ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ – ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΣΩΜΑ ΕΛΛΑΔΑΣ

—————-

11-3-1960 :”ΦΙΛΑΘΛΟΙ Σήμερον το απόγευμα, ώρα 3 μ.μ. ο ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ μας αγωνίζεται με την ισχυροτάτην ομάδα του ΛΙΜΕΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ”……

(Φωτο και έρευνα κ. Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Παναμβρακικού | Σχολιάστε

ΟΙ ΤΣΑΡΟΥΧΑΔΕΣ

Τα τσαρούχια είναι δερμάτινα υποδήματα τα οποία κατασκευάζονται από βακέτα. Η βακέτα είναι δέρμα βοοειδών η οποία χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή τσαρουχιών αλλά και άλλων δερμάτινων ειδών. Τα ανδρικά τσαρούχια έχουν μαύρο χρώμα. Τη μύτη τους κοσμεί η μάλλινη συνήθως μαύρη φούντα –υπάρχουν και ελάχιστες περιπτώσεις ανδρικών τσαρουχιών με κόκκινη φούντα – η οποία κατασκευάζεται από πρόβειο μαλλί. Το πέλμα των τσαρουχιών προγκιάζεται για να μη φθείρεται το δέρμα. Τα τσαρούχια συνόδευσαν την ενδυμασία με φουστανέλα, σιαλβάρα και δίμιτο παντελόνι. Τα ίχνη τους χάνονται την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα.
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΤΣΑΡΟΥΧΙΩΝ
1.Ο κατασκευαστής έπαιρνε τη στάμπα όπως ο τσαγκάρης. Το τοποθετούσε σε επιλεγμένο μέρος του δέρματος (τελατίνι) και το έκοβε με το κατάλληλο κοπίδι. Το “τελατίνι” ήταν το δέρμα που έφτιαχναν με ειδική επεξεργασία οι ταμπάκηδες σε απόχρωση κόκκινο ή μαύρο. Το κεντούσαν με τέτοιο τρόπο ώστε γύρω-γύρω, δηλαδή στη φάσα του τσαρουχιού να είναι λουστρίνι.
2. Καθαρισμός και περιποίηση του δέρματος. Συρραφή με το “τσελτέ”, ξύλινο πήχη, σχισμένο, μέσα στον οποίο έμπαιναν τα δέρματα για να στερεωθούν, να ξεραθούν και στη συνέχεια να τα συρράψουν και να τα κεντήσουν. Ακολουθούσε το κέντημα από το οποίο φαινόνταν η μαστοριά του τσαρουχά. Δηλαδή η συρραφή γίνονταν από την ανάποδη όψη του δέρματος και όταν τελείωνε γίνονταν το γύρισμα κι έρχονταν το μέσα έξω. Μετά έβαζε μόνο το δέρμα στο καλαπόδι για να πάρει την κανονική και τελική φόρμα χωρίς να κάνουν κάποια άλλη εργασία. Για να “μπει στο καλαπόδι”, βρέχανε λίγο το δέρμα για να είναι μαλακό. Το αφήνανε στο καλαπόδι 3-4 μέρες κρεμασμένο. Μετά αφού βγάζαν το καλαπόδι τοποθετούσαν τη φούντα. Και στην τοποθέτηση – κούρεμα της φούντας ο τσαρουχάς έδειχνε την τέχνη του. Βάζανε ξανά το τσαρούχι για άλλες 3-4 μέρες στο καλαπόδι και μετά το τσαρούχι ήταν έτοιμο για πέτσωμα. Το γέμισμα (πέτσωμα) ή το έκανε ο ίδιος ο τσαρουχάς αν ήξερε, ή το έκανε ο τσαγκάρης.
Δουλειά του τσαρουχά ήταν ακόμη και η λεγόμενη “φασκιά”. Πρόκειται για λουρίδα 15-20 εκατοστά από δέρμα γουρουνιού και σε μήκος όλο το σώμα του ζώου. Τις πουλούσαν στα καταστήματά τους μαζί με το τελατίνι. Τα αγόραζαν κυρίως οι φτωχοί για να φτιάξουν μόνοι τους τα “γουρουνοτσάρουχα”. Τα λέγανε και “φασκιά” ή “θηλειές”. Ήταν πολύ ελαφρά και δεν γλιστρούσαν ακόμη και στον πάγο. Τα χρησιμοποιούσαν κυρίως οι βοσκοί . Ουσιαστικά με τη φασκιά τύλιγαν όλο το πόδι και στο πάνω μέρος το έραβαν και άνοιγαν τρύπες να το δένουν. Ο τσαρουχάς έφτιαχνε και τα είδη “σαγής” δηλαδή χαιμαλιά, ίγκλες, μπαλτίμια, πανωκάπουλα και ότι έχει σχέση με τα υποζύγια, αλλά και…δερμάτινα σακούλια για τους αγωγιάτες …(Από το βιβλίο ΤΣΑΓΚΑΡΗΔΕΣ-ΡΑΦΤΕΣ-ΚΑΛΑΤΖΗΔΕΣ-ΜΑΡΑΓΚΟΙ Της ΠΛΑΤΑΡΙΑΣ, Χ. Ευαγγέλου, Αθήνα, 2009)

Στη φωτογραφία “Τσαρουχάδικο στο Συρράκο, το 1935 περίπου”. (Φωτ. Αρχείο Κων/νου Ντόντορου. Από το Λεύκωμα του Ι.Ε. Ζιώγα : Συρράκο, ένα ταξίδι στην παράδοση)

Τo teleftaio zebgari tsaruxia pou eftiaxe o teleftaios sirrakiotis tsaruxas pou apeikonizetai sto tsaruxadiko tou sto Sirrako, o Georgios Ntontoros (Σχόλιο Γιώργου Ντόντορου)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Στο Λόφο της Περάνθης…

1935 : Στο Λόφο της Περάνθης. Διακρίνονται από αριστερά : Βασιλική Σακογιάννη, Αλεξάνδρα Κουτσούμπα-Μπανιά, Ρεγγίνα Σακογιάννη-Πατσουράκη, Παναγιώτα Γκίζα- Ασημακοπούλου.(Φωτο από αρχείο κ. Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

ΟΔΟΣ ΑΠΟ ΣΑΛΑΓΟΡΑΣ Ή ΑΝΝΙΝΟΥ ΕΙΣ ΑΡΤΑΝ

————————-

Από Σαλαγόρας μέχρις Άρτας 4 ώραι. Η Σαλαγόρα κειμένη επί του Αμβρακικού κόλπου χρησιμεύει ως επίνειον της Άρτης και Ιωαννίνων. Αυτόθι υπάρχουσι τελωνιακαί αποθήκαι και υγειονομικά καταστήματα, των οποίων υπέρκειται μικρόν τι οχυρόν. Η προς την Άρτας αμαξιτή οδός αρχομένη αυτόθεν είναι όλως πεδινή και διέρχεται δια μέσου των λιμνών Λογαρούς και Τσουκαλιού, και μετά δύω ώρας διέρχεται διά τινος στρατιωτικού σταθμού, κειμένου εκείθεν του χωρίου Ανέζη.Ο σταθμός ούτος καλείται Μετζιδιές και κατέχεται υπό 20-30 οπλιτών. Μεθ’ ετέρας δύω ώρας λήγει εις Άρταν, αφού προηγουμένως διέλθη την επί του ποταμού της Άρτης (Αράχθου) παλαιάν και πολύτοξον λιθόκτιστον γέφυραν.
Η από Αννίνου εις Άρταν οδός, ούσα εύχρηστος μόνον διά πεζούς και φορτηγά ζώα, είναι ομαλή και έχει μήκος 4 ωρών…….
V. ΤΟ ΤΜΗΜΑ ΚΑΜΠΟΥ (ή Μεσσαριάς και Χαλικάδες) 24 χωριά και πληθυσμόν 4615
1. Αλήμπεη 125
2. Ανέζη 200
3. Βίγλα 72
Μπορείτε να δείτε όλα τα υπόλοιπα χωριά του Κάμπου της επαρχίας Άρτης στον πίνακα που ακολουθεί.(Από ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ , Επιτελικό Γραφείο Υπουργείου Στρατιωτικών, Αθήνα, 1880)

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά στον Κάμπο της Άρτας | Σχολιάστε

Άδεια διάβασης γεφυριού της Άρτας

————-

26 Ιανουαρίου 1911: Το έγγραφο, σύμφωνα με το οποίο δίνεται άδεια στον Ιωάννη Μπανιά να διέρχεται από την Γέφυρα της Άρτας για να μεταβεί στο κτήμα του. (Από το αρχείο κ. Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

“Το Τελωνείο και το φυλάκιο της Άρτας απ’ τη μεριά της Γέφυρας”

————–

“Το Τελωνείο και το φυλάκιο της Άρτας απ’ τη μεριά της Γέφυρας” : Φωτογραφία του άλμπουμ 90618 του Σουλτάνου Αμπντουλχαμίτ Β΄ (1876-1909). (Δημοσιεύτηκε από τον κ. Gregory Manopoulos στη σελίδα SAVE IMARET IN ARTA, GREECE)

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

Τα “ΜΠΟΥΚΟΥΡΑΙΙΚΑ” των ραφτάδων στα Τζουμέρκα

“…….Τα “μπουκουραίικα” τα οποία θα καταγράψω κατωτέρω είναι συνθηματική γλώσσα των ραφτάδων των Τζουμέρκων. Υπό των ιδίων ονομάζονται και “ξτονιάτικα”, υπό δε των άλλων, των μη ραφτάδων, “ραφτατ’κα”. Πατρίς των “μπουκουραίικων” είναι τα Σχωρέτσανα, Καταρράκτης ήδη επονομασθέντα, χωρίον έχον 200 οικογένειας και κείμενον εις την δυτικήν πλευράν των Τζουμέρκων. Εκείθεν μετεδόθησαν μετέπειτα εις τους ραφτάδες των Αγράφων, του Βάλτου, του Ξηρόμερου και της Ηπείρου.
Τα Σχωρέτσανα επεσκέφθην τον παρελθόντα Αύγουστον προς επιτόπιαν μελέτην και καταγραφήν της συνθηματικής γλώσσης των ραφτάδων. Εκεί συνήντησα τον ράπτην Δημ. Ντίλζαν, γέροντα ηλικίας 66 ετών. Ο οποίος έχασε την όρασίν του “….κεντώντας και σεραδιάζοντας πισλιά και σταυρωτά και σιγγούνια και φκειάνοντας πισωβελονιές και ψαθιά στις κάλτσες και στες σκούφιες” των νέων της εποχής του. Εις ερώτησίν μου, πόθεν έμαθε την γλώσσαν ταύτην και ποιός την έφκειασεν, ο απλοικός γέρο-Ντίλζας με την συνήθη εις την βόρειον ελληνικήν διάλεκτον, προφοράν μου είπε :
“Ιδώ στα Σχουρέτσανα τν έμαθα απ’ τς παππούδες μ’. Τα μπουκουραίικα τα φκειαξαν οι Σχουρτσανίτες οι ραφτάδες μουνάχ’ τς για να μη τς καταλαβαίν’νε οι γιάλλ’.Τς πιρσσότιρις τς λέξεις τς πήραν απ’ τα βλάχ’κα, γιατίς τν τέχν’ οι παππούδις μας τνι μάθαν π’ τς Βλαχ’ς π’ τ’ Συράκ’ κι τα Καλαρρύτις. Κάμποσις πάλι τς πήραν κι απ’ άλλις γλώσσις, γιατίς κάποντι π’ πάινα στν Κέρκ’ρα άκσα στου παπόρ’ ξεν’ς να κβιντιάζ’ν κ’ είδα να λεν πουλλές λέξεις π’τς έχουμι κι μεις οι ραφτάδες. Τ’ γλώσσ’ αυτή τν έχουμι για να μη μας νοιώθ΄ν οι ν’κουκυραίοι π’τα ράβουμι.”
Εις δευτέραν ερώτησιν, αν τα “μπουκουραίικα” ομιλούνται και άλλού. ο γέρο-Ντίλζας μου απήντησε “Τα λεν κι αλλού, μ’απ’ τς Σχοριτσανίτις τάμαθαν. Τα Σχουρέτσανα ειν’ η πηγή τς κ’ η μάννα τς.”
Ως που πηγαίνετε ράβοντας μπάρμπα -Δημήτρη, του είπα τελειώνοντας και τί ράβετε “Φτανουμ’ ως του Βάλτου, του Ξηρόμιρου, τα Γιάννινα, τν Άρτα, τμ Πρέβεζα κι τ’ Αγραφα κι ράβουμι κι κιντάμι πισλιά, κάπες, κουντουκάπια, σταυρουτά, ταμπάρα κι ότ’ βρούμι. Μα τι να σ’που δάσκαλέ μ’, χάθ’καν τώρα εκείν’ οι τιχνίτις, πούλεγες πως έγραφαν κι όχ’ πως έρραβαν τα χέρια τς. Τώρα βγηκ’ η μχανή κι πάηκαν τα καλά τα ραψίματα κι τα όμουρφα τα κιντίδια, π’ μ’ χάλασαν τα μάτια μ’ κι μ’ πήραν του φως μ’. Τότινις οι ραφτάδες κάθουνταν μιρόνχτα μι του βιλόν’ στου χερ’, για να καλουράψ’ν κι να καλουκιντήσ’ν ένα πισλί κι μη ρουτάς πόσο καμάρουν’ ικείνους π’ θα φκειάνι του καλύτερου. Τώρα κ’ οι ραφτάδες κ’τάζ’ν να πάρ’ν μουναχά του μιργιάτ’κου τς κι δεν τς μέλ’ αν θα γεν’ καλή κι ‘ομουρφ’ η δ’λειά. Δεν έχ’ τώρα δάσκαλέ μ’ πουμουνή ου κόσμους σα μνια βουλά π’ δ’λεύαμαν ημείς.”
(Από το άρθρο Τα Μπουκουραίικα των Τζουμέρκων του Χ. Σούλη όπως δημοσιεύτηκε στα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τχ. 3, 1928. Μπορείτε να διαβάσετε όλο το άρθρο καθώς και το λεξιλόγιο της συνθηματικής γλώσσας των ραφτάδων στις σελίδες 310 -320 του περιοδικού στο λινκ https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/handle/123456789/28430

Στη φωτογραφία η Μονή Αγίας Αικατερίνης στον Καταρράκτη Τζουμέρκων του Α. Βερτόδουλου. Σύμφωνα με την επιγραφή ο ναός ανηγέρθη εκ θεμελίων το 1827 από τους μαστόρους Γιωργάκη Γιαννούλα και Παναγιώτη Αντώνη από τα Πράμαντα.(Από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Από το φωτογραφικό αρχείο του Απόστολου Βερτόδουλου, Γιάννινα, 1995) 

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Η ποτοποιία “Τανκς”

————————–

1920-30 : Η ποτοποιία “Τανκς” του Ανδρέα Κεχαγιά επί της οδού Σκουφά. Μπροστά, βόλτα με το αυτοκίνητο με ένα από τα λίγα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν στην πόλη. (Από το αρχείο της Σεβαστής Κεχαγιά-Γεωργάκη όπως δημοσιεύτηκε στο Λεύκωμα ΑΡΤΑ 1881-1941 του Ε. Ιντζέμπελη, Αθήνα 2010)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΤΟ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ (1881-1913)

———————

Για το Γεφύρι σαν σύνορο με την Τουρκική πλευρά μετά την απελευθέρωση της πόλης, γράψαμε και πριν. “….Το τρίτο παζάρι που είχε διαμορφωθεί στην Άρτα τότε ήταν στο συνοικισμό του γιοφυριού, στο Μαχαλά, όπως λέγανε. Πολλά εμπορεύματα, ζάχαρη, καφές, μπαχαρικά, πετρέλαιο, σπίρτα. Πολλά είδη ιματισμού, ήταν πολύ φθηνότερα στο μαχαλά της γέφυρας λόγω του φορολογικού συστήματος στην τουρκοκρατούμενη επικράτεια, απ’ ότι στην Ελλάδα. Αυτά τα φθηνά εμπορεύματα τα αγόραζαν επαγγελματίες λαθρέμποροι από τα μαγαζιά της γέφυρας και τα πουλούσαν ακριβότερα στην Άρτα και σε γειτονικές πόλεις. Οι εργάτες της νύχτας, όπως έλεγαν τους λαθρέμπορους ήταν πολλοί την εποχή εκείνη. Τα πρωτοπαλίκαρα όμως ήταν ο Γιαν Μανώλης, ο Πάνο Φασάρος, ο Κώστας Μανώλης, ο Μίτζιλης και άλλοι. Οι λαθρέμποροι αγόραζαν ορισμένα είδη, τα έκρυβαν σε παραποτάμιες αποθήκες και τα βράδια τα φόρτωναν σε ζώα και περνούσαν τον Άραχθο από διάφορα σημεία, πόρους του ποταμού που γνώριζαν. Ο κίνδυνος όμως ήταν πολύ μεγάλος γιατί η ακροποταμιά και από τις δύο πλευρές περιπολούνταν από Έλληνες και Τούρκους στρατιώτες. Όσοι περνούσαν με τα ζώα κρυφά το ποτάμι, μοσχοπουλούσαν τα εμπορεύματα στην Άρτα και αλλού και έβγαζαν αρκετά χρήματα.
Από την Άρτα οι λαθρέμποροι της νύχτας μετέφεραν μεγάλες ποσότητες ούζου, που πουλούσαν στην τουρκοκρατούμενη Ήπειρο. Οι λαθραίες αυτές εξαγωγές δικαιολογούν ότι σε είκοσι χρόνια από την απελευθέρωση της Άρτας – 1881 μέχρι το 1900 – η Άρτα είχε πέντε εργαστήρια ποτοποιίας που παρήγαγαν τόνους ούζου που ήταν αδύνατο να διατεθούν στην Άρτα των 4990 κατοίκων. Άλλα πρωτοπαλίκαρα της νύχτας μετά το 1900 ήταν ο Καρακώστας, ο Παγώνας και η παρέα τους. Πολλές φορές τα βράδια οι Αρτινοί άκουγαν πυροβολισμούς από την Κάτω Παναγιά, το ριζόκαστρο, από τα “κομμάτια” κι από άλλα σημεία . Τα αποσπάσματα κυνηγούσαν τους εργάτες της νύχτας πάρα πολύ, αλλά κι αυτοί, άντρες με παλικαρίσια καρδιά τα αψηφούσαν όλα. Την άλλη μέρα το λαθρεμπόριο αυτό το αγόραζαν οι Αρτινοί από του μπακάληδες.” (ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΡΤΑ, Τ. Βαφιάς, 2010)

Στη φωτογραφία “Μπροστά στο φυλάκιο της Άρτας. Στο βάθος φαίνεται τμήμα της Γέφυρας και πάνω δεξιά του Τούρκικου Τελωνείου”. Φωτογραφία από το άλμπουμ 90618 του Σουλτάνου Αμπντουλχαμίτ Β΄ (1876-1909) με αριθμό 90618 και τίτλο «Πόλεις και φυλάκια στα σύνορα με την Ελλάδα» που χρονολογείται βάσει των απεικονιζομένων κτιρίων πιθανότατα το καλοκαίρι του 1901.

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

TΑΜΠΑΚΙΑΔΕΣ

“Εν τη συνοικία των Βυρσοδεψών ή Δάφνης κείνται και έτεροι Ναοί περίοικοι, υποκείμενοι εις την Μητρόπολιν 1) ο εις το όνομα του Ευαγγελισμού, ονομαζόμενος Δάφνη, ανεγερθείς μεν κατά την 13 εκατονταετηρίδα το πρώτον, κατά το 1827 το δεύτερον και εν έτει 1857 το τρίτον 2) ο εις όνομα των γενεθλίων της Θεοτόκου επιλεγόμενος Κορωνησίας, οικοδομηθείς περί τα τέλη της 14 εκατοντ. δαπάνη των της συνοικίας Δάφνης Χριστιανών, επιτροπεύοντος Βασιλείου τινός Τσιλιγιάννη 3) ο εις όνομα της Ελεούσης Θεοτόκου, Μετόχιον ον μέχρι του 1821 της Μονής Ροδιάς και κατεδαφισθέν τω 1854 ερείπιον ήδη. Οι Χριστιανοί των δύω τούτων σωζομένων Εκκλησιών, ιερατεύοντος ενός εφημερίου, εκκλησιάζονται κατά εορτάς και Κυριακάς εις την Μητρόπολιν. Σύγκειται δε η ενορία αύτη εκ 30 οικιών σχεδόν.” (Από το βιβλίο ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΠΕΡΙ ΑΡΤΗΣ, Σεραφείμ Βυζάντιος, Αθήνα,1884)

Στη φωτογραφία : Ταμπακιάδα 1957, τα παιδιά παίζουν μπροστά στην Ευαγγελίστρια. Μπορείτε να διαβάσετε τα ονόματα στο πρώτο σχόλιο (Φωτο και έρευνα κ. Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε