1949 : Απόφοιτοι του Γυμνασίου Αρρένων Άρτης. Μπορείτε να διαβάσετε όλα τα ονόματα αλφαβητικά στο πρώτο σχόλιο. (Έρευνα- παρουσίαση Κ. Μπανιάς)


1949 : Απόφοιτοι του Γυμνασίου Αρρένων Άρτης. Μπορείτε να διαβάσετε όλα τα ονόματα αλφαβητικά στο πρώτο σχόλιο. (Έρευνα- παρουσίαση Κ. Μπανιάς)


————————————-
“………….Η νοικοκυρά του σπιτιού, παρ’ όλες τις εργασίες της ημέρας, είχε έτοιμες πίτες, αυγά βρασμένα, τυρί, ντομάτες που μοσχοβόλαγαν, ελιές, κοκορέτσι, μεζέδες καλομαγειρεμένου κρέατος, τηγανίτες καμωμένες με τσίπουρο, άσπρο, καλό αλεύρι ξεσιττισμένο και με ζάχαρη επάνω και τις έδινε μέσα σε καθαρά πιάτα ζεστές – ζεστές. Κερνούσε τσίπουρο, κρασί κόκκινο ή άσπρο, κυδώνια, σύκα, πασμάδες, σταφύλια διατηρημένα, καρύδια και ό,τι άλλο είχε ο νοικοκύρης.
Κατά την διάρκεια του ξεφλουδίσματος, για να περάσει η ώρα και για να μην κάθονται στα μούτα, σιωπηροί, έλεγαν ανέκδοτα έξυπνα, έλεγαν παραμύθια γεμάτα νόημα, σωφροσύνη και εξυπνάδα, γλωσσοδέτες, αινίγματα έξυπνα, ποιήματα αυτοσχέδια και κυρίως τραγούδια. Τα τραγούδια τα άρχιζαν οι μισοί και επαναλάμβαναν τα ίδια λόγια οι άλλοι μισοί. Την ώρα εκείνη γίνονταν ένας σιωπηλός διαγωνισμός για το καλύτερο τραγούδι και τον καλύτερο τραγουδιστή. Αυτά σχολίαζαν τις άλλες μέρες : “Είδεις μωρέ εικείνους ου Γιαννακούλας τς Χρήσταινας τι ουραία π’ τραγδάει”, θάλεγαν τις επόμενες μέρες όπου βρίσκονταν “απ’ αφνούς π’ ξεφλούδαγαν εικείνου του βραδ’!”
Όταν έρχονταν η ώρα του φαγητού, έστρωναν την τάβλα, απάν’ έστρωναν κατακαίνουργα και καλοπλυμένα μεσάλια, πάνω στα οποία απίθωναν το πλούσιο φαγητό και τα άλλα εδέσματα, σαλάτες, τυριά δγιαούρτι, λαχανόπιτες, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και χίλια δυο καλούδια καθώς και καλοζυμωμένο και καλοψημένο φρέσκο, σταρίσιο ψωμί από άσπρο σιτάρι αγανιά και κόκκινο ή άσπρο κρασί ποιότητος, “αργασμένο” όπως έλεγαν, κι έτσι φαίνονταν και το έχος του νοικοκύρη. Εκεί φαίνονταν η νοικοκυροσύνη, η αρχοντιά, η συμπεριφορά των αντρών και των γυναικών και όλης της οικογένειας αλλά και η σειρά του σπιτιού. Έτσι έλεγαν “πάρε γυναίκα από σειρά και σκύλα από κοπάδι”………………..
Μετά απ’ το φαγητό και το τραγούδι ξανάπιαναν εργασία στο ξεφλούδισμα κι όταν έρχονταν η ώρα για ύπνο, οι κοντινοί πάειναν στα σπίτια τους ενώ για τους άλλους έστρωναν καινούργια στρωσίδια και με καινούργια σεντόνια και σαίσματα κοίμιζαν την αργατειά, τους μουσαφιραίους να τους ευχαριστήσουν.
Κι όταν έφευγαν, αυτοί έλεγαν στους νοικοκυραίους “Άει, αφήνουμι υγεία και καλή αντάμουσ’ κι τ’ χρόν’ να’νι καλύτερα κι πιρσότερα τα μπιρκέτια σας”. ”(Πηγή: ‘Αρθρο του Ι. Σκούτα στο περιοδικό ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 276, 2002)
Στη φωτογραφία : Σκάλισμα του καλαμποκιού στο οροπέδιο του Γαβρόβου στη δεκαετία του 1950 ( Φωτο από Αρχείο Πολιτιστικού Συλλόγου Γιαννιώτι, Δήμος Γεωργίου Καραισκάκη)

Καταξιωμένα πρόσωπα της κοινωνίας της Άρτας : Άρης Γαλανός (Καθηγητής – Επιθεωρητής Φ.Α.), Στράτος Πατσαλιάς (Δικηγόρος, ιστορικός, λαογράφος, πρόεδρος ΣΚΟΥΦΑ), Γεώργιος Βασταρούχας (δικηγόρος, δημοτικός σύμβουλος, πρόεδρος των Προσκόπων, αρχηγός του Παναμβρακικού), Βασίλης Τυρογιάννης (Μεγαλέμπορος), Πρόδρομος Ασλανίδης (Ιδρυτής του Παναμβρακικού)
(Έρευνα – παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

1950ς : Μαθητές Γυμνασίου βουτάνε στα νερά του Αράχθου. Η περιοχή του Χάλαχαλα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής για κολύμπι.
(Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Β. Γκανιάτσα, όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Α. Σχισμένου ΑΡΑΧΘΟΣ, Ο ΘΕΟΠΟΤΑΜΟΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, Αθήνα, 2002)

“Η συνοικία του Γεφυρόπουλου ήταν γνωστή με το όνομα αυτό μέχρι τότε που η Άρτα έγινε ελληνική. Μετά την απελευθέρωση, άρχισε να εγκαταλείπεται το παλιό όνομα και να επικρατεί ένα καινούργιο. Η συνοικία άρχισε πλέον να ονομάζεται συνοικία Χάλα-Χάλα. Έλεγαν οι παλιοί “Άει κολύμπα στ’ Χάλα-Χάλα”.
Πως όμως βγήκε το όνομα αυτό; Μια άποψη είναι ότι το όνομα είναι παρήχηση των λέξεων που ψαλμουδιστά ακουγόταν από τους γύρω μιναρέδες (Αλλά-χ, Αλλά-χ). Νομίζω όμως πως δεν στέκει γιατί και σε άλλα σημεία της πόλης υπήρχαν τζαμιά και οι φωνές των μουεζίνηδων ακουγόταν παντού. Το σωστό είναι πως η συνοικία πήρε το όνομα από τους αδελφούς Χαλαχάλα, που άνοιξαν κέντρο διασκεδάσεως κοντά στο Γεφυρόπουλο, στη σημερινή ιδιοκτησία Δημητριάδη. Οι παλιοί Αρτινοί θυμούνται πως στο κέντρο αυτό προσφέρονταν το ούζο με μεζέ τζάνεργα (κορόμηλα), που αφθονούσαν στους γύρω κήπους. Το κέντρο αυτό διατηρήθηκε πολλά χρόνια, έτσι ώστε οι Αρτινοί να λένε “πάμε στ’ Χάλαχαλα”, όπως αργότερα έλεγαν “πάμε στ’ Διαμάντ’” ή “πάμε στ’ Ζαγγαβιέρου”, απ’ τους οποίους πήραν σιγά-σιγά το όνομα και οι τοποθεσίες.. Στα Ευρετήρια του Υποθηκοφυλακείου Άρτης βρίσκουμε το όνομα Κουμπούρα ή Χαλαχάλα, σχετικό με την ιδιοκτησία του κέντρου ψυχαγωγίας που προαναφέραμε που έδωσε και το νέο όνομα στη συνοικία.” (Πηγή : ΑΡΤΙΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, Ι. Τσούτσινος, Άρτα, 2001)
Στη φωτογραφία το γεφυράκι στη θέση Χαλαχάλα πάνω από τον αύλακα, δίπλα από την μονότοξο πέτρινο γεφυρόπουλο, που οδηγούσε στο μύλο της νεροτριβής.(Φωτο από Φωτογραφικό Λεύκωμα της Πρότασης, Άρτα,1999)

“Ένα μικρό πέτρινο γεφύρι, ένα γεφυρόπουλο, που χτίστηκε από τούρκους κτηματίες στα βορειοδυτικά της Άρτας, έδωσε το όνομά του σ’όλη την γύρω συνοικία, τη “συνοικία του Γεφυρόπουλου”. “Το πλησίον του λουτρού Γεφυρόπουλον εκτίσθη περί το μέσον της ΙΖ’. εκατοντ. δαπάνη των γαιοκτημόνων Οθωμανών”, γράφει ο Σεραφείμ Ξενόπουλος στο Δοκίμιον περί Άρτης.
Το γεφυρόπουλο αυτό έζησε από το 1650 μέχρι το 1965. Καταστράφηκε όταν έγινε η νέα εθνική οδός ανάμεσα στην πόλη και στο ποτάμι. Είχε ύψος γύρω στο ένα μέτρο και μήκος γύρω στα διόμισυ μέτρα. Ήταν φυσικά μονότοξο και εξυπηρετούσε τους τούρκους γαιοκτήμονες που ήθελαν να περάσουν από την πόλη στα κτήματά τους δυτικότερα και εμποδίζονταν από το αυλάκι που πήγαινε νερό από το ποτάμι στους μύλους και τις νεροτριβές. Κοντά στο γεφυρόπουλο υπήρχε ένα μεγάλο πλατάνι και γύρω από το πλατάνι μια μικρή πλατεία, ένα πλάτωμα. Στα νοτιοδυτικά της μικρής αυτής πλατείας, μέσα σε κήπο με πορτοκαλιές και λουλούδια, ήταν ένα μεγάλο τούρκικο σπίτι, με τεράστιες πολύχρωμες τζαμαρίες. Όταν ο ήλιος έδυε πίσω απ’ τα σουλιώτικα βουνά, οι αχτίδες του έπεφταν στα τζάμια που άστραφταν κι έριχναν γύρω ανταύγειες όλων των χρωμάτων. Το μεγάλο αυτό κτίριο χρησιμοποιήθηκε αργότερα για φυλακή και για εργαστήρι κατασκευής νημάτων , για πλεκτήριο κτλ.
Στα ανατολικά της πλατείας, σε μικρή απόσταση, βρισκόταν τα τούρκικα χαμάμια, που ερείπιά τους σώζονταν μέχρι πριν λίγα χρόνια. Και γύρω-γύρω απ’ την πλατεία, μέσα σε κήπους κλεισμένους με ψηλές μάντρες και γιομάτους λουλούδια, ήταν τα αρχοντικά των τούρκων με τους οντάδες τους, με τις περίφημες καμάρες τους και τα χαγιάτια τους, με τα πολύχρωμα κεντητά ταβάνια τους και τις αψιδωτές οξώπορτές τους.” (Πηγή : ΑΡΤΙΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, Ι. Τσούτσινος, Άρτα, 2001)
Στη φωτογραφία “Ιταλοί στρατιώτες στη θέση Γεφυρόπουλο”. Είναι η μοναδική φωτογραφία που μπορέσαμε να βρούμε με το “Γεφυρόπουλο” και είναι από το βιβλίο του Κ. Βάγια Η ΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ, Άρτα, 2004.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΑΡΑΠΕΤΣΗΣ : Φοροτέχνης – Λογιστής. Απόφοιτος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε.. Εκ των ιδρυτών του Εργατικού Κομμουνιστικού κινήματος στην Άρτα το 1928
(Φωτο από αρχείο Ανδρομάχης Θ. Καραπέτση, έρευνα Κ. Μπανιάς)

———————————-
Σε σχέση με τις επιδημίες που τόσο ταλαιπώρησαν την περιοχή της Άρτας, αξίζει να αναφέρουμε την περιγραφή του λοχαγού Leake για την προσωπική υγιεινή των Ελλήνων, όντας στην αυλή του Αλή πασά τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα.. Ο Leake περιγράφει την ατομική φροντίδα των Ελλήνων, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, με μελανά χρώματα: “… Ακόμα κι αυτοί οι αφεντάδες δεν χαίρονται την πολυτέλεια να αλλάζουν φουστανέλλα κάθε εβδομάδα. Οι στρατιώτες την αφήνουν λερή ώσπου να λειώση επάνω τους. Κάπου-κάπου την βγάζουν και την απλώνουν πάνω από τη φωτιά έτσι που οι ψείρες, ζαλισμένες από τον καπνό, πέφτουν στις φλόγες. … Μερικές φορές, τις πρώτες δύο, τρεις εβδομάδες που φορούν την καινούργια φουστανέλλα, ή όταν θέλουν να φανούν περιποιημένοι, περνούν στο λαιμό τους ένα περιλαίμιο μπαμπακερό εμποτισμένο σε μερκουρόλη (οξείδιο του υδραργύρου). Στήνουν έτσι έναν φράχτη που δεν αφήνει τα ζωηρά ζωύφια να ξεμυτίσουν και ν’ αρχίσουν το σεγιάνι στο σβέρκο ή στην πατατούκα. Αυτή η έλλειψη πάστρας έχει ποτίσει όλες τις τάξεις του πληθυσμού στην καθημερινή ζωή του…” (Πηγή : Κ. Σιμόπουλος , ΞΕΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1810-1821), τόμος Γ2, Αθήνα, 1975)
Στη φωτογραφία “Η αίθουσα ακροάσεων στο ανάκτορο του Αλή πασά στα Ιωάννινα”. Λιθογραφία του G. Beresford,1885, από τη Συλλογή Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη. ( BERESFORD, George de la Poer, Captain. Twelve Sketches in double tinted Lithography of Scenes in Southern Albania, Λονδίνο, Day and Son, [1855])

————————-
Όπως προαναφέρθηκε, η επιδημία παρουσιάστηκε στην Άρτα στις 2 Μαΐου του 1816. Ο Ιταλός γιατρός που εξέτασε τα πτώματα των δύο πρώτων θυμάτων αποφάνθηκε ότι επρόκειτο για πανώλη, πράγμα που ανάγκασε τις Αρχές να λάβουν κι άλλα μέτρα. Ο Μητροπολίτης, μετά από υπόδειξη του Η. Pouqueville, απαγόρευσε τον τελευταίο ασπασμό, το χειροφίλημα του νεκρού, τις επικήδειες προσευχές που οι ιερείς έψαλαν δίπλα στο νεκρό και την ψηλάφηση του Τίμιου Ξύλου. Επίσης, ο Η. Pouqueville εμπόδισε την αναχώρηση των φοβισμένων αρχόντων που θα είχε συνέπεια να βρεθούν οι οικογένειες των κατώτερων τάξεων στη διάθεση των Αλβανών, που ήταν στρατοπεδευμένοι έξω από την πόλη, ενώ, για να τονίσει αυτή του την απόφαση, έμεινε και ο ίδιος στην Άρτα. Μέχρι τα μέσα του Μαΐου τα κρούσματα πολλαπλασιάστηκαν, οι εκκλησίες, τα καταστήματα, τα καφενεία και τα λουτρά έκλεισαν και η αντιπαράθεση μεταξύ των πλούσιων και των φτωχών οξύνθηκε ακόμη περισσότερο. Ο Μητροπολίτης διέταξε τριήμερη γενική νηστεία και την έκθεση των ιερών λειψάνων. Τα μεσάνυχτα της 16ης Μαΐου όλοι οι ιερείς συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας για να ψάλλουν κεκλεισμένων των θυρών παρακλητικές προσευχές για τη σωτηρία της πόλης. Τη λειτουργία ακολούθησε λιτανεία που έγινε σε μία σχεδόν έρημη πόλη, αφού ένα μπουγιουρντί του Αλή που είχε φθάσει την προηγούμενη μέρα, επέτρεπε, σε όσους ήθελαν να φύγουν και να εγκατασταθούν στο βουνό της Κάτω Παναγίας. Ως το πρωί η πόλη είχε εκκενωθεί τελείως. Στις 17 Ιουνίου 1816 προσβλήθηκαν τα χωριά της Άρτας Μαράτι, Γλυκόριζο, Λιμήνι, Λιότοπος και Βλαχέραινα, ενώ από τις 16 Αυγούστου και για σχεδόν δύο μήνες δεν παρουσιάστηκε νέο κρούσμα στην Άρτα. Το γεγονός αυτό εξαπάτησε τους κατοίκους της που ζήτησαν από τον Αλή πασά να τους επιτρέψει να επιστρέψουν στην πόλη. Ο Αλής έκανε δεκτό το αίτημά τους. Μόλις όμως επέστρεψαν, στις αρχές του Οκτωβρίου, η επιδημία αναζωπυρώθηκε κι εκείνοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για δεύτερη φορά. Αυτή τη φορά, όμως, η επιδημία τους ακολούθησε και στα μέρη όπου κατέφυγαν με αποτέλεσμα να πεθάνουν πάρα πολλοί.
Τη διετία 1815-1817 η Άρτα και οι γύρω της περιοχές γνώρισαν σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή. Για το ποσοστό θνησιμότητας στην πόλη οι πηγές δίνουν αντιφατικές πληροφορίες. Από τους επτά χιλιάδες κατοίκους της ο Σεραφείμ ο Βυζάντιος αναφέρει ότι η πανώλη “…ωδήγησεν εις τον Άδην περίπου των τριών χιλιάδων κατοίκων εκ των τριών γενεών της πόλεως”. Ο Η. Pouqueville ανεβάζει τον αριθμό των νεκρών στους τρεις χιλιάδες οκτακόσιους ενώ ο αδελφός του, Francois, στους τέσσερις χιλιάδες..
Η φρίκη που σκόρπισε η ασθένεια άργησε πολύ να ξεχαστεί. Οι Αρτινοί μάλιστα στιχούργησαν για την περίπτωση: ……….την Άρτα την εχάλασεν η έρημη πανούκλα κι οι Αρτινοί δεν άφησαν τα παλαιά κονσούλτα… (Πηγή : 1) Παπαγεωργίου Γ., Η επιδημία πανώλης στη Θεσσαλία, Ήπειρο και Αλβανία (1812-1823), Ηπειρωτικά Χρονικά, Ιωάννινα 1986, 2) Τσούτσινος I. Η μάχη της Άρτας, σύντομη. αναδρομή στο Δεσποτάτο και την Τουρκοκρατία, (1971), Αφιέρωμα (1821-1971)
Συσκευή πανώλης από λοιμοκαθαρτήριο στη Βενετία, που την χρησιμοποιούσαν για την απολύμανση ρούχων.(Πηγή : Wellcome Collection)

—————————–
Η επιδημία πανώλης ενέσκηψε στην Άρτα στις 2 Μαΐου 1816. Οι πληροφορίες για τον τρόπο που μεταδόθηκε η επιδημία στην Άρτα είναι αντιφατικές. Μία ενθύμηση στο εκκλησιαστικό βιβλίο “Ερμηνεία των Καθολικών Επιστολών του Νικοδήμου”, της βιβλιοθήκης της Μονής Κάτω Παναγιάς στην Άρτα, γραμμένη από τον Κατωπαναγίτη Κωνστάντιο, μας πληροφορεί ότι την πανώλη στην Άρτα “έφερεν ως λέγεται ο Αλή πασάς ο Τεπελενιώτης προς αποφυγήν του κινδύνου του. Έφερε ρούχα και πανιά μολυσμένα εξ Αιγύπτου και έδωσεν αυτά εις Αρταίους και ακαρεί διεδόθη εις πάντας”. Η ερμηνεία αυτή που θεωρεί την πράξη του Αλή αντιπερισπασμό προς την Πύλη, είναι μάλλον ανακριβής. Ο Η. Pouqueville που παρακολουθεί τα γεγονότα από κοντά, όχι μόνο δεν κάνει καμία νύξη εναντίον του Αλή, αλλά τονίζει και την αποστολή της προκήρυξης με την οποία ο πασάς προειδοποιούσε τους κατοίκους της πόλης για την εμφάνιση της επιδημίας στα Ιωάννινα. Μία άλλη άποψη που εκφράστηκε για το ξέσπασμα της επιδημίας στην Άρτα ήταν ο αναγκαστικός συγχρωτισμός των κατοίκων της πόλης που, σύμφωνα με την περιγραφή του Μητροπολίτη Σεραφείμ Ξενόπουλου, επιβλήθηκε με τον παρακάτω τρόπο: “Εν τη εποχή ταύτη ην βοεβόδας της Άρτας ο Αρταίος Αθανάσιος Άρτας όστις εδείχθη προς τους πάσχοντας αυτού συμπατριώτας όλως ανηλεής και άσπλαχνος συνάξας τους εκ της νόσου προσβληθέντας και μη και περικλείσας εντός του περιβόλου της διαλελυμένης Μονής Οδηγητρίας’ προσβληθέντες ουν εκ της επιμειξίας και της μεταδόσεως του μιάσματος και υγιείς, περίπου εκατόν οικογενειών άνθρωποι απεβίωσαν πάντες ανεξαιρέτως.” Η επικοινωνία μεταξύ των αρρώστων και της πόλης γινόταν με την βοήθεια των ξεμολιάρηδων (που αλλιώς ονομάζονταν μόρτες ή ξενοσευτάδες). Αυτοί ήταν άτομα που, επειδή είχαν επιζήσει από την επιδημία, είχαν αποκτήσει ανοσία. Μεταξύ των καθηκόντων τους ήταν η μεταφορά τροφίμων και άλλων εφοδίων στους αρρώστους και η ταφή όσων πέθαιναν.
Κατά τους χρονικογράφους της εποχής, τη μετάδοση της ασθένειας στην Άρτα βοήθησαν και οι ζέστες του καλοκαιριού, η άγνοια και η μοιρολατρεία των κατοίκων, ο χρηματισμός των δημοσίων υπαλλήλων, η έλλειψη καθαριότητας που εντάθηκε λόγω της καταστροφής των υδραγωγείων από τον οργισμένο λαό και τέλος η πείνα, γιατί η έλλειψη του νερού ακινητοποίησε τους νερόμυλους που άλεθαν το αλεύρι.
(Πηγές : 1) Καρατσιώλης Γ.Μ ., “Η επιδημία πανώλης στην Άρτα του 1816 ”, περιοδικό Σκουφάς ,1980 , τεύχη 54 -55
2) Παπαγεωργίου Γ., Η επιδημία πανώλης στη Θεσσαλία, Ήπειρο και Αλβανία (1812-1823), Ηπειρωτικά Χρονικά, Ιωάννινα 1986.
3) Σεραφείμ Βυζάντιος, Δοκίμιον Άρτης, Αθήνα, 1884)
Στη φωτογραφία προστατευτική στολή πανώλης του 19ου αιώνα (Πηγή : Wellcome collection). Ο γιατρός στο χέρι του κρατάει ραβδί υποκαπνισμού (fumigating torch).Τα γλυκά μυρωδικά βότανα που καίγονταν στην κορυφή του ραβδιού πιστεύονταν ότι παρέχουν προστασία από ασθένειες όπως η πανούκλα.
