ΤΑ ΚΕΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑΣ

————————-
“Τά κατά τήν ανατολικήν πλευράν τής αυλής σωζόμενα κελλιά κατωκούντο άλλοτε υπό αθλίων τινών καί πιναρών οικογενειών γύφτων, αίτινες απεμακρύνθησαν πρό τινων ετών, ότε ανελήφθη υπό τής Διευθύνσεως Αναστηλώσεων τού Υπουργείου Παιδείας ή αποκατάστασις τών ειρημένων κελλιών. Καταλαμβάνουσι δε τά κελλιά επιμήκη ορθογώνιον χώρον (73χ5,80 μ.) καλυπτόμενον διά συνεχούς ημικυκυλινδρικής καμάρας, διηρημένης δι’ εγκαρσίων, παραλλήλων διαχωρισμάτων, πάχους 0,60 μ. είς 16 έν όλω διαμερίσματα…….”

Στη φωτογραφία “Άποψις τών κελλίων καί τής Τραπέζης πρό τών εργασιών αναστηλώσεως τό 1917”
(Πηγή φωτογραφίας & σχολίου : Η ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΤΗΣ, Α. Ορλάνδος, Εν Αθήναις, 1963)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ – Ο ΔΡΑΚΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΓΙΟΡΙΤΣΑΣ

—————————
“Κάτω άπό τόν τόπο πού χτιζόταν ή έκκλησιά τής Παναγιάς τής Παργιορίτσας, ήταν μιά βαθιά σπηλιά πού μέσα της κατοικούσε άπό τά παλιά τά χρόνια ένας γέρος δράκοντας. Ό δράκοντας αύτός δέν πίστευε στό Χριστό άλλά στούς παλιούς θεούς. “Οταν άρχισε πάνω άπό τή σπηλιά του τό χτίσιμο τής εκκλησίας ό δράκοντας θύμωσε καί κάθε βράδυ κουνούσε τόν τόπο καί γκρέμιζε ό,τι χτιζόταν τή μέρα. Τότε ή βασίλισσα κάλεσε όλους τούς διάκους καί τούς παπάδες καί τούς δεσποτάδες καί πρώτο τόν άρχιδεσπότη καί τούς διάταξε νά λειτουργούν μέρα καί νύχτα πάνω άπό τή σπηλιά. Είχαν περάσει σαράντα μέρες καί σαράντα νύχτες πού λειτουργούσαν, όταν μέ τό πέρασμά τους άκούστηκε ένας μεγάλος κρότος, πού ό άχός του άντιλάλησε στά γύρω βουνά καί ό δράκος, σκίζοντας τή γή, έφυγε άπό τή σπηλιά του. Τράβηξε κατά τόν κάμπο καί, άφού μέ τό πέρασμά του γκρέμισε τήν έκκλησιά τής Παντάνασσας πού ήταν άπό χρόνια άλειτούργητη, κρύφτηκε μέσα στίς σπηλιές πού είναι πάνω άπό τήν έκκλησιά τού Άι-Γιωργιού στό Λούρο. Ό Άι Γιώργης όμως θύμωσε, άνέβηκε στό άσπρο άλογό του καί μέ τό κοντάρι στό χέρι του τόν κυνήγησε. Ό δράκοντας, γιά νά γλυτώσει τρύπησε τό βουνό, πού είναι πάνω άπό τό ποτάμι τοΰ Λούρου. Δέν ήξερε όμως καλά τόν τόπο, γιατί κάτω άπό τό ποτάμι κόχλαζε τό νερό πού περνούσε άπό τό μεγάλο φαράγγι καί πέφτοντας πνίγηκε. Ή δρακότρυπα αύτή σώζεται μέχρι σήμερα καί τή βλέπει κανένας πάνω στό βουνό τοΰ Άι-Γιωργιοΰ, στό δεξί μέρος καθώς άνεβαίνει πρός τά Γιάννενα.”
(Πηγή : Άρθρο του Ε. Πατσαλιά στο Περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, τχ. 85,1995)

Στη μοναδική φωτογραφία του 1917 “ Άποψις του νεώτερου καθολικού της Παρηγορήτισσας από την ΒΑ”, μια πλευρά που σπάνια απεικονίζεται σε φωτογραφίες. (Πηγή : Η ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΤΗΣ, Α. Ορλάνδος, Εν Αθήναις, 1963)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

Γραφικοί γέροντας στα Πράμαντα

Γραφικοί γέροντας στα Πράμαντα. Από αριστερά : Κώστας Σιαπλαούρας, Χρήστος Μολώνης, Χαράλαμπος Βάνας και Γιώργος Ζαχαρής Μολώνης. Η φωτογραφία είναι του Α. Βερτόδουλου από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννενα, 1995.

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Απογραφική Κατάσταση των χωριών στα Τζουμέρκα το 1940

Απογραφική Κατάσταση των χωριών στα Τζουμέρκα το 1940. (Πηγή : ΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΟΧΩΡΙΑ, Σ. Φίλου, Αθήνα, 2000)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Χάρτης των Τζουμέρκων -Έκδοση Ηπειρωτικής Εστίας, 1960

Δημοσιεύθηκε στη Χάρτες, χαρακτικά και γκραβούρες | Σχολιάστε

Β’ Δημοτικό Σχολείο Άρτης 

———-

Β’ Δημοτικό Σχολείο Άρτης – Δάσκαλος Κων/νος Κοκκίνης. Μπορείτε να διαβάσετε όλα τα ονόματα στο πρώτο & δεύτερο σχόλιο. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς) 

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

ΤΑ ΧΤΗΡΙΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ – OI ΓΡΕΒΙΕΣ

————————-
“Σε πολλά μέρη του χωριού, στις άκρες των χωραφιών ή κοντά στα σημερινά σπίτια, υπάρχουν οι γρέβιες, δηλ. σπίτια μισογκρεμισμένα, ακατοίκητα ή τελείως γκρεμισμένα, όπου στους σωρούς των λιθαριών μαζεύονται φίδια και σαύρες και βλέπουμε συχνά τα «φιδοπ(ου)κάμ(ι)σα». Αλλού σώζεται μόνο ο σπιτότοπος με το πλακόστρωτο ή το δάπεδο που ήταν το κατώι και το στρωτό του σπιτιού. Εκεί ολόγυρα βρίσκονται πολλές φορές χωμένα στη γη, οικιακά σκεύη καζάνια, κακάβια, τεψιά, τεντζερέδες. Ποιος ξέρει γιατί είχαν φύγει οι κάτοικοι και δεν ξαναγύρισαν! Προφανώς διωγμοί από Τούρκους και Αρβανίτες ή πολεμικά γεγονότα τους ξεσπίτωσαν και τους κατέστρεψαν στην ξενιτειά. Σε πολλά τέτοια χαλάσματα ή ακατοίκητα σπίτια διηγούνται ότι έγιναν φόνοι και, όταν περνάη κανείς μόνος του τη νύχτα ή το μεσημέρι, ακούει να σκούζη το αίμα και ανατριχιάζει από το φόβο. Στο σπίτι του Μάνου ανάμεσα στην Παγώνα και την Πίτριτση, λησταί είχαν σκοτώσει με βασανιστήρια τον νοικοκύρη που ήθελαν να τους μαρτυρήση που έχει κρυμμένα τα χρήματά του. Παιδάκια περνούσαμε από εκεί τη νύχτα με την ψυχή στο στόμα, γιατί εφανταζόμαστε ότι ακούγαμε τον πεθαμένο να βογγάη. Για τον ίδιο και άλλους λόγους βρίσκονται κρυμμένα σε διάφορα μέρη λαήνια ή στάμνες ή τσουκάλια άδεια ή γεμάτα με νομίσματα που συνδέονται με τις διηγήσεις για την ανακάλυψη κρυμμένου θησαυρού. Όποιος ονειρευτεί τρεις νύχτες συνέχεια ότι βρίσκει βλισίδι, πρέπει να πάει στο μέρος που είδε και μαζί με εκείνον που είδε ότι ήταν μαζί και να σκάψουν. Αν δεν πάρη και τον άλλον το εύρημα θα γίνει φίδια ή νερό. Κοντά στον Άι-Νικόλα στη Λάψανα, ένας έσκαψε και είδε το καζάνι με τις λίρες και μόλις άπλωσε το χέρι του και τράβηξε το χερούλι, το καζάνι βούλιαξε και βγήκε νερό που βγαίνει και σήμερα σαν πηγή…..”
(Πηγή : Άρθρο με τίτλο ΤΑ ΧΤΗΡΙΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ, Κ. Διαμάντης, Αιξώνη, Τόμος Δ’, τχ. 37-38, 1954 – Οι τοποθεσίες που αναφέρονται είναι στο χωριό Νησίστα των Τζουμέρκων)

Στη φωτογραφία “Εγκαταλελειμμένο σπίτι σε χωριό των Τζουμέρκων” (Φωτο από το διαδίκτυο)

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

TO ΣΤΗΣΙΜΟ ΤΗΣ ΚΑΛΥΒΑΣ – ΚΑΛΥΒΟΣΠΙΤΟ

—————————–
“Το στήσιμο της σουρλωτής αχυρένιας καλύβας ήταν έργο εύκολο και γρήγορο γι’ αυτούς που ήξεραν τη δουλειά. Αν υπήρχαν τα υλικά, μέσα σε μια μέρα στήναν και μια καλύβα. Και τα υλικά ήταν καλάμια, ψαθί και σύρμα. Το μέρος λοιπόν που θα στήνονταν η καλύβα καθαριζόταν καλά και στο κέντρο, που είχε σχήμα μεγάλου αλωνιού, έμπηχναν ένα μικρό παλούκι, αφού προηγουμένως μετρούσαν με τα πόδια τη διάμετρο του κύκλου. Για να στεγαστεί μια οικογένεια 8-10 ατόμων έπρεπε να είναι 10-15 πόδια η διάμετρος. Μετά δέναν το ένα άκρο της τριχιάς από το μπηγμένο παλούκι και από τ’ άλλο άκρο μ’ένα ξυλαράκι σημάδευαν τη γραμμή του κύκλου με την τριχιά τεντωμένη.
Σ’ όλον τον κύκλο και σε απόσταση μισό μέτρο περίπου έμπηχναν στο έδαφος χοντρά καλάμια ύψους 3 μέτρων. Ένα συνηθισμένο καλύβι ήθελε 25-30 καλάμια για να καλύψουν μια περίμετρο 30 περίπου μέτρων. Τα μπηγμένα καλάμια τα λύγιζαν και τα ένωναν στην κορυφή και τα έδεναν. Κατ’ ανάλογες αποστάσεις έδεναν καλάμια και οριζόντια, κι έτσι ήταν έτοιμος ο σκελετός. Μετά γινόταν το σκέπασμα με χοντρό ψαθί που βοηθούσαν και οι γυναίκες.
Κάθε χειρόβολο ψαθιού απλώνονταν και τοποθετούνταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε κάθε χειρόβολο να καλύπτει τις κορυφές του προηγούμενου, για να διώχνουν τα νερά της βροχής προς τα έξω, και να πέφτουν στο αυλάκι που ήταν σκαμμένο γύρω-γύρω από το καλύβι. Το ψαθί το στερέωναν απ΄έξω και μ΄άλλα οριζόντια καλάμια ( ζωστάρια τα λέγαν) που τα δέναν και με τ΄απομέσα με σύρμα. Το δάπεδο το επίστρωναν με γλίνα. Και μια γωνιά δίπλα στην πόρτα. Όλα τα μέλη τρώγαν γύρω-γύρω απ’ τη γωνιά σταυροπόδι και ο ύπνος στρωματσάδα. Την πόρτα τη φτιάχναν από τη νότια πλευρά και την κατασκεύαζαν ως εξής : από τις δυο μεριές της πόρτας έμπηχναν από ένα ξύλινο παλούκι (ορθάρια). Η πόρτα γινόταν ή από καλά λουριά ή από ακατέργαστες σανίδες.” (Πηγή : ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΒΙΩΜΑΤΑ, Π. Σκουτέλας, Αθήνα, 2006)

Στη φωτογραφία “Καλυβόσπιτο στον κάμπο της Άρτας” (Φωτο από αρχείο Β. Γκανιάτσα) Μπορείτε μα διαβάσετε για τον Καναρά , την Θοδωριανίτικη παροικία στη Φανερωμένη της ‘Άρτας στο λινκ https://www.facebook.com/doxesagira…/posts/115340713868714

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

ΞΥΛΟΓΕΦΥΡΟ Ή ΛΕΙΑΣΑ ΣΤΑ ΡΕΤΣΙΑΝΑ

———————-
“Λειάσα (ή) κρεμαστό γεφύρι ύπεράνω ποταμού στερεωμένον εις τας δύο όχθας εις βράχους ή βαθύρριζα δένδρα κλπ. Κατασκευάζεται δε ή λειάσα ώς έξής: Καθ’ όλον το πλάτος τού ποταμού τοποθετούνται εναερίως εις ύψος ποικίλον από 4 ή 5 μ. μέχρι 10 μ. υπεράνω τής στάθμης τού ύδατος ακέραιοι (ατεμάχιστοι) κορμοί δένδρων προσδεδεμένοι εις τας όχθας με συρματόσχοινα. Εγκαρσίου προς τούς επιμήκεις κορμούς στερεώνονται μικράς διαμέτρου κορμίδια ή κλάδοι και η όλη κατασκευή περιτυλίσσεται με ευλύγιστους κλώνους. Το πλάτος της κατασκευαζομένης κατ’ αυτόν τον τρόπον γέφυρας είναι ολιγώτερον τού μέτρου. Επί των εκατέρωθεν πλευρών τής λειάσας στερεώνονται όρθιοι κλάδοι, συνδεόμενοι μεταξύ των κατά το ανώτερον άκρον δι’ άλλων κλάδων, δημιουργούμενου έτσι είδους παραπέτου. Το σύστημα δύναται να ανθέξη εις βάρος 100 κιλών περίπου, ώστε μόνον ένας διαβάτης δύναται εκάστοτε να περάση, ενώ ολόκληρος η λειάσα κατά την διάβασιν ταλαντεύεται κατά την έννοιαν της κατακορύφου.” (Πηγή : ΔΑΣΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Π. Γρίσπου, Ηπειρωτική Εστία, τχ. 219-220, 1970)

Στη φωτογραφία του Σπ. Μελετζή, “Ξυλογέφυρο στα Ρετσιανά Άρτας, 1937”
(Πηγή : ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 121, 1986) 

Δημοσιεύθηκε στη Τα Ραδοβίζια και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

————————–
“Τα κρεμασμένα χάλκινα κουδούνια (τα «κυπριά» = τα χάλκινα) στην αρχή της αγοράς, σε χαλκοματάδικο κοντά στην πλατεία «Κιλκίς», δηλώνουν αμέσως το πολυθόρυβον τής οδού Σκουφά, σέ όλο της το μήκος, όπου κυριαρχούσε ό θόρυβος από τα συνεχή σφυροκοπήματα της πληθώρας των χαλκοματάδων και καλατζήδων όπως τους λέγανε τότε. Ακολουθούσαν οι φωνές των πωλητών. («Κοκορέτς’ και ωραίο σπληνάντερο» φώναζε, γύρω στις δέκα το πρωί ο πλανόδιος και αεικίνητος πωλητής σ’ αυτή την ανυποψίαστη εποχή, ο οποίος διέσχιζε πάνω-κάτω την κεντρική αρτηρία της πόλης κρατώντας μάχαιραν με την δεξιάν χείρα και υπερυψώνοντας με την αριστεράν τη σούβλα και το οφιοειδές σ’ αυτή παρασκεύασμα δίκην τροπαίου το οποίο πωλούσε -μπονόρα σχεδόν- με το κομματάκι, σέ μικρό λαδόχαρτο). Συχνά διασταυρώνονταν η φωνή του μ’ εκείνη του ιχθυοπώλη Ζώη που διαλαλούσε: «Ψάρια Λογαρίσια-βιβαρίσια» καποσάνθες κ.ά. όντας συνεχώς όρθιος δίπλα στον πάγκο του μαγαζιού του με τον «βαρύγδουπο» τίτλο της ταμπέλας: «Το πεπρωμένον φυγείν άδύνατον». ’Ακολουθούσε ή συνυπήρχε η φωνή του τελάλη, δημοτικού υπαλλήλου τότε, φωνή Στέντορος: «Άααα-κούσατε Κύριοι!…». Επίσης, κορναρίσματα «άγοραίων» αυτοκινήτων «μπουικ» πού διέθεταν «κλάξον», το οποίο δεν διέφερε στην εμφάνιση και τόσο πολύ απ’ τις κορνέτες της φιλαρμονικής του «Σκουφά» με προεξάρχον σ’ αυτή το ισχυρό «μπάσο» του Αλκίδα σε μέρες εορταστικών παρελάσεων, όπου μόνο η σφυρίχτρα του Δερδεράκη και τα βροντώδη «εν-δυο» του Χαλκιά το συναγωνίζονταν. Τέλος, τα υπό μορφήν πρόσκλησης πελατών, ρυθμικά χτυπήματα που προκαλούσαν ταχυδακτυλουργικά κινούμενες οι βούρτσες των υπαίθριων και σε σειρά παρατεταγμένων στιλβωτών, σε αντίθεση με την σιωπηρή σοβαρότητα του κεντρικού μεγάλου Στιλβωτηρίου της, τότε, όπως λέγανε, … «Άρχουσας Τάξης» προς την οποία φαίνεται να απευθυνόταν και μια μεγαλογράμματη επιγραφή του μαγαζιού: «Μηδενί συμφορά όνειδίσης. Ή γάρ τύχη κοινή και το μέλλον αόρατον». Κι’ όλοι αυτοί οι θόρυβοι στον κεντρικό δρόμο της πόλης, ανάμεσα από ένα πλήθος κόσμου κάθε λογής· άστούς με σκληρά γλουτοειδή καπέλα, «πολύτιμα μπαστούνια μ ’ ασήμι», γκέτες, λουστρίνια παπούτσια ή λευκά με στουπέτσ’ παπιόν και μεταξωτά κασκόλ, ορεσίβιους με στραβά το φέσι και γκλίτσες, αξιωματικούς με σπιρουνάτες μπότες και μαστίγιο στο χέρι, με το οποίο και τις χτυπούσαν κατά τακτά διαστήματα, διακονιάρηδες, τσακνούδισσες μέ προσανάμματα και δαδί και καμπίσιους με ζωντανές κότες ή με φοράδες που στα καπούλια τους ακουμπούσαν φρέσκες ζαραγάνες, καμπίσιους αγροφύλακες και παπάδες. Κάρα, πολλά κάρα, και κόσμος πολύς σε διαρκή κίνηση ή χάσκοντες όπως Άγγλοι περιηγητές ( με κάσκα και φωτογραφικές μηχανές χιαστί κρεμασμένες. Δύο-τρία γιώτα-χι με ζελατίνες αντί για γυάλινα τζάμια και φορτηγά με τσουβάλια ή κολόνες πάγου αλλά και… προικιά. Έπρεπε να «περάσουν» κι’ αυτά λίγο πριν απ’ το γάμο, από τούτον τον κεντρικό, ένα και μοναδικό, δρόμο για να τα δουν όλοι και, από τα γεμάτα λουλούδια και κόσμο στα μπαλκόνια, να τους ρίξουν ρύζι, ροδοπέταλα ή λεμονανθούς. Να δουν μπαούλα, γιούκια, φλοκάτες, μαντανίες, καραμελωτές, στρωσίδια, λαβομάνα, μαγκάλια και «δοχεία νυκτός», νταμζάνες, κούκμες, τετζερέδια, κουνουπιέρες, τρόμπες για φλιτ, κλουβιά φαγητού, ραπτομηχανές Σίγκερ και τόσα ακόμη… Η «παρέλαση» αυτή γινόταν συνηθέστατα το απόγευμα σ’ ένα δρόμο τελείως διαφοροποιημένο απ’ εκείνον των πρωινών ωρών ένα δρόμο πέρα για πέρα άστικοποιημένο πιά. Σ ’ αυτόν ξεκάμπιζαν και οι κυρίες με τα καπελίνα, ενώ προηγούνταν οι οικιακές βοηθοί φορώντας ψηλό λευκό σκούφο και ωθώντας καμαρωτά το αμαξάκι με το «νεογέννητο» που είχε ήδη σαραντίσει. Είχε προηγηθεί η καταβρεχτήρα του Στρατή, που έκανε το δρόμο φρέσκο και λαμπερό, όπως και τα πεζοδρόμια, όπου οι Εστιάτορες (του «Αεροπλάνου» και άλλοι) τοποθετούσαν τα τραπεζάκια με τα ολόλευκα (κριτσαν’ στά) τραπεζομάντηλα και τους «καλόγερους για να κρεμούν τα παγιασόν (πλατύγυρα ψαθάκια) τύπου Μωρίς Σεβαλιέ….. (Πηγή Άρθρο του Γ. Μ. Καρατσώλη στο περιοδικο ΣΚΟΥΦΑΣ, τχ. 97, 2004)

Στη φωτογραφία του 1934 “Το μανάβικο του Αχιλλέα Κολοβή, στη Σκουφά απέναντι από τον Κακαβά”. (Η φωτο δημοσιεύτηκε από τον Φώτη Κατσαράμπη στην ομάδα Παλιές Φωτογραφίες Άρτας)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε