ΟΔΟΣ ΑΠΟ ΑΡΤΑΣ ΕΙΣ ΚΑΛΑΡΡΥΤΑΣ ΔΙΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΩΝ – 21 ΩΡΑΙ

“Από Άρτας έως Καλεντίνι 5 ώραι, εκείθεν μέχρι Βουργαρέλι 4 ½ ώραι, εκείθεν μέχρι Θεοδώριανα 4 ώραι, εκείθεν μέχρι Μελισσουργοί 4 ώραι, εκείθεν μέχρι Καλαρρύται 3 ½ ώραι.
Το μήκος της οδού Άρτας μέχρι Καλενδινίου ως εμνημονεύθη ανωτέρω είναι 5 ωρών. Αυτόθεν άρχεται η οδός διατρέχουσα την ομαλήν κοίτην του ποταμού Σαραντάπορου, και μετά 4 ½ ώρας φθάνει εις το χωρίον Βουργαρέλι, έχον 1200 Έλληνας κατοίκους, 200 οικίας, 10 πηγάς ύδατος. Από του χωρίου τούτου η οδός αναριχάται την απότομον και δύσβατον δυτικήν κλιτύν του όρους Τσουμέρκα, και αφού ανέλθη αυτήν, κατέρχεται την ανατολικήν κλιτύν, απολήγουσα εις Θεοδώριανα. Το χωρίον τούτο κείμενον εις την άνω κοιλάδα του ποταμού Άσπρου έχει 800 Έλληνας κατοίκους και άφθονα ύδατα. Το διάστημα μεταξύ του χωρίου Βουργαρέλι και Θεοδώριανα είναι 4 ωρών. Εκείθεν η οδός διευθύνεται προς βορράν και μετά διέρχεται δια του χωρίου Μελισσουργοί (885 Έλληνες κάτοικοι, 10 πηγαί ύδατος και 1 υδρόμυλος ), και μεθ’ ετέρας 3 ½ ώρας λήγει εις το χωρίον Καλαρρύταις.” (ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, Επιτελικό Γραφείο Υπουργείου Στρατιωτικών, Ι. Κοκίδης, Αθήνα, 1880).

Στη φωτογραφία “Τοπίο της Δροσοπηγής Άρτης” του φωτογράφου Γιάννου στις αρχές της δεκαετίας του’60)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ – “ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ Ή ΚΙΡΑΤΖΗΣ”

—————————-
“Τα καραβάνια συνήθως αποτελούνταν από 10 μέχρι 40 ζώα, από τα οποία τα περισσότερα ήταν μουλάρια καθώς αυτά ήταν πιο ανθεκτικά από τα άλογα. Κάθε μεγάλο καραβάνι, κατά την πορεία και σύμφωνα με τους κανόνες του συναφιού, είχε το δικαίωμα να κρεμάσει στα ζώα κουδούνια, κατασκευασμένα από ορείχαλκο και αρμονισμένα στους ήχους.Τα κουδούνια τα κρεμούσαν στα διαλεχτά άλογα, τα «κουδουνάτα» ή τα « μπροστάρια», με δερμάτινο περιλαίμιο.
Συνήθως ο Κιρατζής συνόδευε το καραβάνι του καβάλα στο άλογο που ονομαζόταν «μπινέκικο» ( ή μπινέικο ή μπινέκι) και ποτέ δεν είχε βάρος περισσότερο από 7-8 οκάδες. Στο μπινέκικο άλογο ο Αρχικιρατζής φόρτωνε πολλές φορές και μικρά παιδιά ή πλούσιους ταξιδιώτες που πλήρωναν αυξημένο αγώι. Το βάρος του φορτίου ήταν ανάλογο με τα άλογα και τα μουλάρια αλλά ποτέ δεν ξεπερνούσε τις 80 οκάδες. Το κάθε κιρατζιλίκι ξεχώριζε από το οικόσημο του «φαλκαριού»( Φαλκάρι είναι το σύνολο συγγενικών πατριαρχικών οικογενειών, με όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου και του ζωικού κεφαλαίου) που το είχαν υφασμένο με διάφορα χρώματα και σχέδια επάνω στα μάλλινα υφαντά τους όπως τα τάστρα ( Τάστρο εκ του τάγιστρο που σημαίνει σακκούλι για το τάισμα των ζώων). Για να μην πληγώνεται το υποζύγιο από το σαμάρι, καθώς πιεζόταν από το βάρος του φορτίου, του έστρωναν κατάσαρκα μάλλινο «σάισμα» (σκέπασμα ), ενώ πάνω στο σαμάρι, για προστασία από τη βροχή, έστρωναν σάισμα από γιδόμαλλο (τράγιο). Στα καπούλια του ζώου και συρραμμένη στο σαμάρι προσάρμοζαν την εμβληματική «câperδa», μια υφαντή μικρή κουβέρτα, που, ανάλογα με τον τόπο προέλευσης του ιδιοκτήτη, έφερνε και τον χρωματικό τύπο, κυρίως με τετραγωνάκια και λωρίδες. Αυτό γινόταν προκειμένου να ξεχωρίζουν τ’ αλογομούλαρα, π.χ. των Σαμαριναίων από εκείνα των Τζουμερκιωτών. Στο τελευταίο μουλάρι είχαν την καλιγοθήκη με τα σύνεργα για πετάλωμα, αν κάποιο ζώο έχανε το πέταλό του.” (Απόσπασμα από άρθρο της Α. Καρρά στο Περιοδικό της Αδελφότητας Μελισσουργιωτών Αθήνας “MΕΛΙΣΣΟΥΡΓΟΙ”, τχ. 103-104, 2021. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο στο λινκ https://www.academia.edu/…/%CE%95%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE…)

Στη φωτογραφία “Ο αγωγιάτης Νικόλαος Γεωργάρας από Μελισσουργούς” (Φωτο από αρχείο Φώτη Κατσαράμπη) 

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Επίσκεψη του ΠτΔ Κων/νου Τσάτσου στην Άρτα… 

22 Φεβρουαρίου 1977 – Αίθουσα ΣΚΟΥΦΑ Άρτης : Στιγμιότυπο από την επίσκεψη του ΠτΔ Κων/νου Τσάτσου στον Σύλλογο Σκουφά το 1977. Στην μέση η Ιωάννα Σεφέρη ή Σεφεριάδη, (σύζυγος του ΠτΔ Κ. Τσάτσου) μετά της κυρίας Πολύμνιας Σιμιτζή, (συζύγου του Δημάρχου Αρταίων Ν. Σιμιτζή) και του Γραμματέα του Μ/Φ Συλλόγου ΣΚΟΥΦΑΣ κ. Κων/νου Τσέτη, (Δικηγόρου – Συμβολαιογράφου). Πίσω διακρίνεται ο φωτογραφιστής κ. Γεώργιος Κολιός (Φωτο από το αρχείο Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Επισκέπτες άσημοι και διάσημοι | Σχολιάστε

Οι τσελιγάδες στα Πράμαντα

————————

1988, Ιούνιος – Άγιος Δημήτριος Πραμάντων : Τα γκεσέμια οδηγούν το κοπάδι στον προορισμό του. Η πορεία προς το όνειρο αρχίζει……
(Φωτο Ν. Καρατζένη όπως δημοσιεύτηκε στην ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ.293, 2005) 

1999, Ιούνιος – Ίσιωμα Πραμάντων : Παραμονή του ξεκινήματος για τα βουνά. Το κοπάδι ανυπομονεί, προσμένει με αγωνία το ξημέρωμα.
(Φωτο Ν. Καρατζένη όπως δημοσιεύτηκε στην ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ.293, 2005) 

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Ανεβαίνουν στα Τζουμέρκα οι τσελιγκάδες με τα κοπάδια – Από τα ποτάμια ως τα λιβάδια (α’ μέρος)

—————————————-
“Σαν περάσαμε τα ποτάμια, τα σκοτάδια άρχισαν να αραιώνουν. Το θαμποχάραμα με το γαλακτερό του φως έκρουε την κορυφή της Στρογγούλας – που φάνταζε στα δυτικά μας σαν ένας όγκος τεράστιος, ξεκομμένος στον ουρανό – φώτιζε το δρόμο μας με τις αντιφεγγιές του. Το πράο φως του πρωινού σκορπούσε τέτοια ιλαρότητα που μας έκανε να λησμονήσουμε την τρομακτική φουρτούνα των ποταμιών. Οι πλατανόφιλες ρεματιές που διαπερνούσαμε, κυλούσαν τα γάργαρα νερά τους σμίγοντας το κελάρυσμά τους με τις λυγμικές λαλιές των αηδονιών, που με τις εωθινές τους μελωδίες έκαναν την πορεία μας να μοιάζει μουσική περιδιάβαση. Από την χλαχοή των κοπαδιών και των νερών τα παιγνιδίσματα, ακόμη κι ο ράθυμος κούκος σαγηνευμένος “άρχισε να το λέει” κατά την ελατιά του Αετού. Το κοπάδι τραβάει την ανηφόρα. Βρισκόμαστε στα ριζά της Ρούιστας, της στιβαρής οροσειράς της Πίνδου με υψόμετρο 2.200 μ. που πρέπει ως το δειλινό να την καβαλικέψουμε περνώντας από τις συμπληγάδες του Σταυρού………..Από τις πλατανόφυτες ρεματιές ως την πηγή της Μπρούσκας, η διαδρομή είναι λιγότερη από ώρα. Η πηγή αναβρύζει σ’ ένα ξέφεγγο που το περιφρουρούν εύρωστα κέδρα και έλατα ισιόκορμα. Το νερό της πηγούλας αυτής δεν είναι ιδιαίτερα κρύο και έχει μια κάπως στυφή γεύση από τις φτέρες πιθανόν που αφθονούν στην περιοχή. Επειδή όμως είναι το μοναδικό νερό από τα ποτάμια ως τη Μτέσα, μετά το γέρμα του Σταυρού, οι νομάδες και οι στρατοκόποι αναγκαστικά το προτιμούν. Οι λακκούλες γύρω από τη Μπρούσκα καθώς και τα Λιβάδια που θα συναντήσουμε πιο πάνω, αποτελούν σταθμούς για τους ποιμένες των Πραμάντων, που τα ξεκαλοκαιριά τους είναι απομακρυσμένα. Νυχτερεύοντας στη Μπρούσκα και κινώντας με την αυγούλα έχουν μπροστά τους όλη τη μέρα να φτάσουν στις στάνες τους. Η σβησμένη φωτιά, τα μισοκαμμένα κέδρα, τα γιατάκια των πραταραίων με τις νιόκοπες φτέρες, τα γρέκια των προβατιών, αποτελούν σημάδι των νομάδων που την περασμένη νύχτα “έκαναν κονάκι” στη Μπρούσκα και προπορεύονται του κοπαδιού μας…..” (Πηγή Άρθρο του Ν. Καρατζένη με τίτλο Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΝΟΜΑΔΩΝ ΣΤΙΣ ΒΟΥΝΟΚΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ, Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 293, 2005)

Στη φωτογραφία “Σταθμός στο οροπέδιο” (Φωτο του Κ. Μπαλάφα από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα, 2003)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΙΚΗΣ 

———————-

Ο Ιπτάμενος Γκολκήπερ. Σκουφάς, Παναμβρακικός (1957-60), Αναγέννηση (1964), Παναχαική (1964-67). (Φωτο από το αρχείο του Γ.Κίκη, παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Παναμβρακικού | Σχολιάστε

1909 : Μαθητές Αου και Βου Δημοτικού Σχολείου ΄Αρτης

————-

1909 : Μαθητές Αου και Βου Δημοτικού Σχολείου ΄Αρτης. Διδάσκαλοι Σπυρ. Πίσπιρης, Κων. Κοκκίνης, Γεώργιος Βαφιάς κ.λ.π. Η φωτογραφία είναι από το Αρχείο του Τάκη Βαφιά, όπως δημοσιεύτηκε στην “ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, τχ. 200, 1993.

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

ΤΑ ΠΡΟΠΟΔΙΑ (ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ ΜΕ ΠΑΤΟ ΑΠΌ ΛΑΣΤΙΧΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ)

—————————-
“Τα προπόδια ήταν κυρίως καθημερινά και εργατικά υποδήματα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είχαν χρησιμοποιηθεί και ως επίσημα υποδήματα από το 1940 μέχρι και το 1943. Κατασκευάζονταν κατά τη διάρκεια της κατοχής είτε από τους τσαγκάρηδες του χωριού, είτε από τους ίδιους τους χωρικούς. Για την κατασκευή τους οι χωρικοί χρησιμοποιούσαν τα πλεχτά σοσόνια, στο πέλμα των οποίων τοποθετούσαν σαμπρέλα, η οποία αναδιπλώνονταν στο πάνω μέρος των σοσονιών, κοβόταν -σε σχήμα με μύτες- και στη συνέχεια ράβονταν πάνω στα σοσόνια. Η χρήση τους ως εργατικά υποδήματα συνεχίστηκε και για τα επόμενα χρόνια, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘50. Διαβάζουμε στις διάφορες συνεντεύξεις στη μεταπτυχιακή διατριβή της κ. Μαρίας Ράπτη : “Κοπέλες είχαμαν. Είχα και ένα ζευγάρι παντρεμένη. Να σου δείξω πως τα κόβαμε, βάναμε κάτω το λάστιχο σαμπρέλα. πάταγες το πόδι πάνω και έκοβες το σχήμα. Έβανες το μολύβι γύρα – γύρα και το ‘κοβες. Ήμουν κοπέλα ακόμα εγώ και αυτά μας τα ‘ραβε ο Παπαντώνης. Για να φαίνεται ωραίο το κάναμε μύτες ,γύρα γύρα. Έβαλα και λίγο παντρεμένη, κάμποσα χρόνια όχι ολοένα, τότε που πηγαίναμε για ξύλα, δε τα βάναμε στο χορό. Στα ξύλα ,στα πρόβατα, στα λιθάρια. Κοντά βγήκαν τα πατίκια, τα λαστιχένια τα παπούτσια που φοράν τώρα οι γριές. Τα πανένια τα παπούτσια αλλά τα λαστιχένια τα θέλαμε για τις δουλειές”.
“Προυπόδια, αυτά τα θμάμει τς μάνας μ’. Για πιο ελαφριά το καλοκαίρι για να πάν’ για ‘φτο τα ‘πλεγαν κι από κάτου κόλλαγαν μια σόλα πώς να σ’ πω, λαστιχένια. Αυτά τα έφτιαχναν οι ίδιοι. Τα ‘ραβαν οι ίδιοι. Τα ‘ραβαν παν’ στου πλεχτό. Ναι μόνοι τς τα έκαναν αυτά. Μ’ αυτά περπατούσαν οι γυναίκεις όλου τουν δρόμου. Κατ’ τα χειμαδιά μ’ αυτά. Σακατεύνταν. Ητούτα ιδώ τα ‘χει ου πατέρας μ’. Αυτό του μηρουκάματου έκανει ου πατέρας μ’. Τα ‘ραβει ιδώ κι μ’ αυτά πάαιναν οι γυναίκες στα πρόβατα, για ξύλα”.
“Φτιάναμαν κι φορούσαμαν άμα ήταν τα παπούτσια τρύπια. Τα ‘χαμαν για δλειές. Μη τ’ βηλόνα πλέμαν. Αχ, τι πάθαμαν τότι, όταν ήρθαν οι Γηρμανοί, δεν είχαμαν ημείς σαμπρέλα, οι άντρεις δεν τς ήταν ιδώ, έκουβει βηλέντζεις η μάνα μ’ κι μας έφτιανει ιδώ. Πάαιναμαν λίγου, όσου να κρυφτούμει κάτ’ τρύπαει. Μητά π’ ξανάρθαν πάλι οι Γηρμανοί ου παππούς μ’ απ’ τουν πατέρα μ’ πήρε σαμπρέλα απ’ αυτουκίντου κι μας το ‘στλει κι τα ‘φτιάσαμαν προυπόδια κι μας το ‘ραψει ου Βαγγέλη Καλουγιάννς μη τουν Αντών’ Παπαντών’ μη μύτεις ιδώ. Βγαίναμαν κι στου χουρό μη τούτα”.
“Φορούσαμει κι προυπόδια κι κάλτσεις απού τα πρόβατα φτιασμένα. Ικεία να τσουρέπια τα ‘λέμαν. Μη τ’ βιλόνα. Ναι, ναι κι σαμπρέλα απού κάτ’ ραμμέν’ κι μ΄αυτές περπατάμαν. Πιο πολύ περπατάμαν μ’ αυτά. Δεν είχαμαν παπούτσια. Ε, καλά ένα ζευγαράκι παπούτσια για του πανγύρ’ αλλά τα καθημηρνά ήταν τα προυπόδια. Η σαμπρέλα ραμμέν’ απού γύρα”. (Πηγή : Η ΥΦΑΝΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΧΟΥΛΙΑΡΑΔΕΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, Μ. Ράπτη, Ιωάννινα, 2017)

Στη φωτογραφία του Αιγυπτιώτη Δημήτρη Παπαδήμου “Επιδιορθωτής ελαστικών υποδημάτων – βουλκανιζατέρ” στην Κομοτηνή την δεκαετία του 60. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να βρούμε σχετική φωτογραφία από την περιοχή μας. (Πηγή : Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Αφιέρωμα της Εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,14 /10/2001)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

1877 : ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΡΩΣΣΙΚΟΥ ΥΠΟΠΡΟΞΕΝΕΙΟΥ ΑΡΤΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ ΣΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

———————————
Μια ακόμη πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση σχετικά με την τοπογραφική και παραγωγική κατάσταση στα Τζουμέρκα στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας είναι αυτή του Ρωσσικού Υποπροξενείου της Άρτας, στην οποία διαβάζουμε : “ Ο πληθυσμός των 30 χωρίων (των Τζουμέρκων), εκ 1717 οικογενειών ελληνικών συνιστάμενος, μας φέρει ψυχάς 8580. Τούτων υπολογίζονται 2/5 εις οπλοφόρους, δηλ. δυνάμεθα να έχωμεν 3.400. Οι κάτοικοι ούτοι μετέρχονται τον ποιμενικόν βίον, το των ξιλοσχιστών, (yartzi τουρκιστί), το των βαρελοποιών και κτιστών και ραπτών, είναι όμως άνδρες ισχυράς κράσεως, υψηλοί και καρτερικώτατοι. Τα Τζουμέρκα κατά τον χειμώνα δεν κρατούσιν ούτε το ½ του πληθυσμού των, διότι οι ποιμένες κατέρχονται στας πεδιάδας της Άρτης, οι ράπται και κτίσται και βαρελοποιοί εις όλας τας επαρχίας των Ιωαννίνων, Πρεβέζης, Άρτης και την ελευθέραν Ελλάδα…….Οι κάτοικοι των χωρίων τούτων και πολεμικοί και φιλελεύθεροι είναι, τα χωρία των δεν πατεί στρατός τουρκικός. Ως προς την καλλιέργειαν υστερούσι και τούτο ένεκα της φύσεως του εδάφους. Το παραγωγικόν του μέρους είναι το εξής :
Σίτος κιλά Κων/λεως 2000.
Αραβόσιτος 1500,
κριθή 2000,
βρώμη 1000,
βρίζα 1000,
ελαίαι οκ. Τουρκ. 8700,
καπνός 7000,
βάμβαξ 300, φασόλια 1500,
βαλανίδιον 10000,
κάστανα 8000,
καρύδια 15000,
οίνος 1500,
μήλα 3000,
μέταξα 5500,
τυρός 10000,
βούτυρον 8000,
αιγοπρόβατα 40000,
βόες 7000,
ίπποι – όνοι – ημίονοι 6000”
Στον πίνακα που ακολουθεί καταγράφονται επίσης, εκτός από τις οικογένειες, οι εκκλησίες, τα σχολεία καθώς και ο ιδιοκτήτης του κάθε χωριού. (Πηγή : Περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, τχ. 21-22, 1962)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΟΝ ΤΣΟΠΕΛΑ

“ΝΑ των Πραμάντων, σε μια ελατόφυτη περιοχή με πανοραμική θέα, χτίστηκε από τον πατέρα Διονύσιο, κατά κόσμο Δημήτριο Θ. Νούτσο, το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής το 1878, στο οποίο μόνασε ο ίδιος επί 50 έτη. Τον πατέρα Διονύσιο διαδέχτηκε στο μοναστήρι ο ιερέας των Πραμάντων Γεώργιος Παπαθεοδώρου, στο οποίο ιερούργησε επί 13 έτη και τον διαδέχτηκε ο ιερομόναχος Ιλαρίων Σμύρνης. Μετά θάνατό του το μοναστήρι επιβλέπεται και φροντίζεται από τους ιερείς των Πραμάντων, Χρηστών και Τσόπελας. Κατά τα έτη 1908-1912 χρησιμοποιήθηκε ως στρατηγείο του ηπειρώτη καπετάν Πουτέτση όπου δίκαζε τους συνεργαζόμενους με τους Τούρκους. Κατά την κατοχή (1943-44) λειτούργησε ως νοσοκομείο στο οποίο νοσηλεύονταν τραυματίες και ασθενείς των αντάρτικων οργανώσεων. Στη θέση που είναι χτισμένο το μοναστήρι υπήρχε μικρή εκκλησία και πρόχειρο κελί για το οποίο δεν υπάρχουν στοιχεία πότε χτίστηκε. Υπάρχει ενθύμηση του ιερομόναχου Καλλινίκου, που γράφτηκε το 1814 και από άλλες μαρτυρίες, ότι προτού χτιστεί το σημερινό μοναστήρι, μόναζε στο εκκλησάκι αυτό ο πατέρας Θεοφάνης από τον Τσιόπελα, αγνώστων λοιπών στοιχείων.”(Πηγή ΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΟΧΩΡΙΑ, Σ. Φίλου, Αθήνα,2000)

Στη φωτογραφία του Α. Βερτόδουλου “Η μονή Αγίας Παρασκευής Πραμάντων” στη δεκαετία του ’60 (Πηγή Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννενα, 1995)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μοναστήρια | Σχολιάστε