Ξενοφών Γιώτης

Από τους πιο καλούς σουτέρ, με τρομερό δεξί πρώτα στον ΑΕΤΟ και μετά στην ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, από το 1953 μέχρι το 1993. Δυστυχώς έφυγε νέος…… (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

Στους Ταμπακιάδες…..

Παράθυρο σπιτιού στους Ταμπακιάδες…. (Φωτογραφία : Γιάννης Λαζάρου)

Δημοσιεύθηκε στη Ό,τι έχει απομείνει απ’ την Άρτα του χτες….. | Σχολιάστε

Ο Άγιος Κωνσταντίνος στην Καμπή

Η εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου & Ελένης στην Καμπή Άρτης, την δεκαετία του ’60. (Φωτο από συλλογή Κ.Κ.)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

Στο Δημαρχείο Άρτης

Το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αρταίων επί Δημαρχείας Ι. Παπαβασιλείου, στην τιμητική εκδήλωση για τον Αλέξανδρο Ζάρα, πριν την τελετή των εγκαινίων του Νοσοκομείου Άρτης. Διακρίνονται από αριστερά : Πρόδρομος Ασλανίδης (όρθιος), Ιωάννης Παπαβασιλείου, Αλέξανδρος Ζάρας, Αγαθοκλής Σαρδελής (είχε το πρώτο βεντζινάδικο στο Μουχούστι).

Όρθιοι : Δημήτρης Μ. Αλίβερτης, Λέανδρος Παπακίτσος, Ιωάννης Μπάφας, Νικόλαος Κοσσυβάκης (δικηγόρος), Γεώργιος Κεχαγιάς, άγνωστος, Νίκος Χ. Καραβασίλης, Θωμάς Μεθόδιος (κατάστημα υποδημάτων), Άρης Βενέτης (χειρούργος), Ευαγόρας Ζώγγος (δικηγόρος), …. Γιαννάκης (είχε τον φούρνο στην οδό Παντοκράτορα) και Ευάγγελος Μαργώνης (κομμωτής). (Φωτο από αρχείο Λ. Ασλανίδη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Μια ενδιαφέρουσα μελέτη του ΕΜΠ μετά τον σεισμό του 1967

Μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1967 και λόγω της ανάγκης “επειγούσης ενάρξεως του Προγράμματος αποκαταστάσεως του πληγέντος πληθυσμού, ήδη από της 24ης Μαίου 1967 ο κ. Υπουργός Κοινωνικής Προνοίας είχε θέσει εις την διάθεσιν του Σπουδαστηρίου Πολεοδομικών Ερευνών του ΕΜΠ, τα αναγκαία μέσα διά την έναρξιν της μελέτης….”. Από την μελέτη αυτή επιλέξαμε κάποια στοιχεία που αφορούν κυρίως την περιοχή της Άρτας, ένα μέρος των οποίων παρουσιάζουμε σήμερα….

Στη φωτογραφία το εξώφυλλο της μελέτης που αποτελείται από 180 σελίδες μεγέθους 0,65 χ 0,45.

Πίνακες που αναφέρουν εν περιλήψει την σεισμική ιστορία της περιοχής της Ηπείρου.

Οι περιοχές της Ηπείρου και Θεσσαλίας που επλήγησαν από τον σεισμό του 1967.

Η περιοχή του νομού Άρτης που επλήγη από τον σεισμό. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν συνοικισμοί που σήμερα είναι σχεδόν άγνωστοι στο ευρύ κοινό όπως Ζαλούχος, Αλώνιο, Βατάτσιον, Μπουκόριον, Τελήσιον κ.α.

Ένας από τους πολλούς στατιστικούς πίνακες της μελέτης. Ο συγκεκριμένος καταδεικνύει την κατανομή των αιγοπροβάτων ανά κοινότητα στην περιοχή της Άρτας. Ολόκληρος ο κύκλος ισοδυναμεί με 500 αιγοπρόβατα.

Οι Μελισσουργοί της Άρτας μετά τον σεισμό, όπως αποτυπώνονται με διαδοχικές φωτογραφίες στην μελέτη.

Κι εδώ η περιοχή του Βουργαρελίου Άρτης (τότε Δροσοπηγή) αμέσως μετά τον σεισμό του 1967.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Οδός Αγίου Κωνσταντίνου

Πίνακας της Ελένης Ματσούκα – Βαφιά που απεικονίζει μια ακόμη πλευρά της πόλης που έχει χαθεί : την οδό Αγίου Κωνσταντίνου το 1979, λίγο μετά την ανακάλυψη του “Μικρού Θεάτρου της Αμβρακίας”. Η ανασκαφική έρευνα του θεάτρου είχε ξεκινήσει με αφορμή την εκσκαφή θεμελίων για την ανέγερση νέας οικοδομής και έγινε το 1976 από τον αρχαιολόγο της Εφορείας κ. Ηλία Ανδρέου. 

Το κίτρινο σπίτι στον πίνακα ήταν το πατρικό σπίτι της ζωγράφου και δίπλα διακρίνεται το σπίτι του ζωγράφου Γιάννη Μόραλη. (Η φωτογραφία είναι από τη συλλογή της κ. Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινοί ζωγράφοι και η Άρτα | Σχολιάστε

Ο Καταρράκτης των Τζουμέρκων

Ο μεγάλος καταρράκτης των Τζουμέρκων που έδωσε τ’ όνομάτου στο όμορφο χωριό “Καταρράκτη”, ύψους 120 μέτρων, σε φωτογραφία του Βασίλη Γκανιάτσα. (Πηγή : ΟΙ ΝΟΜΑΔΕΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΙ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ, Ν. Καρατζένης, Άρτα, 1991)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Έλληνες Βοσκοί στα Τζουμέρκα!

Σκίτσο που απεικονίζει Έλληνες βοσκούς στα Τζουμέρκα (Dzoumerka) από το βιβλίο του Marius Bernard  με τίτλο “Autour de la Méditerranée. l’Autriche et la Grèce. De Venise à Salonique” που εκδόθηκε στο Παρίσι, 1894 – 1902. Η εικονογράφηση είναι του Henri Avelot.

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Οι τσελιγκάδες του Καταρράκτη…

“……Σε 10.000 ανέρχονταν ο αριθμός των αιγοπροβάτων του χωριού στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, σε 12.000 περίπου ως τα προπολεμικά χρόνια, ενώ σήμερα (1990) έχουν μείνει γύρω στις 3.500 κεφάλια που εξακολουθούν τον πατροπαράδοτο νομαδισμό.

Έξι ήταν οι μεγάλες στρούγκες στα Καταρραχτιώτικα στανοτόπια. Το Γερνοβούνι που “έτρωγε” 500 γιδοπρόβατα κι είχε για στερφοτόπι το Κομμένο, η Μπρέσιανη με δυο στρούγκες “έτρωγε” 1.500 κι είχε την Πλάκα για στερφοτόπι, ο Αρκουδόλακος που χωρούσε 300 γιδοπρόβατα, το Αγκάθι 1.000 με ζγουροτόπι το Μπαρτζώκα, οι Σιέσιες που “έτρωγαν ” 500 και το Λιμπούσιο 400. Τα Καταραχτιώτικα βοσκοτόπια είναι ημεράδια, “φωτιά” καθώς μου είπε ο Πραμαντιώτης γεροτσέλιγκας Ν. Δ. Καρατζένης, που “βόσκησε” χρόνια το Γερνοβούνι. Είναι τα πιο “ψηλά” ξεκαλοκαιριά στα Τζουμέρκα. Το Γερνοβούνι έχει υψόμετρο 2.211 μ., το Αγκάθι 2.393, η Μπρέσιανη 2.398 μ. Παρά την ημεράδα τους όμως είναι αφιλόξενα για ανθρώπους και ζωντανά. Όλα εκτός από το Αγκάθι και το Γερνοβούνι είναι αδιάβατα στα μουλάρια γι’ αυτό το ψωμί, το αλάτι, τα ξύλα και γενικά τα εφόδια των κτηνοτρόφων τ’ ανέβαζαν κι εξακολουθούν να τ ́ ανεβάζουν στ’ ακροκόρφια οι γυναίκες των κτηνοτρόφων ζαλικωμένες, οι οποίες κατεβάζουν πάλι φορτωμένες το τυρί ακροπατώντας σε φιλόστριφτα μονοπάτια με κίνδυνο να βρεθούν στο κενό σαν γλιστρήσουν. Η σκάλα του Σταμάτη θυμίζει το χαμό ενός άτυχου κτηνοτρόφου που γκρεμίστηκε στο αβυσσαλέο χάος.

Διψασμένο είναι το Καταρραχτιώτικο βιός στη Μπρέσιανη. Τα χιονομαζώματα και τα σταλάματά τους ξεδιψούν ανθρώπους και ζωντανά, όσο υπάρχουν μέσα στις χούνες και στα καύκαλα των βράχων. Σαν λιγνέψουν τα χιόνια, οι νομάδες κατεβάζουν τα πρόβατα στο Γερνοβούνι μια φορά τη βδομάδα να “ξεσκαρφιάσουν”. Εκτός απ’ τη μαρτυρική δίψα ανθρώπων και ζωντανών, στ’ απότομα γκρεμοστέφανα χάνουν τη ζωή τους κάθε καλοκαίρι 50 πρόβατα από κάθε στάνη καθώς ξακριάζονται στα κρεμάσματα γυρεύοντας παστρικό χορτάρι ή καθώς τα “παίρνουν σβάρα” ριζιμιά γκρεμολίθια που ξεκόβονται από τις μαχαιρωτές ορθοπλαγιές. Η σκληράδα του τοπίου δεν επέτρεπε την εγκατάσταση τυροκομείου στα Καταρραχτιώτικα βοσκοτόπια. Μόνο στο Αγκάθι έμπαινε γαλατάς κι όσοι “δύνονταν” έφερναν κουβαλητό το γάλα εκεί.

Όσο κακοτράχαλα είναι τα ψηλώματα του χωριού, τόσο γελούμενα είναι τα ριζά του με τις απέραντες πλασιές και τις αμέτρητες ανάβρες τους. 5 στρούγκες γίνονταν στα Καλοκαιρά, 5 στο Μαυροσπήλι, 3 στο Γκριμπετζόραχο και 4 στα Λιβάδια. Η Κερασιά, το Μέγα Χωράφι, ο Τσόμπολος, η Βακούφικη στρούγκα, η στρούγκα του Κατσαρού είναι οι πιο φημισμένες. Οι νομάδες κτηνοτρόφοι έκαναν “δυο μεταφορές”, είχαν δυο “οδύσσειες”. Από τα χειμαδιά έρχονταν στα “ριζά” όπου έμεναν μέχρι 26 θεριστή και στη συνέχεια “φόρτωναν” πάλι για τις ορεινές στρούγκες.

Οι Καταρραχτιώτες τσελιγκάδες που μνημονεύονται στο χωριό είναι: Ο Νάσιος Γ. Γιώτης που ξεχείμαζε στο Ξηρόμερο, το Τσιάμικο και στον κάμπο της Άρτας, τ’ αδέρφια Γώγος και Μήτσος Μακρυγιάννης, οι Τζαμακαίοι, ο Καρανάσιος Κοκκινέλης, ο Βαγγέλης Σαλαμούρας, ο Γιώργος και Μήτσος Κατσιούλας, οι Κρουπαίοι που ήρθαν από το Σούλι, οι Καρεζαίοι από τους Καλαρρύτες, ο Μήτσος και Βαγγέλης Σκούτας, οι Σκαμπαρδωναίοι που ήταν “σκηνίτες” Σαρακατσαναίοι.

Ο Νάσιος Γιώτης “έφκιασε” πάνω από 1.000 κεφάλια γιδοπρόβατα, και τα τελάλισε. Η φήμη του ήταν μεγάλη σ’ όλον τον κτηνοτροφικό κόσμο της Ηπείρου γι’ αυτό το 1920 οι κτηνοτρόφοι της, τον “έβγαλαν “πρόεδρό τους. Αργότερα στην Αθήνα έγινε ένα γενικό συνέδριο των κτηνοτρόφων της Ελλάδας με ευθύνη του υπουργείου Γεωργίας. Στο συνέδριο αυτό ο Νάσιος Γιώτης απευθυνόμενος στον υπουργό γεωργίας είπε: “Το τομάρι των κτηνοτρόφων είναι το πιο φθηνότερο, διότι δεν έχει ληφθεί καμιά προστασία. Οι κτηνοτρόφοι ζουν σε απόγνωση από το έτος 1923 και 1924. Όταν ήρθαν οι πρόσφυγες τα καλύτερα λιβάδια το κράτος τα έδωσε στους πρόσφυγες να τους αποκαταστήσει. Μετά, από την κτηνοτροφία περιμένουν να ζήσουν τόσοι και τόσοι. Περνώντας ο διαβάτης από το καλύβι του κτηνοτρόφου θέλει να φάει και τρώει. Περνάει ο αγροφύλακας το ίδιο, περνάει ο κλέφτης το ίδιο, περνάει ο καπετάνιος με τους χωροφύλακες και αυτοί θα φάνε. Περνάει η αλεπού, από το κοπάδι θέλει να φάει κι αυτή. Περνάει ο αετός, ν’ αρπάξει τ’ αρνί και να είναι τρυφερό. Περνάν οι θεομηνίες, χειμώνας, κρύα, ξηρασία, περνάν τ’ αγρίμια κι αυτός ο φοβερός λύκος από τα πρόβατα περιμένει να φάει και στον κάθε κτηνοτρόφο μένει να φωνάζει δυνατά, να φύγει ο λύκος κι όλα τ’ “αγρίμια” που τον κατατρέχουν. Αλλά μόνο αυτά έχει; Εχει και τη φαμίλια του. Οσο να ξεκονομήσει το ψωμί, του λείπει το αλάτι. Όσο να οικονομήσει το αλάτι, λείπονται τα τσαρούχια….”

Την απόγνωση ενός Καταρραχτιώτη κτηνοτρόφου για τις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν στα καταρραχτιώτικα ξεκαλοκαίρια εκφράζουν τούτες οι σκέψεις: Όσες κυβερνήσεις και αν πέρασαν και τσελιγκάδες ακόμη, δεν προσφέρθηκαν να κάμουν ένα δρόμο κι όταν πηγαινοερχόμαστε στη στάνη κοντεύουμε να γκρεμιστούμε. Ούτε μια στέρνα στο βουνό διότι είναι ξερικό και τόσα πρόβατα υποφέρουν από τη δίψα….. Δε ζητάμε πολλά πράματα. Να ανοιχτεί η σκάλα που λέμε “σκάλα του Σταμάτη” να περνά ένα μουλάρι και να γίνει μια υδατοδεξαμενή να ποτίζουμε τα ζωντανά μας διότι στο βουνό, αν είχε νερό θα ξεκαλοκαίριαζαν σ’ αυτό 2.500 πρόβατα, δηλ. τα διπλάσια από αυτά που έχει σήμερα…”.(Πηγή : ΟΙ ΝΟΜΑΔΕΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΙ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ, Ν. Καρατζένης, Άρτα, 1991)

Στη φωτογραφία από το ίδιο βιβλίο ” Ο Καταρρακτιώτης Γιώργος Κατσιούλης με τα γαλάρια του, κάπου κοντά στη Λιμίνη Άρτης, Απρίλης 1991″.

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

“Η Κουρδοκλίστρα”

“Αν και δεν ξέρω από ποιά σύνθετη λέξη αναπαράγεται η λέξις Κουρδοκλίστρα*, εν τούτοις όμως έτσι την λέγαμε ημείς τότε. Όταν η κάθε μάννα κούμπωνε τα δυό πισινά κουμπιά του καινούργιου ντρίλινου παντελονιού του παιδιού της, αγορασμένο από τους Εβραίους ή από τον Ζάρα ή απ’ τον Λογοθέτη, όταν τούβαζε στραβά στο κεφαλάκι του το μαύρο φέλπινο φεσάκι, παρμένο από τους ίδιους και όταν του έβαζε τα τελατνένια τσαρούχια, αγορασμένα από τον Σώκο ή απ’ τον Τάχο ή απ’ τον Πριτσιλιάγκο ή απ’ τον Τσιλιγιάννη ή απ’ τον Λουκά Ντέτσικα, που έφκιαναν τα πιο γερότερα και μερακλίτικα, στεκόνταν και το καμάρωνε, και με το καμάρωμα αυτό ήταν σαν να του έλεγε : «Και τώρα σε θέλω, να πας στην Κορδοκλίστρα και να τα κάνεις φτύλια».

Σ’ αυτό δεν είχε άδικο. Τα παιδάκια τότε τα είχε κολλήσει μεγάλη μανία και τρανός έρωτας  με την Κορδοκλίστρα. Μόλις έσμιγε το ένα με το άλλο για καλημέρα είχαν «Πάμε στην Κορδοκλίστρα;». Και τραβούσαν τρεχάτα να πιάσουν σειρά απ’ όλες τις συνοικίες. Τί αξία είχαν τα δυο μικρά πεζούλια της σκάλας προς την Παργιορήτσα της πλατείας Σκουφά, μπροστά στη θεόρατη και θεαματική Κουρδοκλίστρα των Αγίων Θεοδώρων; Την ξέρετε; Αρχίζει από την άκρη του δρόμου και τελειώνει δυο, τρία μέτρα προ του ποταμού, που φλυαρεί σκυθρωπός με την αφάγωτη όχθη του…… Κατακόρυφος με μήκος 20 – 25 μέτρων. Λευκή και γιαλυστερή από το τρίψιμο των ρούχων. Προς ανατολάς βλέπει κανείς τον ναόν  των Αγίων Θεοδώρων με φόντο τον γαλάζιο ουρανό. Προς Δυσμάς το αχανές οικόπεδο του ποταμού με τα κάτασπρα χαλικάκια και με τις αιώνιες ρίζες και ξυλαράκια, απομεινάρια κάποιας μεγάλης κατεβασιάς. Ολίγο προς τα πέρα τα καταπράσινα χωριά της Γρεμμενίτσης  και των Βλαχερνών που οι μαγευτικές ραχούλες φαίνονται σαν να φιλούνε το ιστορικό Γρίμποβο. Βορείως βλέπει κανείς το ονειρώδες στόμιο ή την ελικοειδή τροχιά που διαγράφει ο Άραχθος κατερχόμενος από το Θεοτοκιό. Και Ν.Δ. φαίνεται η σιλουέττα του Ριζόκαστρου και του ιστορικού φρουρίο, που κάτωθεν αυτών φεύγει το ποτάμι με σχήμα ταχέως ερπομένου φειδιού για να φτάση το Γεφύρι και να τραβήξη το αιώνιο δρομολόγιό του….

Μπροστά σ’ αυτή τη θέα, τί λεφτά κάνουν τα τσαρούχια και τί παράδες τα ρούχα; Την ομορφιά την χορταίνει κανείς, αλλά τον ίλιγγο της ταχύτητος;

Και δος του λοιπόν κάτω, και δος του λοιπόν απάνω και πάλι ξαναδόστου. Πότε με το κεφάλι απάνω και ανάσκελα και  πότε με το κεφάλι κάτω και μπρούμυτα, έως ότου ήρχετο το μοιραίον. Τα καινούργια ντρίλινα ρούχα είχαν τρυπήσει από πίσω και είχαν ξεφτύσει από μπροστά. Οι φούντες των τσαρουχιών είχαν πάρει την άγουσαν και οι φτέρνες φαινόνταν φαγωμένες. Τα μαλακά κοκκαλάκια συνεθλίβοντο, οι τρυφερές σάρκες εκοκκίνιζαν και όλο το σώμα εστολίζετο με τσουχτερές άσπρες καντήλιες. Και μ’ όλα αυτά νομίζετε πως οι λάτρεις της Κορδοκλίστρας απαγοητεύοντο; Κάθε άλλο. Παρ’ όλο το ξύλο που τρώγανε την ίδια βραδυά, την επομένην πρώτοι και καλλίτεροι, μέχρις ότου  πλέον η μαμά επεσκέπτετο τους Εβραίους  για στερεώτερο παντελόνι και για να τους ξαναεπισκεφθή ύστερα από λίγες μέρες…. Αυτόν τον ρόλον έπαιζε τότε η θρυλική αυτή Κορδοκυλίστρα, και αν τυχόν εξακολουθεί και σήμερον την ίδιαν πορείαν, προτείνω εις τον κ. Δήμαρχον να την ανατανάξη διά δυναμίτιδος και να είναι βέβαιος πως θα βγη από τες γυναίκες παμψηφεί Δήμαρχος, ασχέτως αν οι εβραίοι, ο Ζάρας και ο Λογοθέτης κηρύξουν απεργία διαμαρτυρίας….. Αθήναι, Ιούλιος 1930″. (Πηγή : Χρονογράφημα του Θεόδωρου Δ. Ζαχαρή στη εφημερίδα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ,          Άρτα, 4 Αυγούστου 1930)

*Η λέξη “κορδογκυλάω” είναι μια σπάνια, ιδιωματική ή/και λαϊκή λέξη που δεν απαντάται συχνά στη σύγχρονη καθομιλουμένη και δεν περιλαμβάνεται στα βασικά λεξικά της ελληνικής γλώσσας. Ωστόσο, μπορούμε να κάνουμε μια ετυμολογική και νοηματική προσέγγιση: Αν “κορδογκυλάω” λεγόταν για τα παιδιά που κατρακυλούσαν για παιχνίδι σε λείο ή κατηφορικό έδαφος, τότε η λέξη είναι πιθανότατα ιδιωματική ή λαϊκή σύνθεση των εννοιών: “κυλάω” ή “κατρακυλάω” – που σημαίνει κατεβαίνω με κύλιση, τσουλώ. Το πρόθεμα “κορδο-” ίσως είναι παραφθορά του “κατρα-“, ή απλώς προσθήκη για λόγους φωνητικής έμφασης ή ντοπιολαλιάς. Άρα: “Κορδογκυλάω” = κυλιέμαι κάτω για παιχνίδι, τσουλάω το σώμα μου κατρακυλώντας, όπως κάνουν τα παιδιά στις κατηφόρες ή στα χορτάρια.

Στη φωτογραφία “Δυο νεαροί την δεκαετία του ’30 – ίσως τα αδέλφια Γρηγόρης και Τάκης Βαφιάς – ποζάρουν πάνω σε ένα βράχο στις όχθες του Αράχθου ακριβώς κάτω από το εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων. Δίπλα από το εκκλησάκι βρίσκονταν η μεγάλη πλάκα που αναφέρεται στο κείμενο, πάνω στην οποία τα παιδιά ” κορδογκυλούσαν”, παίζοντας…. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της κ. Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε