“Η ΣΤΑΧΤΟΚΛΟΥΡΑ”

———————-
Ο σπιτικός φούρνος ήταν μικρή πολυτέλεια στα χωριά των Τζουμέρκων και του Γαβρόβου. Οι πιο πολλοί ετοίμαζαν το ψωμί τους πάνω στο χώμα ή στη ζεστή πλάκα στο τζάκι, μια σταχτοκουλούρα χωρίς προζύμι, που κάποτε η οικογένεια την έτρωγε μόνο με λίγες ελιές και κρεμμύδι. Την σταχτοκουλούρα οι νοικοκυρές δεν την έψηναν σε ταψί αλλά την τύλιγαν σε φύλλα κουτσουπιάς ή καρυδιάς, φρέσκα ή ξεραμένα σε αρμάθα, και την έψηναν μέσα στη χόβολη.
Και βέβαια η σταχτοκουλούρα παρασκευάζονταν από τις νοικοκυρές σε όλη την Ελλάδα. Μια πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή από κάποιο χωριό της Στερεάς Ελλάδας διαβάζουμε από τον περιηγητή Edward Clarke από το ταξίδι του το 1801 : “Zυμώθηκε η κουλούρα και σκεπάστηκε με τη θράκα. Η γυναίκα παραμέριζε κάθε τόσο τα κάρβουνα με τα δάχτυλά της για να δει αν έσκασαν οι άκρες. Τέλος έβγαλε την πίτα από τη στάχτη και τη σκέπασε με την ποδιά της και, αφού την έκοψε προσεκτικά σε κομμάτια, έδωσε στον καθένα το μερτικό του, αχνιστό ακόμα, μαζί με ένα μεγάλο ξεφλουδισμένο κρεμμύδι. Το γευτήκαμε προσθέτοντας λίγο αλάτι, όπως ακριβώς έκανε και ο σπιτονοικοκύρης μας. Κάθε τόσο παρότρυνε να φάμε όλο το κρεμμύδι λέγοντας : Φάτε, μη σας νοιάζει, τα σακιά είναι γεμάτα! Η σπιτονοικοκυρά έσπευσε να ετοιμάσει κι άλλη λειψοκουλούρα για να τους περιποιηθεί. Ύστερα άλλη κι άλλη. Κι όταν έφαγαν όλοι και χόρτασαν, άρχισαν να μιλούν για τα βάσανά τους…… “ (Πηγή Σιμόπουλος (Κυριάκος), Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα. Τόμος Γ1: 1800 – 1810, 2003)

Στη φωτογραφία καρτ-ποσταλ με φούρνισμα του ψωμιού του φωτογράφου Νίκου Στουρνάρα στο δεύτερο μισό του 1950. (Αναδημοσίευση από την Ομάδα DELPHI-PHOTO-HISTORY)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

“ΤΟ ΞΕΦΛΟΥΔΙΣΜΑ” – ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

————————————–
“Τα παλιά τα χρόνια όταν μάζωναν τις ρόκες, τις σώριαζαν σε ένα απ’ τα δυο δωμάτια της κατοικίας ή εις την καλυτέραν αποθήκην την οποίαν είχαν ή έξω εις την αυλήν, δια να τις ξεφλουδίσουν και δια την προστασίαν των από τα ζώα, τις κότες και την πιθανή βροχή έρριχναν πάνω από αυτά ρούχα για να τις προφυλάξουν. Οι μεγάλοι σωροί από τις αξεφλούδιστες ρόκες εδημιούργουν πολλά προβλήματα όπως του χώρου και κυρίως της καταστροφής του καρπού, διότι αν έμεναν πολλές ημέρες αξεφλούδιστες “άναβαν”, “μόκιαζαν” και χαλούσαν. Αν δε χαλούσαν, η οικογένεια έχανε το ψωμί της χρονιάς.
Όριζαν λοιπόν ένα βράδυ, διότι την ημέραν είχαν τις διάφορες εργασίες και έλεγαν τούτο εις τους γείτονες των, τους συγγενείς και εις τους φίλους.
Απευθυνόμενοι για βοήθεια έλεγαν : “Αύριου του βραδ’ έχουμι ξιφλουδίσματα. Αν ηυκηρείτε κι θέλητει ας αρθειτει να μας βουηθήσητει κι θα να ‘ρθουμει κι μεις όπουτι μας χρειαστήτει.” Οι άλλ’ αφού σκέφτονταν, απάνταγαν “Κάποιους θα να ΄ρθ’ κι απού ημάς.”
Το ξεφλούδισμα αρχίναγε μόλις σκοτείνιαζε, κι είχαν τελειώσει τις άλλες εργασίες. Ετοίμαζαν τα σακιά π’ θα να’ βαναν τις κομμένες ρόκες, ενώ ξεχωριστά θα να ‘βαναν τις κρεμάδες ή τις πλέξεις, καθώς και τα σουβλιά για ν’ ανοίγουν τα φύλλα. Κάθονταν γύρω απ’ το σωρό, σε κύκλο ή κάτω στο έδαφος ή πάνω σε σκαμνιά και οι νεαροί άλλοτε κάθονταν κι αυτοί με τους άλλους ή πάνω στο σωρό.
Τα ροκόφυλλα τα πετούσαν πίσω τους και κατά διαστήματα τα μάζωναν και τα αποθήκευαν σε ειδικώς διασκευασμένο μέρος, να τα έχουν για θροφή των χονδρών ζώων το χειμώνα. Τις κρεμάδες άλλοτε τις έπλεκαν δυο-δυο από μερικά μαλακά φύλλα τα οποία άφηναν στο κοτσάνι ή τις έπλεκαν πολλές μαζί σε πλέξεις. Μετά τις έβαναν σε ένα μέρος ή κάποιος βοηθούμενος κι από κάποιον άλλο, τις κρέμαγε ή στα ματέρια στο ξεταβάνωτο δωμάτιο ή σε σύρματα κάτω από το ταβάνι. Έτσι καθ’ όλον το διάστημα αερίζονταν και δε χάλαγε το καλαμπόκι.
Τις άλλες τις ρόκες, τις κομμένες τις έβαναν σε άλλο μέρος και τις άπλωναν να μην ανάψουν και μοκιάσουν, κι αφού τις έλιαζαν στη λιάστρα καλά, τις στούμπαγαν, έλιαζαν το καλαμπόκι πάλι και το αποθήκευαν ή στ’ αμπάρια ή σε σακιά σε ευάερο μέρος να μην ανάβει. Αν είχαν μεγάλη σοδιά, κατά διαστήματα έλιαζαν ξανά το καλαμπόκι κατά τη διάρκεια του έτους για να μην ψειριάζει. Τις ημίχλωρες τις ρόκες, γιατί ήταν και τέτοιες, τις ξεχώριζαν ή για να τις βράσουν ή για να τις ψήσουν. Προσπάθαγαν όμως, για να τελειώσουν μια ώρα αρχύτερα, να έχουν πολλά άτομα και οι νοικοκυραίοι να κάνουν όσο μπορούσαν γλήγορα. Πολλές βολές ξεφλούδαγαν και δυο και τρία βράδια, αν είχαν πολλά μπερεκέτια, μεγάλη δηλαδή σοδειά…..”(Πηγή : ‘Αρθρο του Ι. Σκούτα στο περιοδικό ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 276, 2002 – Η συνέχεια του άρθρου σε επόμενη δημοσίευση)

Στη φωτογραφία : Ξεφλούδισμα καλαμποκιού στη δεκαετία του 1950 ( Φωτο από Αρχείο Πολιτιστικού Συλλόγου Γιαννιώτι, Δήμος Γεωργίου Καραισκάκη)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ “ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ”

1930ς : Η είσοδος στην πόλη της Άρτας από την Αθήνα, πριν τον πόλεμο. (Φωτο από ιδιωτική συλλογή) 

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

ΤΟ ΒΕΛΟΥΧΙ “Η ΧΑΡΑΥΓΗ“

“Η Χαραυγή, με τη μικρή πλατεία με τις κόκκινες ολάνθιστες πικροδάφνες και το γραφικό καφεδάκι, ο φροντισμένος κήπος πνιγμένος στα πολύχρωμα λουλούδια ανέδιδε μια μοναδική ευωδία. Ήταν το βελούχι του Γιώργου Διαμάντη με γκαρσόνι το Σταύρο που μας σερβίριζε τα Συριανά λουκούμια, τα υποβρύχια και τα ωραία Αρτινά γλυκά του κουταλιού. Το βελούχι του Διαμάντη ήταν στις δόξες του από το 1924 μέχρι το 1940. Από το βελούχι ακούγαμε όλα τα νέα τραγούδια, από το φωνόγραφο με το ωραίο ζωγραφισμένο χωνί που έπαιζε σχεδόν όλη μέρα. Ο κυρ Γιώργης έφερνε όλους τους νέους δίσκους. Απ’ εκεί μαθαίναμε και τραγουδούσαμε το “Βαπτιστικό” του Σακελλαρίδη, το “Tσιγαρέτο”, τη “Ροζίτα” κι άλλα πολλά. Μαθαίναμε τον ήχο από το φωνόγραφο κι όσα λόγια μπορούσαμε ν’ αρπάξουμε κι έπειτα αγοράζαμε το βιβλιαράκι με τα τραγούδια από το Φωτόπουλο που είχε το πρακτορείο των εφημερίδων και γινόμαστε ξεφτέρια. Το καλοκαίρι καμιά φορά έφερνε και καραγκιόζη. Στα 1929 στο βελούχι δόθηκε και χορός. Ήταν ο πρώτος υπαίθριος χορός στην Άρτα. Το καλοκαίρι στα 1937 ο Διαμάντης βάζει στο Βελούχι την ορχήστρα των αδελφών Τζιμόπουλου. Ο Ελεύθερος λόγος στις 20 Μαίου γράφει : “Εντός των ημερών εγκαθίσταται εις το εξωτικόν κέντρον “Η Χαραυγή” του κ. Διαμάντη το μουσικόν συγκρότημα των κ.κ. Μάρκου και Κώστα Τζιμόπουλου. Η νέα ορχήστρα, αρτιωτάτη καθ’ όλα, θα παίζει καθ’ εκάστην εσπέραν τα νεώτερα τραγούδια. Προς τους συντελεστάς της μουσικής προόδου του τόπου μας κ.κ. Μάρκον και Κώσταν Τζιμόπουλον αξίζει κάθε ενίσχυσις εκ μέρους της κοινωνίας της Άρτας.” (Από άρθρο του Τάκη Βαφιά στην εφημερίδα ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ, Ιούνιος 1986, απ’ όπου και η φωτογραφία)

Στη φωτο Το Βελούχι “Η Χαραυγή” το 1926. 

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

Ευαγγελία Βάγια- Μαστραπά

1890 : Η Ευαγγελία Βάγια- Μαστραπά σε μικρή ηλικία στην Αίγυπτο. (Φωτο από συλλογή Ε.Μ.)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

ΟΔΟΣ ΑΠΟ ΑΡΤΑΣ ΕΙΣ ΚΑΛΑΡΡΥΤΑΣ ΔΙΑ Της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΟΧΘΗΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ Της ΑΡΤΑΣ, 19 ½ ΩΡΑΙ*

“Από Άρτης εις Καλεντίνι ώραι 5, εκείθεν εις ‘Ράμια ώραι 7, εκείθεν εις Άγναντα ώραι 2 ¾ , εκείθεν εις Καλαρρύτας ώραι 4 ½ .
Η οδός αύτη είναι μακρά και πολύ ομαλωτέρα της διά της δεξιάς όχθης του ποταμού της Άρτας. Άρχεται δ’ από Άρτας και μετά 5 ώρας διέρχεται το χωρίον Καλεντίνι, έχον 180 Έλλ. κατ. Και ύδωρ του ποταμού Καλενδίνι, (σημειωτέον ότι το χωρίον τούτο είναι έτερον παρά το Καλενδίνιον το και Βελεντζικόν καλούμενον). Μετά 7 έτι ώρας καθ’ όλον το διάστημα των οποίων η οδός ευρίσκεται επί των δυτικών κλιτύων του όρους Τσουμέρκα, φθάνει εις το χωρίον ‘Ράμια (250 Έλλ. κατ και 2 πηγαί ύδατος). Εκείθεν ανά ½ ώραν διέρχεται διά των χωρίων Λεπιανά (300 Έλλ. κατ. και 2 πηγαί ύδατος), Σερέσι (200 Έλλ. κατ και 2 πηγαί ύδατος) και μετά ¾ της ώρας διά του χωρίου Σχορέτσανα κατοικουμένου υπό 1500 Ελλήνων ένθα υπάρχουσι άφθονα ύδατα και το μοναστήριον της Αγ. Αικατερίνης. Εκείθεν η οδός μετά 1 ώραν λήγει εις το χωρίον Άγναντα (1000 Έλλ. κατ.), πέραν του οποίου συναντά την διά της δεξιάς όχθης του ποταμού της Άρτας οδόν προς τους Καλαρρύτας. Το τελευταίον τούτο διάστημα είναι 4 ½ ωρών.” (ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ , Επιτελικό Γραφείο Υπουργείου Στρατιωτικών, Ι. Κοκίδης, Αθήνα, 1880).
*Τα χωριά του Τμήματος των Τζουμέρκων την εποχή εκείνη υπάγονταν στην Μητρόπολη των Ιωαννίνων. Μπορείτε να δείτε όλα τα 24 χωριά των Τζουμέρκων στα σχόλια.

Στη φωτογραφία “Το τόξο της πανέμορφης γέφυρας της Πολιτσάς στον Άραχθο, κάτω από το Αμπελοχώρι” (Φωτο του Α. Βερτόδουλου από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννινα, 1995)


Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΓΑΙΟΚΤΗΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ – Η ΑΝΤΑΛΛΑΞΙΜΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

“Προτού η αγροτική μεταρρύθμιση με τις μαζικές απαλλοτριώσεις μεγάλων γαιοκτησιών επιβληθεί μετά το 1922 από τις επιτακτικές ανάγκες αποκατάστασης των προσφύγων, οι διαδικασίες μετάβασης της μουσουλμανικής γαιοκτησίας σε Έλληνες ιδιοκτήτες αρχίζουν ήδη από τις παραμονές της ενσωμάτωσης της Ηπειροθεσσαλίας στο ελληνικό κράτος με την εξαγορά μουσουλμανικών ιδιοκτησιών από Έλληνες κεφαλαιούχους – και εδώ το παράδειγμα του Καραπάνου είναι χαρακτηριστικό. Η διαδικασία αυτή βεβαίως έφτασε στο απόγειό της με τις πολιτικές αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και με τη Σύμβαση περί Ανταλλαγής Πληθυσμών που καθιστά τη μουσουλμανική γαιοκτησία ανταλλάξιμη περιουσία. Στην Άρτα μόνο το 1923 απαλλοτριώθηκαν με δύο Βασιλικά Διατάγματα 57 τσιφλίκια, ενώ κάποιες απαλλοτριώσεις είχαν γίνει και την περίοδο 1917-1920.
Πιο συγκεκριμένα, στην Άρτα διακρίνονται τρεις τύποι μουσουλμανικής ιδιοκτησίας: η ανταλλάξιμη, η βακουφική και τα κτήματα που ανήκαν σε μη ανταλλάξιμους μουσουλμάνους. Στην ανταλλάξιμη μουσουλμανική γαιοκτησία ανήκαν τα αγροκτήματα (ολόκληρα ή κτηματομερίδια) Άγιος Γεώργιος, Βούλιστα Παναγιά, Βρυσούλες, Γεωργουσιοί, Νεοχώρι, Παναγία Ιμαρέτ – Μαρατοβούνι, Ιμάμ Τσαούς, Γραμμενίτσα, Πέτρα, Ρουμπάς, Κεράσοβο, Ρόκα, Χαλκιάδες, Ζαβάκα, Μπλίσκα – Τσικριτζή – Κακόβατος. Πολλές φορές σημειώνεται στα έγγραφα των φακέλων ότι το αγρόκτημα ανήκε σε μουσουλμάνο ιδιοκτήτη και περιήλθε στο ελληνικό Δημόσιο, όπως οι περιπτώσεις του Αγίου Γεωργίου, Μπλίσκα – Τσικριτζή – Κακόβατος και της Βούλιστας Παναγιάς. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι ανταλλάξιμες αυτές εκτάσεις δεν ήταν αυτές που παραχωρήθηκαν στην Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων για να εκπληρώσει το έργο της αγροτικής αποκατάστασης των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, αλλά όσες παραχωρήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος μετά την υπογραφή σχετικής σύμβασης με το ελληνικό Δημόσιο το 1925 ως εγγύηση για τη σύναψη δανείου που θα χρησιμοποιούνταν από το ελληνικό κράτος για την αποζημίωση των αστών και ορισμένων κατηγοριών αγροτών προσφύγων.”(Πηγή : «Narda – Οθωμανική Άρτα: Η μετάβαση από την ύστερη οθωμανική περίοδο στην ελληνική πόλη», επιμ. Ηλίας Σκουλίδας, Σκουφάς τ. ΙΖ΄, τχ 106 (Άρτα 2016) βασισμένο στο βιβλίο του Γ. Γκλαβίνα ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ Της ΑΡΤΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 1881)

Στη φωτογραφία : 1950ς – Μαζεύοντας Βαμβάκι στον Κάμπο της Άρτας (Η φωτο είναι από την ομάδα Η ΝΥΜΦΗ ΤΟΥ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ Βίγλας Άρτας)

Δημοσιεύθηκε στη Η Απελευθέρωση το 1881 | Σχολιάστε

Καλαμιά Άρτης

ΚΑΛΑΜΙΑ (Κανισιά ή Κανεσοί ή Κανεσισί)
————————
“Η προέλευση του παλιού ονόματος δεν είναι τούρκικη, ούτε αλβανική, ούτε σλαβική. Δεν αποκλείεται να είναι το επίθετο της φάρας που πρωτοκατοίκησε στη θέση του χωριού και να έχει εκλείψει από πολύ παλιά. Με τη σύσταση των κοινοτήτων, η Καλαμιά υπάχθηκε στην κοινότητα Χαλκιάδων.Χωρίστηκε και αποτέλεσε ίδια κοινότητα το 1929. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το χωριό ήταν τσιφλίκι ενός Τούρκου Μπέη. Το 1777 επισκέφτηκε τους Χαλκιάδες ο Πάτερ Κοσμάς. Φεύγοντας πέρασε και από την Καλαμιά. Σύμφωνα με την παράδοση που ανέφερε ο Καλαμιώτης Νικόλαος Παπαναστασίου, 81 χρονών, όταν βγήκε έξω από το χωριό, στην τοποθεσία Αλώνια, κάθησε να αναπαυτεί κάτω από μια μεγάλη γκορτσιά που υπήρχε εκεί και που σωζόταν μέχρι πριν από 30 χρόνια. Μόλις κάθησε, τα κλωνάρια της γκορτσιάς γύρισαν αμέσως όλα προς τα κάτω. Ύστερα απ’ αυτό το δέντρο έδειχνε σαν ομπρέλα. Πολλοί Καλαμιώτες λένε ότι θυμήθηκαν αυτή την γκορτσιά.” (Πηγή : ΙΣΤΟΡΙΚΑ Κ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ, Λ. Κασσελούρης, Αθήνα, 1980)

Στη φωτογραφία η ανέγερση του Δημοτικού Σχολείου Καλαμιάς το 1958. (Πηγή φωτογραφίας : Εφημερίδα ΦΙΛΟΘΕΗ, α.φ. 4, Δεκέμβριος 2016)

ΠΙΝΑΚΕΣ ΤΩΝ ΤΣΙΦΛΙΚΙΩΝ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΑΝ ΣΤΟΥΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΝΕΣΣΟΥΣ ΤΟ 1913 (Πηγή : Ευστράτιος Πατσαλιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά στον Κάμπο της Άρτας | Σχολιάστε

1965-70 : “Δρόμος στην πόλη της Άρτας “. Η φωτο είναι από το ebay.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

ΓΟΡΓΟΜΥΛΟΣ, ΣΚΛΙΒΑΝΗ & ΛΟΥΡΟΣ

ΓΟΡΓΟΜΥΛΟΣ
—————-
Αναδημοσίευση φωτογραφίας από την Ομάδα “Φωτογραφικές μνήμες σε Άσπρο-Μαύρο

Η ΣΚΛΙΒΑΝΗ
————–
Στο βάθος διακρίνεται η Ολύτσικα (Φωτο του Απόστολου Βερτόδουλου από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννενα, 1995)

1960ς : Κύκνοι στις πηγές του ποταμού Λούρου. (Φωτο του Απόστολου Βερτόδουλου από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννενα, 1995)

Δημοσιεύθηκε στη Στο δρόμο προς το Ξηροβούνι | Σχολιάστε