ΧΩΡΙΟΝ ΚΑΚΟΒΑΤΟΣ – ΚΑΛΟΒΑΤΟΣ

————————
“Χωρίον Κακόβατος* όπου σώζεται εισέτι εν τερπνοτάτη θέσει εν μέσω πελωρίων αγρίων δένδρων και τις Ιερός Ναός της Παρθενομάρτυρος Κυριακής, ιερουργούμενος υπό των ιερέων του χωρίου Χαλκιάδων. Ταύτα πάντα τα χωρία οικούντο μέχρι του 1845 υπό των ζευγιλατών Χριστιανών και Οθωμανών, έκτοτε δε κατά μικρόν ηρημώθησαν δι’ αιτίας αγνώστους, και καλλιεργούνται ήδη αι γεωργήσιμοι γαίαι αυτών υπό των ζευγιτών Χαλκιαδαίων και Πλησκαίων και μικρού αριθμού εγκατοίκων κατοικουμένων σποράδην έως 30 σχεδόν αριθμουμένων οικογενειών, εκκλησιαζομένων, των μεν εις Μαρατιούς, των δε εις Ιμάμ Τσαούς και Πέτραν και εις Γενίτσαρι. Τον δε χειμώνα επειδή καταβαίνουσιν εκ των ορέων οι βλαχοποιμένες, αι οικογένειαι φυσικώς αυξάνουσιν ου μικρόν….” (Πηγή : ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ Σεραφείμ Ξενόπουλος, Αθήνα, 1884)

*Το 1961 ο οικισμός Κακόβατος Άρτας προσαρτήθηκε στην κοινότητα Καλοβάτου.

Στη φωτογραφία Χάρτης του Αμβρακικού κόλπου, 1819 του Aaron Arrowsmith, όπου απεικονίζονται τα χωριά του κάμπου της Άρτας και ο Κακόβατος με την ονομασία Cato Vato…. Outlines of Greece, Gulf of Arta, Arrowsmith Aaron, 1819 (Πηγή : https://www.davidrumsey.com/luna/servlet/detail/RUMSEY~8~1~240800~5512334:Composite–Outlines-of-Greece?qvq=q:pub_list_no%3D%226707.000%22;lc:RUMSEY~8~1&mi=7&trs=8

ΧΩΡΙΟΝ ΠΛΗΣΚΑ ή ΜΠΛΙΣΚΑ (ΚΑΛΟΒΑΤΟΣ)

————————
“Πλήσκα, χωρίον προ 40 περίπου ετών κατοικηθέν, και ήδη οικούμενον παρ’ 25 οικογενειών εκκλησιαζομένων εις τον Ναόν της αγίας Παρασκευής, και ευλογούμενον υπό δύω ιερέων.” (Πηγή : ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ Σεραφείμ Ξενόπουλος, Αθήνα, 1884)

Στη φωτογραφία “Μαθήτριες του Δημοτικού Σχολείου Καλόβατου, προερχόμενες από τους Μελισσουργούς” : Φιλομήλα Κίτσου, Τάκης Κίτσος και Πατρούλα Κίτσου, σύζυγος Γεωργίου Χρ. Σκαλτσάρη. (Φωτο από αρχείο Π. Κίτσου, σχόλιο Κ. Μπανιάς) 

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά στον Κάμπο της Άρτας | Σχολιάστε

Η ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

————————–
1828 : Ο πληθυσμός της περιοχής του κάμπου της Άρτας σύμφωνα με κατάστιχο που βρίσκεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους το 1828
(Πηγή : Σχετικό άρθρο του Κ. Διαμάντη στο Περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, τχ. 16ον, 1960)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Η ΦΛΟΓΕΡΑ ΤΩΝ ΤΣΟΠΑΝΗΔΩΝ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ (William Martin Leake, Travels in Northern Greece)

“Οί τσοπάνηδες τών Τζουμέρκων, καθώς καί εκείνοι πού φυλάνε τά κοπάδια τους γύρω άπό τά Γιάννινα παίζουν αυλό, (στα ελληνικά φλογέρα, στά άλβανικά fuol) πού μοιάζει μέ εκείνον πού περιγράφει ό Θεόκριτος στο ότι έχει έννιά τρύπες άπ’ τή μία μεριά και είναι κλεισμένος λίγο και άπό τις δυό άκρες μέ κερί. Άλλά μερικές από τις φλογέρες πού χρησιμοποιούν τώρα στην ’Ήπειρο έχουν μια άσυνήθιστη κατασκευή πού δέν έχει παρατηρηθή άπό κανένα συγγραφέα: γίνονται άπό τά κόκκαλα των ποδιών όρνιου ή άετού πού είναι μεγάλης αντοχής και μεγέθους και μπορεί νά μετατραπούν σέ τσοπάνικη φλογέρα. Τό ύλικό αυτό μπορεί νά είναι περισσότερο κοινό τώρα παρά στούς άρχαίους καιρούς διότι τό μπαρούτι έχει δώσει στούς άνθρώπους την δύναμη νά σκοτώνουν τέτοια πτηνά εύκολώτερα άπ’ ότι θά τά σκότωναν τότε μέ τά βέλη. Στα όρεινά λιβάδια, σέ κάθε μέρος τής Ελλάδος μπορεί κανείς νά άκούση τόν μελωδικό τόνο τής φλογέρας των τσοπάνηδων, όπως ό ίδιος ό ποιητής περιγράφει, άνάμεικτο μέ τό μουρμούρισμα των νερών και τό ψιθυρισμό των ανέμων άνάμεσα άπό τά δένδρα. Ό Θεόκριτος, άναφερόμενος ειδικά στο πεύκο, λέγει ότι παράγει αυτόν τόν ήχο. Καί τό πεύκο είναι, χωρίς άμφιβολία, τό πιο ψιθυριστικό δέντρο. Είναι όμως άπορίας άξιον ότι ό Θεόκριτος δέν παρατήρησε επίσης καί τήν άρωματική μυρωδιά πού βγάζει τό πεύκο τό καλοκαίρι……” (Πηγή William Martin Leake, Travels in Northern Greece, I-IV, Λονδίνο 1835, σε μετάφραση του Π. Καραγιώργου όπως δημοσιεύτηκε στην Ηπειρωτική Εστία , τχ. 237-238, 1972)

Στη φωτογραφία του Dmitri Kessel “ 1944, Παιδί και βοσκός παίζοντας φλογέρα“ (Πηγή : Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ)- Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ) )

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

“Η θρυλική Γέφυρα της Άρτης (13ος αιών) ” σε φωτογραφία G. A. Guizi,

——————–

“Η θρυλική Γέφυρα της Άρτης (13ος αιών) ” σε φωτογραφία G. A. Guizi, Έκδοση Π. Φωτόπουλου, Άρτα. 

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

ΟΙ ΛΑΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΕΣ

“Στη συντηρητική και κλειστή κοινωνία των χωριών το γλέντι ήταν από εκείνες τις κοινωνικές εκδηλώσεις, όπου οι κάτοικοι είχαν την ευκαιρία να ανταμώσουν, να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Μέσα απ’ αυτά τα γλέντια ξεπήδησαν πολλοί πρακτικοί οργανοπαίκτες που άλλοτε συνόδευαν με τα όργανά τους το τραγούδι της παρέας και άλλοτε τραγουδούσαν οι ίδιοι. Οι ντόπιοι αυτοί λαϊκοί οργανοπαίκτες δεν διέθεταν καμιά ιδιαίτερη μουσική παιδεία, κι όλοι τους μάθαιναν κάποιο όργανο από μεράκι, κοντά στον πατέρα ή στον αδελφό ή σε κάποιον μάστορα, ενώ υπήρχαν και οργανοπαίκτες που ήταν αυτοδίδακτοι.
Το επάγγελμα του λαϊκού οργανοπαίχτη αρχικά το εξασκούσαν κυρίως αυτοί που η οικονομική τους κατάσταση δεν ήταν καλή. Ως επάγγελμα δεν είχε την κοινωνική αποδοχή, εθεωρείτο αναξιοπρεπές και καταφρονημένο, οι δε οργανοπαίχτες αποκαλούνταν « γύφτοι». Γύφτους τους αποκαλούσε και η αστική κοινωνία της Άρτας, παρόλο που τους καλούσε στα γλέντια της και δεν επέτρεπε στα παιδιά της να μάθουν κανένα παραδοσιακό όργανο. Μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια γύριζαν από χωριό σε χωριό παίζοντας σε γάμους και πανηγύρια για να εξοικονομήσουν λίγα χρήματα. Υπήρχαν μάλιστα και περιπτώσεις που κάποιος μουσικός έπαιζε, παίρνοντας ως αμοιβή δυο τηγανίτες (περίπτωση του κλαρινίστα Αριστείδη Κολιοφούκα από την Πλατανούσα). Παράλληλα ασχολούνταν και με άλλες ασχολίες αν και οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν ως κύρια ασχολία τους την κατεργασία σιδήρου……”(Πηγή : ΤΟ ΑΡΤΙΝΟ ΛΑΙΚΟ ΧΟΡΟΣΤΑΣΙ, Γ. Κομζιάς, Αθήνα, 2021)

Στη φωτογραφία “Κομπανία του Διστράτου σε πανηγύρι” Κλαρίνο – Νίκος Δοσούλας, Βιολί – Κώστας Βάσιος, Λαούτο – Δημ. Γιώτης. Πίσω στο χορό : Σταύρος και Αφροδίτη Φώτη, Νάσιος Ντάλας, Χριστ. Ζέρβας (Πηγή : ΤΟ ΔΙΣΤΡΑΤΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ, Χ. Ντάλας, Αθήνα, 2008)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

1938 στην Άρτα….

1938, Άρτα : Αριστερά Ευάγγελος Καρατζάς και Λέων Ευστρατιάδης
(Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά) 

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ

———————-
“’Η εγκατάσταση πολλών ’Ιταλών ’Αξιωματικών σέ δωμάτια πού έπίταξαν, έδωσε εύκαιρία σ ’ αύτούς νά δημιουργήσουν φιλικές σχέσεις μέ τούς ‘Έλληνες ιδιοκτήτες τους. Μικροεξυπηρετήσεις, όπως λίγο πετρέλαιο γιά τήν λάμπα, ένα κομμάτι σοκολάτα γιά τήν μικρή, ένα μεταξωτό μαντήλι γιά τήν πιό μεγάλη καί τέλος ένα καρβέλι ψωμί (πανιότα) γιά όλη τήν οικογένεια, ήταν άρκετά γιά νά άποκτήσουν τήν εμπιστοσύνη τού πατέρα, τίς εξυπηρετήσεις τής μητέρας καί τήν άνοχή της, εις ώραν γάμου δεσποινίδος, σέ ένα ελαφρό φλέρτ. ’Άλλος χώρος επαφής άνάμεσα στούς ’Ιταλούς καί τούς ντόπιους ήταν τά οδοντιατρεία. Πολλοί ’Ιταλοί, άλλοι γιατί πραγματικά ύποφέραν άπό τά δόντια τους, άλλοι, γιατί βρίσκαν τήν επίσκεψη στό οδοντιατρείο σάν μέσο γιά νά σπάσουν τήν ρουτίνα τής στρατιωτικής ζωής, άρχιζαν νά συχνάζουν στά οδοντιατρεία καί εκεί κατά τήν ώρα τής άναμονής, πού κατά παράδοση είναι πολύ μεγάλη, βρίσκαν τήν εύκαιρία νά έρχονται σέ επαφή μέ τούς ντόπιους άπέναντι στούς όποιους δείχναν τήν πιό φιλική διάθεση καί μέ τήν ρήση «ουνα φάτσα, ουνα ράτσα» προσπαθούσαν νά τούς πείσουν ότι τούς δυό λαούς πού είχαν κοινή καταγωγή, δέν τούς χώριζε τίποτε καί ότι στό μέλλον θά μπορούσαν νά ζήσουν αρμονικά, κάτω βέβαια άπό τήν φωτισμένη ήγεσία τού Ντούτσε. Άλλά καί γύρω άπό τούς στρατιωτικούς καταυλισμούς άρχισαν νά δημιουργούνται σημεία επαφής. Πεινασμένα παιδάκια περίμεναν μέ τενεκεδάκια στά χέρια γύρω άπό τά ιταλικά καζάνια, μήπως ό μάγειρας ή κανένας στρατιώτης τούς δώσει λίγο φαγητό ή ένα κομματάκι ψωμί, καί γιά νά άποκτήσουν τήν εύνοια πού θά τούς εξασφάλιζε τό πολύτιμο αύτό δώρο, βοηθούσαν στό καθάρισμα τών καζανιών ή τής καραβάνας καί τραγουδούσαν αύτοσχέδια έλληνοϊταλικά τραγούδια «Κουάντο πατάτες, κουάντο φασόλια κ.λ.π.». ’Επίσης φτωχές γυναίκες ήταν πρόθυμες νά πλύνουν καί νά διορθώσουν τά ρούχα τών στρατιωτών μέ άμοιβή λίγο φαγητό ή λίγη ζάχαρη. ‘Όλοι αύτοί οί άνθρωποι πού έρχονταν σέ επαφή μέ τούς ’Ιταλούς άρχισαν νά μαθαίνουν καί λίγες ’Ιταλικές λέξεις πού, όσο περνούσε ό καιρός, γίνονταν περισσότερες.
Τά βασικά προβλήματα πού απασχολούσαν τούς κατοίκους τής πόλης μας κατά τήν διάρκεια τού πρώτου καλοκαιριού τής κατοχής, ήταν ή επισκευή τών σπιτιών τους καί ή εξασφάλιση τροφίμων. Καί τότε ό πληθυσμός χωρίστηκε σέ δυό κατηγορίες. Στήν πρώτη — των εχόντων – ανήκαν οί κτηματίες πού φύτεψαν τά κτήματά τους μέ καλαμπόκι καί εξασφάλισαν έτσι τό ψωμί τοϋ σπιτιού τους καί ταυτόχρονα καί μέσο ανταλλαγής καί οί έμποροι πού είχαν αποθέματα εμπορευμάτων πού κρυφά τά άντάλλασαν μέ τρόφιμα καί στήν δεύτερη — τών μή έχόντων — ανήκαν οί δημόσιοι υπάλληλοι, οί συνταξιούχοι καί οί έργάτες. ‘Ο πληθωρισμός προχωρούσε μέ ραγδαίο ρυθμό μιά καί οί Ιταλοί είχαν έκδόσει δικό τους νόμισμα γιά χρήση τών στρατευμάτων τους, πού είχε τήν ίδια αγοραστική δύναμη μέ τό Ελληνικό, καί μέ τόν τρόπο αύτόν έξασφάλιζαν τήν ανέξοδη διατροφή τού στρατού τους σέ βάρος τού υπόδουλου πληθυσμού.
Ή έντονη παρουσία τής ’Ιταλικής κατοχής έκδηλώνονταν κάθε απόγευμα μέ τό κατέβασμα τής ’Ιταλικής σημαίας άπό τό φρουραρχείο. Λόχος Βερσαλιέρων άπέδιδε τιμές, ένώ μόλις ή σάλπιγγα ηχούσε «προσοχή» όλοι όσοι περπατούσαν στήν όδό Σκουφά, τήν ώρα εκείνη, έπρεπε νά σταθούν προσοχή, άν δέν ήθελαν νά κακοποιηθούν άπό τούς μελανοχίτωνες πού στέκονταν σέ κάθε γωνιά τού δρόμου……..”
(Πηγή Άρθρο του Στράτου Πατσαλιά στο περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, Τόμος Ζ’, τχ. 64-65, Ιούνιος 1983)

Στη φωτογραφία “Ιταλοί στρατιώτες το 1942 με μικρό Αρτινό” (Φωτο από το βιβλίο του κ. Κ. Βάγια, Η ΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ Της ΚΑΤΟΧΗΣ, Έκδοση ΣΚΟΥΦΑΣ, Άρτα, 2004)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

ΙΤΑΛΟΙ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ

———————–
Φωτογραφία του Λ. Ακερμανίδη από το Λεύκωμα του Σ. Μελετζή ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ, Αθήνα, 1976.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ – ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1940

———————-
Επιστρατευμένοι Θεοδωριανίτες στη βρύση Χαροκόπου πιο κεί από το Σταυρό, πάνε για κατάταξη στο στρατό.
Διακρίνονται από αριστερά μπροστά : Α. Χάιδος, Λ. Παπαλάμπρος, Β. Λάππας, Κ. Κορομηλιάς (Καραμάνης),Η. Κορμεντζάς, Δ. Λάκκας, Σ. Πλακιάς, Α. Κωσταπαπάς, Α. Λιούκας.
Πίσω : Α. Λάππας, Β. Τασιάς (Νταλακούρας), Ν. Ντζιούνης, Ι. Καραγιάννης, Σ. Μαντέλλος, Δ. Χ. Διαμάντης, Δ. Γ. Μαντέλος (Σιώζος), Π. Σερδενές, Χ. Κορομηλιάς.
(Φωτο από το βιβλίο του Ρ.-Γ. Σκουτέλα, ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ, Αθήνα, 2006)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

ΟΡΕΙΒΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΙΝΔΟ – ΚΟΡΥΦΗ ΚΑΚΑΡΔΙΤΣΑ (William Martin Leake, Travels in Northern Greece)

“12 Αυγ. 1805 : Στις 4,30′ τό απόγευμα ξεκίνησα μέ παρέα τούς κυρίους Τζών καί Ντέιβιντ Μύριερ μέ σκοπό ν’ άνεβούμε στήν κορυφή τού όρους Πίνδος πού λέγεται Κακαρδίτσα ή Κακαρδίστα. Βρίσκεται νοτιοανατολικά άπό τούς Καλαρύτες και φαίνεται νά είναι τό πιο ψηλό σημείο όλης τής όροσειράς. Κατεβαίνοντας τήν χαράδρα του χειμάρρου Βιλιτζά, τόν περνάμε στο σημείο όπου ύπάρχουν μερικοί νερόμυλοι, λίγο πιο κάτω άπό τήν Παλαιό Χώρα. Ό ένας άπ’ αυτούς τούς μύλους είναι γιά καλαμπόκι κι ό άλλος γιά τό «γένωμα» τού σκουτιού ή τού ύφάσματος πού κάνουν τά έπανωφόρια πού τά λένε «κάπαις», τό κύριο βιομηχανικό προϊόν των Βλάχων. Ό χείμαρρος, ή γέφυρα, καί τά κτίσματα πού κρέμονται στούς γκρεμούς σχηματίζουν ένα ώραίο κομμάτι ορεινής σκηνογραφίας…………
13 Αύγούστου : Επειδή ή άνάβαση ήταν πολύ δύσκολη, προχωρούσαμε άργά. Ό δρόμος περνά πολλούς χεμάρρους πού χύνονται προς τά δεξιά σ’ ένα φαράγγι πού βρίσκεται άνάμεσα άπ’ αύτό τό βουνό καί άπό τήν σκεπασμένη μέ πεύκα κορυφή πού φαίνεται από τούς Καλαρύτες καί πού ενώνει στό πιο νότιο σημείο της τήν Κακαρδίστα μέ τά Τζουμέρκα. Στις 4,30′ κι επειδή ό δρόμος δεν είναι πιά βατός στά μουλάρια, άνεβαίνουμε μέ τά πόδια, γιά μιά άλλη ώρα, άπό μιά πολύ άνηφορική άνάβαση όπου πέτρες καί χώματα ή χορτάρια πού στάζουν πρωϊνή δροσιά, μεταφέρουν τά πόδια κατά τήν μισή άπόσταση προς τά πίσω σέ κάθε βήμα. Προς τήν κορυφή ύπάρχουν μερικές παχειές μπαλωματιές χιονιού καί μιά γκριζόλευκη πάχνη πάνω στή χλόη. Λίγα λεπτά μετά τήν άνατολή τού ήλιου, φτάνουμε στό πιό ψηλό σημείο.
Προς άνατολάς ή θέα είναι θαμπή επειδή ό ήλιος βρίσκεται προς αυτή τήν κατεύθυνση και ή ατμόσφαιρα δεν είναι έντελώς καθαρή. Παρόμοια καταχνιά απλώνεται και πάνω απ’ τήν θάλασσα προς τήν αντίθετη πλευρά, αλλά αύτή είναι ή κανονική κατάσταση τής ατμόσφαιρας τής Ελλάδος στα μέσα του καλοκαιριού και μια καθαρή μέρα τού χειμώνα είναι περισσότερο ευνοϊκή για νά ίδή κανείς μακρινά άντικείμενα. Παρ’ όλα αύτά, διακρίνουμε τήν Κέρκυρα, τήν Κεφαλονιά καί το όρος Βοϊδιά στον Μωριά. Προς βορράν φαίνεται τό όρος Τομόρι καί οί κορυφές άνάμεσά του καί τής Μπιτόλιας καί ιδιαίτερα μιά κορυφή μεταξύ Καστοριάς καί Φλώρινας, στά δεξιά τής οποίας βρίσκονται οί άνατολικώτερες κορυφές πρός τά Βοδενά καί τήν Βέροια. Ή αψίδα του ορίζοντα μεταξύ τού βορειοανατολικού καί τού νοτίου σημείου ορίζεται άπό τον ’Όλυμπο, τήν Όσσα, τό Πήλιο, τήν Όθρυ καί τά όρη τής Αιτωλίας. Οί κορυφές πού λέγονται Βελούχι καί Βιένα είναι οί πλέον ευδιάκριτες. Τό πιο άπομακρυσμένο σημείο πού μπορώ ν’ άναγνωρίσω είναι ή Βοϊδιά ή Παναχαϊκό στον Μωριά, τού όποίου ή άπ’ εύθείας άπόσταση είναι περί τά 100 γεωγραφικά μίλια. Οί κορυφές κατά μήκος των δυτικών άκτών άπό τό Ξηρόμερο στήν Χειμάρα είναι, φυσικά, περισσότερο ευδιάκριτες. Στά βορειοδυτικά ορίζεται καθαρά ό χώρος τής κοιλάδας τού Άνω Αώου στήν οποία βρίσκονται τό ’Αργυρόκαστρο, τό Τεπελένι, ή Πρεμετή καί ή Κόνιτσα, άν καί κανένα άπ’ αύτά τά μέρη δέν είναι εύδιάκριτο. ’Ακριβώς κάτω άπό μας, πρός άνατολάς, έκτείνονται τά βουνά τού Άσπροποτάμου, μιά συγκεχυμένη μάζα πού μοιάζει μέ τά κύματα ταραγμένης θάλασσας, καί προς τά δεξιά, κατά τον ίδιο τρόπο, εκτείνονται τά βουνά τών Άγράφων. Ή ψηλότερη κορυφή τών βουνών τού Άοπροποτάμου είναι σχεδόν στήν ίδια γραμή μέ τό Πήλιο. Ό ’Όλυμπος φαίνεται πώς είναι τό ψηλότερο ορατό σημείο. Καμιά άπ’ τις κορυφές τής κορυφογραμμής τής Πίνδου δέν φαίνεται πώς μπορεί νά παραβληθή μέ τήν Κακαρδίστα, εκτός άπ’ τήν κορυφή πού βρίσκεται κοντά στή Σαμαρίνα. Τό ύψος της πάνω άπό τήν επιφάνεια τής θαλάσσης είναι πιθανώς γύρω στα 7.000 πόδια………….
Σχεδόν προς κάθε κατεύθυνση τά όρη κρύβουν τις κοιλάδες. Ή Κακαρδίστα βρίσκεται στο κέντρο τού πλέον ορεινού τμήματος τής Ελλάδος. Ή μόνη πεδιάδα πού φαίνεται είναι τών Ιωαννίνων καθώς και ένα μικρό τμήμα τής πεδιάδος τών Τρικάλων. Τά Γιάννινα είναι ή μόνη πόλη πού είναι ορατή. Οί πελώριοι γκρεμοί τών Τζουμέρκων εμφανίζονται πολύ κάτω άπό μας. Κρύβουν τήν Άρτα καί τον κόλπο έκτός άπό ένα μικρό τμήμα τού άνατολικού άκρου κοντά στο Μακρυνόρος πού κάνει τήν εμφάνισή του μεταξύ Τζουμέρκων καί Σακαρέτζι, όπως λέγεται τό όρος Ραντοβίζι. Ή Κακαρδίστα είναι εντελώς γυμνή άπό δένδρα ή θάμνους, αλλά ώς τήν κορυφή της φυτρώνει μιά θαυμάσια κοντή χλόη. Μιά κοφτερή βραχώδης κορυφογραμμή πού τήν ένώνει μέ τήν κορυφή τού Περιστεριού χωρίζει τήν κατεύθυνση τών ύδάτων πού χύνονται άντιστοίχως προς τήν ‘Άρτα καί τόν ’Άσπρο καί διαιρεί τήν περιοχή τού Μαλακασίου άπό τήν περιοχή τών Ίωαννίνων καί άπό τήν περιοχή τού Άσπροποτάμου τών Τρικάλων. Ή τελευταία περιοχή έκτείνεται 50 μίλια προς τό ποτάμι άπό τις πηγές του, συμπεριλαμβάνοντας τις δύο πλευρές τού γειτονικού όρους καί χωρίζει πρώτα τήν περιοχή τών Ίωαννίνων καί ύστερα τής Άρτας άπό τά ’Άγραφα. Τό δικαίωμα βοσκής είναι τόσο έπακριβώς ορισμένο μεταξύ Ίωαννίνων καί Άσπροποτάμου ώστε τά κοπάδια τής μιας περιοχής δέν επιτρέπεται νά μπούν στήν άλλη. Ή ίδια ή Κακαρδίστα πέφτει απότομα σέ μιά βαθειά χαράδρα ή οποία βρίσκεται μεταξύ της καί μιας άλλης χαμηλότερης άλλά άπότομης καί βραχώδους κορυφής πού καταλήγει στόν Άσπρο. Κατεβαίνουμε σ’ ένα μαντρί ή στάνη έχοντας τήν βοήθεια ενός άπό τά παλληκάρια πού μάς συνόδευσαν άπό τούς Καλαρύτες καί πού παρ’ όλο ότι ήταν φορτωμένοι μέ μαχαίρια καί πιστόλες στά σελάχια τους καί είχαν άπό ένα τουφέκι ριγμένο πάνω στούς ώμους τους, ποτέ δέν παραπάτησαν αν καί βαστούσαν τό βάρος ενός άλλου άτόμου. Λίγο γιδόγαλο μέ ψωμί πού φέραμε μαζί μας αποτελεί τό πρόγευμά μας. Τό ετήσιο εισόδημα μιας προβατίνας στά βουνά αύτά ύπολογίζεται ως εξής: δυο πιάστρες γιά τό τυρί καί τό γάλα, τέσσερεις πιάστρες γιά τό αρνί καί μισή πιάστρα γιά τά μαλλιά, από τά οποία καθαρό κέρδος πέντε πιάστρες. Άπό τό μαντρί φτάνουμε στο Ματσούκι σέ δυο ώρες, τό άφήνουμε στις 5 μ.μ. καί σέ 2 ½ ώρες επιστρέφουμε στούς Καλαρύτες. Τόσο απότομη είναι ή βόρεια πλευρά τού λόφου τού Ματσουκιού ώστε μάς παίρνει περισσότερο χρόνο νά κατεβούμε παρά άπ’ όσο χρόνο χρειαστήκαμε χθές νά άνεβούμε……” (Πηγή William Martin Leake, Travels in Northern Greece, I-IV, Λονδίνο 1835, σε μετάφραση του Π. Καραγιώργου όπως δημοσιεύτηκε στην Ηπειρωτική Εστία , τχ. 237-238, 1972)

Στη φωτογραφία του 1937, ο Απόστολος Βερτόδουλος και ο Κλέαρχος Στάρας, πιο σύγχρονοι ορειβάτες, που υπήρξαν από τους πρωτεργάτες του Ορειβατικού Συλλόγου Ιωαννίνων, στην κορυφή των Τζουμέρκων Κακαρδίτσα, σε ύψος 2.469 μ. (Φωτο Α. Βερτόδουλος) 

Δημοσιεύθηκε στη Περιηγητές που πέρασαν από την Άρτα | Σχολιάστε