-65, Ιούνιος 1983)

Στη φωτογραφία : 23 Απριλίου 1941 – Έλληνες στρατιώτες επιστρέφουν στα σπίτια τους μετά την παράδοση των Ελληνικών δυνάμεων. (Πηγή : German Federal Archive: Retreating Greek soldiers, April 1941
Bundesarchiv, Bild 101I-163-0318-09 / Bauer / CC-BY-SA 3.0 de)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Ο ΛΟΧΑΓΟΣ ΠΕΖΙΚΟΥ ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ

——————————–
“Ο Λοχαγός Πεζικού Χρήστος Παπακώστας γεννήθηκε το 1900 στον Καταρράκτη Άρτης. Ξεκίνησε ως έμπορος αλλά σε ηλικία 19 ετών προτίμησε τη στρατιωτική καριέρα. Προβιβάστηκε σε ανθυπασπιστή το 1922 και φοίτησε στη σχολή εφέδρων αξιωματικών. Το 1924 έγινε μόνιμος ανθυπασπιστής και το επόμενο έτος ανθυπολοχαγός. Υπολοχαγός έγινε το 1928 και Λοχαγός το 1935. Συμμετείχε στις μάχες του μετώπου Θράκης. Έλαβε μέρος μεταξύ άλλων στη μάχη Σταυροσκιαδίου-Δρυμάδων και τη γενική αντεπίθεση Καλπακίου. Κατά τις επιθετικές ενέργειες του λόχου ετίθετο επικεφαλής και παρέμενε όρθιος κινούμενος προς τα τμήματα του εχθρού εμψυχώνοντας τους άνδρες του με τα λόγια «Παιδιά όλες οι σφαίρες δεν σκοτώνουν». Εφονεύθη στις 28 Δεκεμβρίου 1940 κατά τη διάρκεια επίθεσης επί αλβανικού εδάφους προς κατάληψη του υψώματος 1730 ανατολικά του χωριού Λέκλη βληθείς στο στήθος από ριπή πολυβόλου. στο ύψωμα 1615 Χόρμοβο (έκτοτε ύψωμα «Παπακώστα») νοτιοανατολικά του Τεπελενίου και ενταφιάστηκε στο χωριό Λάμποβο (Ζάππα) που βρίσκεται βόρεια του Αργυροκάστρου.”Η πόλη της Άρτας για να τον τιμήσει έδωσε το όνομά του στο Στρατόπεδο Παπακώστα στην είσοδο της πόλης. (Πηγή: http://xn--hxalwgv1c.net/ Η θρυλική μάχη της Βήσσανης*)

Η φωτογραφία του 1935-36 είναι από το Αρχείο της Οικογένειας Παπακώστα.

1946 – Νοέμβριος : Το Δίπλωμα Απονομής Πολεμικής Σύνταξης στη χήρα και τα ορφανά τέκνα του Χρήστου Παπακώστα.
(Από το Αρχείο της Οικ. Παπακώστα)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Η ΡΟΜΒΙΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΕΙΟΥ

“Κειμήλιο της κοινωνικής ζωής και της καλλιτεχνικής κίνησης της Άρτας στα χρόνια τα παλιά, είναι η Ρομβία του Χοροδιδασκαλείου του Γιώργου Παλάντζα, που βρίσκεται ξανά στην Άρτα αφού περιπλανήθηκε αρκετά στην Αθήνα. Μόλις πληροφορήθηκε την ύπαρξή της ο Μ/Φ Σύλλογος ΣΚΟΥΦΑΣ, που τόσο συνδεδεμένος ήταν μαζί της, πήγε αντιπροσωπεία στην Αθήνα και την έφερε στην Άρτα*. Η Ρομβία αποτελεί ιστορία για την πόλη μας και ιδιαίτερα για τους μαθητές του χοροδιδασκαλείου, που όσοι θυμούνται πολλά από τις διασκεδάσεις τους. Ένοιωσαν μεγάλη χαρά μόλις πληροφορήθηκαν ότι η Ρομβία, η γόησσα της Άρτας, βρίσκεται ξανά στην πόλη μας. Πολλά χρόνια την είχε στο χοροδιδασκαλείο του, ο μακαρίτης Γιώργος Παλάντζας, κι αφ’ ότου πέθανε, ο αδελφός του ο Θεοχάρης, που έπαιζε πιάνο. Ύστερα έγινε ηλεκτροκίνητη, χάρις στο μηχανικό της Ηλεκτρικής Εταιρείας, το Νίκο Βουρλάκο. Και σαν τέτοια παρέμεινε ώσότου χάσαμε τα ίχνη της. Γενιές ολόκληρες Αρτινών έκανε να στροβιλίζονται στην πίστα του χοροδιδασκαλείου. Όλοι οι νέοι τότε, αδιακρίτως φύλλου, ηλικίας και επαγγέλματος, μαθήτευαν στη Σχολή τις καθορισμένες για κάθε κατηγορία ημέρες και ώρες. Και μαθητές του Γυμνασίου ακόμη, δεν υστερούσαν στην εκμάθηση χορού. Η Άρτα είχε κάμει εκείνη την εποχή ένα μεγάλο βήμα στο άνοιγμα της κοινωνικής ζωής της. Και η καλλιτεχνική της εμφάνιση δεν έπεφτε έξω. Υπήρχε βλέπετε και ο Σύλλογος ΣΚΟΥΦΑΣ που πολλά προσέφερε και προσφέρει ακόμη σ’ αυτές τις εκδηλώσεις. Ξεπερνούσε η πόλη μας τις άλλες πόλεις της Ηπείρου.” (Πηγή : ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑΤΑ, Κ. Τσακτσίρας)

Στη φωτογραφία “Η λατέρνα στους δρόμους της Άρτας” (Φωτο από το ίδιο βιβλίο του Κ. Τσακτσίρα) 

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Ο ΦΩΝΟΓΡΑΦΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΟΥΣ

1938 : Δεξιά ο Βασίλειος Α. Γιώτης και ο Αντώνης Χ. Παππάς φωτογραφίζονται με συντροφιά το φωνόγραφο κι ένα μπουκάλι τσίπουρο σε καφενείο του χωριού.
(Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Ο ΦΩΝΟΓΡΑΦΟΣ

“Ο φωνόγραφος ήταν μια από τις πρώτες συσκευές για την εγγραφή και αναπαραγωγή ήχου. Κατασκευάστηκε από τον Τόμας Έντισον το 1877 και αναπαρήγαγε τον ήχο από τα αυλάκια που είχαν αποτυπωθεί στην επιφάνεια ενός κυλίνδρου. Με βάση αυτή την πρώτη συσκευή, ο επίσης Αμερικανός Emil Berliner επινόησε δέκα χρόνια αργότερα το γραμμόφωνο, που αντί για κέρινο κύλινδρο χρησιμοποιούσε μια κυκλική πλάκα (δίσκο) από μίγμα γομαλάκας (shellac). Την εποχή του Μεσοπολέμου οι νέες συσκευές αναπαραγωγής της μουσικής έχουν κατακλύσει την Ελλάδα. Συνήθως βρίσκονται σε ταβέρνες, καφενεία, σε δρόμους αλλά και στα σπίτια της αστικής τάξης. Το γραμμόφωνο και η ανάπτυξη της δισκογραφίας φέρνουν τους Έλληνες σε επαφή και με την ξένη μουσική, κυρίως την αμερικάνικη, από την οποία και επηρεάζονται άμεσα. Μεγάλες διαστάσεις παίρνει πλέον το φαινόμενο της προσαρμογής ελληνικών στίχων σε ξένα τραγούδια. Έτσι μαζί με τις παλιές καντάδες και τα τραγούδια των οπερετών ακούγονται και οι σάμπες, τα βαλς και τα ταγκό. Αν και η πλειοψηφία των τραγουδιών που ηχογραφούντο εκείνη την εποχή στην Ελλάδα ανήκαν στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού των πόλεων ή στο χώρο του του ευρύτερα ονομαζόμενου ελαφρού τραγουδιού, οι ηχογραφήσεις δημοτικών τραγουδιών ήταν επίσης πολλές αλλά αφορούσαν τραγούδια από ορισμένες περιοχές της Ελλάδας που όμως είχαν μια ευρύτερη πανελλήνια απήχηση. Όσον αφορά τα Ηπειρώτικα τραγούδια, γεγονός που συνέβαλε στην ηχογράφησή τους – πέρα από το ιδιαίτερο χρώμα – είναι το ότι πολύ σπουδαίοι καλλιτέχνες κατάγονταν από την Ήπειρο. Οι ηχογραφήσεις τραγουδιών της Ηπείρου αρχίζουν από το 1925-26 με ερμηνευτές από τον ευρύτερο χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Με τη λειτουργία του εργοστασίου της Κολούμπια αρχίζουν να ηχογραφούν γνωστοί δεξιοτέχνες της ηπειρωτικής παράδοσης όπως ο Ν. Τζάρας, η οικογένεια Χαρισιάδη, ο Λάζαρος Ρούβας, ο Μήτσος Αραπάκης κ.α. Ηπειρώτικα τραγούδια κατέγραψαν στη δισκογραφία και τραγουδιστές από άλλες περιοχές της χώρας όπως η Ρίτα Αμπατζή και ο Γιώργος Παπασιδέρης…..” (Πηγή : Άρθρο του Π. Κουνάδη στο περιοδικό ΠΡΟΤΑΣΗ με τίτλο “Η δισκογραφία των Ηπειρώτικων τραγουδιών στην Ελλάδα”, τχ. 4, Άρτα,1998)

Στη φωτογραφία, από το αρχείο του Γ. Σόφη, “Ο παλιός φωνόγραφος” (Φωτο από το παραπάνω άρθρο στο περιοδικό ΠΡΟΤΑΣΗ)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Γ. ΜΟΡΑΛΗΣ – ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ, 1940

—————————–
Έργο του Γιάννη Μόραλη – Mελάνι, μολύβι και υδατόχρωμα σε χαρτί, 21χ14 εκ.
Δωρεά του καλλιτέχνη στην Εθνική Πινακοθήκη, Αρ. έργου : Π.7967/3

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινοί ζωγράφοι και η Άρτα | Σχολιάστε

ΠΡΑΜΑΝΤΑ – Η ΒΡΥΣΗ ΤΟΥ ΑΡΑΠΗ

“Για το θέμα της ύδρευσης των Πραμάντων, εδώ έχουμε να πούμε μερικά για την ιστορία του Αράπη που ίσως είναι προϊόν παραδόσεων, αλλά και κατά έναν τρόπο αληθή. Ο Αράπης ήταν μαύρος εργολάβος, κατασκευαστής γεφυριών και κτίστης περί τον 11ο αιώνα. Λέγεται δε ότι παρεξηγήθηκε από μια μερίδα συνεργάτες του, γιατί πήγαινε από την Άρτα στην περιοχή των Πραμάντων και εδίδασκε την τέχνη του κτίστη και ακόμη ότι έφτιαχνε και πυλοσωλήνες, όπου μετέφερε το νερό από θέση σε θέση. Γλίστρησε σ’ έναν γκρεμό, μιας και ήταν μεθυσμένος και τραυματίστηκε βαριά. Μεταφέρθηκε στην Άρτα, όπου πέθανε μετά τρεις μέρες. Ακόμη λέγεται ότι οι Πραμαντιώτες διδάχθηκαν από τον Αράπη την κτιστική τέχνη.” (Πηγή : ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑΤΑ, Κ. Τσακτσίρας)

Στη φωτογραφία “Οι γέροντες στη βρύση των Πραμάντων” – Δεκαετία του 60. Από αριστερά : Κώστας Γκούβας, Κώστας Σιαπλαούρας (Αρμύρας), , Γιώργος Ζαχαρή Μολώνης, Χαράλαμπος Βάνας και Χρήστος Μολώνης*. (Φωτο από το Φωτογραφικό Αρχείο A.Bερτόδουλου ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα- Γιάννινα, 1995)
*Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Σωτήρη Τσιλιγιαννη που έκανε την έρευνα για τα ονόματα των γερόντων που εικονίζονται στη φωτογραφία.

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΠΡΑΜΑΝΤΑ

“Ούτως επωνομάσθη επειδή αυτόθι πριν ή συνοικισθή έβοσκαν πρόβατα, άτινα παρά των εντοπίων λέγονται πράμαντα. Το χωρίον τούτο περιέχει οικογενείας 530, εποπτευομένας υπό 4 εγχωρίων ιερέων και εκκλησιαζομένας εν τοις Ναοίς αγίας Παρασκευής, αγίου Νικολάου, αγίας Κυριακής και αγίου Γεωργίου. Ομοίως και εις τα εξωκκλήσια 4 της Κοιμ. Της Θεοτόκου, 4 του προφήτη Ηλιού, αγίου Νικολάου, αγίου Κωσταντίνου, αγίας Μαρίνης, αγίου Χριστοφόρου, αγίας Τριάδος και αγίας Παρασκευής. Οι κάτοικοι εισίν άπαντες εργατικοί, καταγινόμενοι εις την τεκτονικήν, ξυλουργικήν, οικοδομικήν, γεωργικήν, ποιμενικήν και τινες εις την εμπορίαν……..Περί την ευάερον ταύτην χώραν υπήρχον ποτε τρία χωριά, προ πολλού μεν κατεστραμμένα, συμπεριλαμβανόμενα δε ήδη εις την χώραν και καλούμενα υπό των εγχωρίων, το μεν Χριστός, όπου υπάρχουσι και ερείπια αρχαιοτάτης Μονής, το δε Λουβένιστα, όπου σώζεται ιερός ναός του αγίου Χριστιφόρου, το δε Συγγενά, έχον και ναόν του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, καλούμενον υπό των εγχωρίων, Ασπροκκλησιά. Εντός του χωρίου ποταμίσκος τις ρέει, προερχόμενος εκ του όρους Στρογγύλα και ενούμενος μετά του ποταμού Μελισσουργών Γκογκόρου εισβάλλει εν τω Ινάχω. Εσυστήθησαν αυτόθι προ μικρού τρεις σχολαί, δημοτική, ελληνική και παρθεναγωγείον.”
(Πηγή ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ, Σεραφείμ Ξενόπουλου, Άρτα, 1881)

Στη φωτογραφία “Τα Πράμαντα” με φόντο τη Στρoγγούλα, με το φακό του Απόστολου Βερτόδουλου την δεκαετία του ’60 (Φωτο από το Φωτογραφικό Αρχείο A.Bερτόδουλου ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα- Γιάννινα, 1995)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε