ΔΕΝ ΤΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΕΣ ΚΑΛΑ ΠΑΠΠΟΥ…..(Ανεβαίνοντας στην Κυψέλη…)

“Ήθελε ακόμα να ξημερώσει. Ο χειμώνας βαρύς. Ανέβαινα απ’ τη δημοσιά, περπατώντας έναν κακοτράχαλο χωματόδρομο που και τ’ αυτοκίνητα ακόμα θα ‘θελαν να τον αποφύγουν. Στην Καρυά, κοβόταν απότομα κι άρχιζε το μονοπάτι. Απόρησα, γιατί υπήρχε ασφαλτοστρωμένος δρόμος μέχρι τον Αη Γιώργη από χρόνια. Παλιά όταν ήμουν παιδάκι και μ’ έφερνε το λεωφορείο του Αλέκου από την Άρτα, τα αυτοκίνητα σταματούσαν εδώ. Από κει και πάνω, μόνο για τα ζωντανά και για γερά πόδια. Ήταν τότε που με περίμενες κάτω από την πλατεία, με το γομάρι δεμένο στην καρυδιά, στερέωνες τη μικρή καρό βαλίτσα μου στ’ αριστερά στο σαμάρι, μ’ ανέβαζες πανωσάμαρο κι εσύ από δίπλα ποδαρόδρομο. Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι, δυο τσγάρες δρόμος.

Αυτά σκεφτόμουν καθώς ανέβαινα τα πέτρινα σκαλοπάτια που έβγαζαν στην πλατεία. Οι πόρτες των μαγαζιών κλειστές. Η σιδερένια πόρτα τ’ Αη Νικόλα κλειδωμένη κι αυτή, λες και από κάτι είχε να φοβηθεί ο άγιος. Πάνω στα λίγα τραπέζια των καφενείων της πλατείας, αναποδογυρισμένες οι καρέκλες. Ερημιά μαύρη και παγωνιά. Ο γιαννιώτης σήκωνε τα πεσμένα φύλλα γύρω απ’ τον γερο πλάτανο και τα ‘στρωνε σ’ ένα κυκλικό χορό χωρίς αρχή και τέλος. Από την πέτρινη βρύση δεν έτρεχε στάλα νερό. Τέτοια εποχή…

Άφησα πίσω μου την πλατεία. Πέρασα έξω απ’ του Μπλέτσου. Σκοτεινά. Στου Πουρναρά το ίδιο. Και στου Μπέσου. Παγωμένη η νύχτα, σφαλισμένα τα παντζούρια, τα μπουχαριά χωρίς καπνό. Στην άκρη, από το τσιμεντένιο αυλάκι, ακουγόταν το νερό που κυλούσε ορμητικά προς την αυλή του μυλωνά. Μπόρεσα να διακρίνω στο λιγοστό φως που σκόρπιζαν οι κολώνες του ηλεκτρικού την αντάρα που σκέπαζε απέναντι τη Ρουπακιά και κατέβαινε χαμηλά ως τη Γκούρα. Φουσκωμένη αυτή από μεγάλες κατεβασιές νερού που βιάζονταν να συναντήσουν τον Άραχθο.

Μετά τη στροφή του Μπράνα, πάγωσα. Δεν ήταν απ’ το κρύο. Το δίπατο πέτρινο σπίτι στέκονταν πάλι εκεί, όρθιο όπως παλιά. Ένα αχνό φως έφεγγε στο δυτικό παράθυρο που, δεν ξέρω γιατί, δεν είχε πατζούρι. Απ’ όλα τα παράθυρα έλειπαν τα πατζούρια. Ανέβασα το βλέμμα μου στο μπουχαρή. Καπνός;! Τα πόδια μου άρχισαν να κινούνται χωρίς να περιμένουν τις σκέψεις. Έσπρωξα τη λυσιά, δρασκέλισα την αυλή και ζύγωσα τ’ αφτί στην εξώπορτα. Άρχισε να πέφτει ένα ψιλόβροχο που πήγαινε να γίνει χιόνι, άλλαζε γνώμη για λίγο και το γύρναγε πάλι. Ακούγονταν μόνο η φουσκωμένη Γκούρα και οι σταγόνες της βροχής. Έσκυψα στο παράθυρο. Το τραβηγμένο πλεχτό κουρτινάκι της γιαγιάς άφηνε να φανεί το εσωτερικό του σπιτιού……”Μπορείτε να διαβάσετε την συνέχεια της όμορφης αυτής ιστορίας στο λινκ https://e-oikodomos.blogspot.com/…/blog-post_9725.html…

Στη φωτογραφία σπίτι στην Κυψέλη .“…..διακρίνονται τα Τζουμέρκα με τις κορφές τους χωμένες στα σύννεφα. Τραβήχτηκε το 1980, την ίδια εποχή που το σπίτι που περιγράφω στο κείμενο (ηλικίας τότε μόλις 23 χρόνων) γκρεμίστηκε για να ανοίξει η «δημοσιά» που βλέπετε και λίγο αργότερα ασφαλτοστρώθηκε. Το σπίτι ξαναχτίστηκε λίγους μήνες αργότερα μερικά μέτρα πιο πέρα. Ο φωτογράφος στεκόταν ακριβώς δίπλα στο γκρεμισμένο σπίτι όταν εστίαζε το φακό του. Δεν ξέρω το όνομά του.” Η φωτο είναι από το ίδιο άρθρο. 

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΚΥΨΕΛΗ ΑΡΤΗΣ

“Στην Κυψέλη υπάγονται πέντε συνοικισμοί – η Καλλονή, που λεγόταν πριν Πολιάνα, ο Άγιος Γεώργιος, η Λούτσα, η Ρουπακιά και η Ευαγγελίστρια. Όπως υποστηρίζει ο Ν. Τόσκας στο βιβλίο του “Χώσεψη”, το παλιό όνομα του χωριού υποδηλώνει “Χάος εν Όψη”. Για το θέμα όμως αυτό έχουμε διαφορετική γνώμη. Η ονομασία προέρχεται από το “χωσιά με όψη”. Το μαρτυρεί αυτό η ίδια τοποθεσία του. Το χωριό είναι κτισμένο ανάμεσα σε δύο αντερίσματα. Το μέρος δε στο οποίο είναι τα σπίτια είναι πλαγιαρό. Η όλη τοποθεσία του δείχνει χοντρικά σαν ένα κάθισμα κλειστό στο πίσω μέρος και χωρίς στηρίγματα για τους αγκώνες δεξιά και αριστερά. Είναι δηλαδή κτισμένο σε ένα λάκκο που εμείς οι Έλληνες τον λέμε “χωσιά”, επειδή προσφέρεται για ενέδρα, δηλ. για καρτέρι. Απ’ αυτό προήλθε το πρώτο συνθετικό του ονόματος. Επειδή ο λάκκος και ειδικά αυτός έχει και όψη προς μια κατεύθυνση, δηλ. θέα – πράγμα που οι χωσιές, σαν λάκκοι που είναι, συνήθως δεν έχουν – προήλθε και το δεύτερο συνθετικό, το “Όψη”, οπότε έχουμε “Χωσιά -Όψη”, Χώσοψη, Χώσεψη…….Η νέα ονομασία του χωριού, Κυψέλη, υποδηλώνει το πάει κι έλα των κατοίκων του που λόγω του επαγγέλματος τους – ασχολούνται από παλιά με την κτιστική – άλλοι φεύγουν κι άλλοι έρχονται όπως οι μέλισσες στην κυψέλη.” (Από το βιβλίο ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ. Λ. Κασσελούρης, Β’ Έκδοση, Αθήνα 1880)

(Στη φωτογραφία άποψη του μαγευτικού συνοικισμού Καλλονή από το ίδιο βιβλίο)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΧΩΣΕΨΗ ‘Η ΚΥΨΕΛΗ

“Χωρίον Χόσεη, κοτοικούμενον υπό οικογενειών 130 και κείμενον ου μακράν Χειμάρρου τινος (Λαγγάδι). Πρωτεύον Ναός εν αυτώ εστι του αγίου Νικολάου, έχει δε και τινα Παρεκκλήσια, του αγίου Γεωργίου, της αγίας Βαρβάρας, αγίου Παντελεήμονος, αγίας Παρασκευής, αγίου Αθανασίου και αγίου Μάρκου, όλως απεριποίητα και επαπειλούμενα ίνα καταστραφώσιν.Ου μακράν του χωρίου σώζεται και τις Ιερά Μονή, επ’ ονόματι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, ανεγερθείσα περί τα τέλη του 17ου αιώνος εικόσιν ιεραίς κοσμηθείσα το έτος 1700 και εγκαινιασθείσα τω 1704. Γνωστοί αυτών ηγούμενοι εισί, Κωστάντιος, Γεννάδιος, Άνθιμος και ο ήδει Κάλλιστος. Εν αυτή δε ως εν τοις λοιποίς Ναοίς ιερατεύουσι τρεις ιθαγενείς ιερείς. Αυτόθι υπάρχει και αλληλοδιδακτική σχολή……” (Από το ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ, Σ. Βυζάντιος, Αθήνα, 1884)

Στη φωτογραφία άποψη της Κυψέλης (Πηγή Φωτοδιαδρομές στο χτες, https://kypseliartas.gr/)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Μια βόλτα στο Ξενία…

Άνοιξη 1964 : μια βόλτα στο Ξενία τις καλές εποχές. Από δεξιά : Μίμης Χουλιάρας, Γεώργιος Μήλιος, Πάνος Παπαρούνης, Χρήστος Κωσταντής, Κωσταντίνος Σακκάς, Αριστείδης Περπερίδης, Γεώργιος Χαρμπής.(Φωτο από αρχείο κ. Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

25 Μαρτίου 1940 : Γυμναστικές επιδείξεις.

Σημαιοφόρος ο Λέανδρος Παπακίτσος, αριστερά Βαγγέλης (Λάκης) Συγγούνας, δεξιά Μποτσόλης. Πίσω στη μέση η Πηγή Παπαβασιλείου. Στο βάθος διακρίνεται ο Ντίνος Τσαντούκλας (Φωτο και έρευνα κ. Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

“Ο πρωτομάστορας πώφκιανε τ’ν εκκλησιά τ’ς Παναηγία’ ς το Παληοχώρι είχε χτίσει προστήτερα τ’ Βλαχιόρινα πούνε αντίκρυα απ’ τ’ν Άρτα ‘ς του Τούρκικου, κ’ ήταν πολύ καλή εκκλησιά. Αλλά ο κάλφας τ’ καταπιάστηκε κι’ έφκιασε την Παρ’γιορήτσα ‘ς τ’ν Άρτα πούταν καλύτερη απ’ τ’ Βλαχιόρ’να και τώβγαλαν και τραγούδι πώλεγε “Να βγη η κυρά Βλαχιόρινα να ιδή την Παργιορύτσσα” πού ήταν πολύ ομορφότερη και καλύτερη. Ο πρωτομάστορας τότες έχτιζε ‘σ την Παναγιά ς’ το Παληοχώρι και σαν άκουσε το τραγούδι τούρθε μεγάλο χάλι, γιατί να τον περάση ‘στην τέχνη ο κάλφας του – κι απ’ τη μεγάλη του τη λύπη εκεί που δούλευε τούρθε σκοτούρα κι έπισε κάτου απ’ τη σκεπή της εκκλησίας και σκοτώθηκε. Οι σύντροφοί του τον έθαψαν μέσα σ’ την εκκλησιά. Αλλά το αίμα του σαν σκοτωμένος πούταν, βογγάει κάθε βράδυ και τάκουε όποιος πέρναε απ΄εκεί ως τα τώρα – τώρα που έζ’γαν οι πατεράδες μας. Ύστερα από πολύν καιρό ξέχωσαν τα κόκκαλά του κι έκαμαν αγιασμούς και από τότε έπαψε ο βόγγος και τλωρα δεν ακούγιτι τίποτε.” (Από άρθρο του Αν. Κ. Ορλάνδου, ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τχ. Α’ και Β’, 1927)

Στην φωτογραφία μέρος της τοιχογραφίας του ναού που απεικονίζει τον Ιωάννη Τσιμισκή, αδελφό του κτήτορος του ναού Θεόδωρου, και τη σύζυγο αυτού Άννα. (Φωτογραφία του Αναστάσιου Ορλάνδου από το παραπάνω άρθρο στα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Τα εσωτερικά θυρόφυλλα της Κόκκινης Εκκλησιάς

“Εσωτερικήν δε θύραν ο ναός έχει μίαν και μόνην, την μεταξύ νάρθηκος και κυρίως ναού. Η θύρα αύτη κλείεται σήμερον δι’ ωραίων ξυλογλύπτων θυροφύλλων εξ ξύλου καρυδέας. Φαίνεται όμως ότι τα θυρόφυλλα ταύτα ανήκον αρχικώς εις άλλην υψηλοτέραν θύραν, διότι είναι κάτωθεν κεκομμένα, ως αποδεικνύει η απότομος διακοπή της διακοσμήσεως, και δη εκάτερον διαφόρως, ίνα προσαρμοσθώσι προς τας διαστάσεις του ανοίγματος, όπερ κλείουσι σήμερον. Ποία δ’ ήτο η αρχική θέσις των θυροφύλλων τούτων αγνοούμεν.” (Απόσπασμα από άρθρο του Αν. Κ. Ορλάνδου, ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τχ. Α’ και Β’, 1927)

Στη φωτογραφία τα εσωτερικά θυρόφυλλα της Κόκκινης Εκκλησιάς (Φωτο Σπύρου Μελετζή, 1937, Μουσείο Μπενάκη)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (ΠΑΝΑΓΙΑ ΒΕΛΛΑΣ) ΕΝ ΤΩ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΩ ΠΑΛΗΟΧΩΡΙ ΒΟΥΡΓΑΡΕΛΙΟΥ

“Όσον αφορά την ονομασίαν Κόκκινη εκκλησιά, ην και άλλοι ναοί φέρουσι, αύτη προφανώς οφείλεται εις το ζωηρώς ερυθρόν χρώμα των πλίνθων, ας αφθόνως βλέπομεν χρησιμοποιημένας εν αυτώ. Παναγία δε Βελλάς θα ωνομάσθη αναμφιβόλως λόγω σχέσεως αυτής προς την επισκοπήν ή την μονήν Βελλάς, κώμης Ηπειρωτικής κειμένης ουχί ως εσφαλμένως ήκασεν ο Σεραφείμ επί του απέναντι του ναού της Παναγίας λόφου της Τσιούκας, αλλά επί της θέσεως της αρχαίας Φωτίκης παρά τον ποταμόν Θύαμιν. Πράγματι δ’αν λάβωμεν υπ’ όψει, ότι ο ναός καλείται κατά παράδοσιν υπό των περιοίκων και “βασιλομανάστηρο”, δυνάμεθα ευλόγως να υποθέσωμεν, ότι θ΄απετέλεσε ποτέ το καθολικόν σπουδαίας “βασιλικής” μονής, ήτις περιπεσούσα εις αφάνειαν και εγκαταλειφθελισα υπό των ενοίκων κατήντησεν εις μοίραν μετοχίου προσηλωθείσα εις την υστερώτερον ακμάσασα μονήν Βελλάς, ης έλαβεν εφεξής το όνομα. Όταν δε πάλιν αργότερον ιδρύθη εν Βουργαρελίω, περί τα μέσα του 17ου αι. η μονή Αγ. Γεωργίου, ο ναός της Παναγίας υπήχθη εις την νεωτέραν ταύτην μονήν, ης και διετέλει μέχρι προ τινος μετόχιον” (Απόσπασμα από άρθρο του Αν. Κ. Ορλάνδου, ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τχ. Α’ και Β’, 1927)

Στη φωτογραφία η Κόκκινη Εκκλησιά κατά την διάρκεια επισκευών (Φωτογραφία του Αναστάσιου Ορλάνδου για την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΑ ΜΕΤΟΠΙΣΘΕΝ – ΣΤΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

Το Γ’ Δημοτικό Σχολείο στην Αγία Σοφία μετατράπηκε σε νοσοκομείο Ιταλών αιχμαλώτων. Οι πιτσιρικάδες πετούσαν στους κρατούμενους Ιταλούς πορτοκάλια από τα παράθυρα και οι Ιταλοί τους το ανταπέδιδαν πετώντας τους Μαντόνες και αλβανικά νομίσματα “λεκ”, που βέβαια δεν είχαν καμιά αξία. Οι Ιταλοί αιχμάλωτοι περνούσαν ως λάφυρα πολέμου από πόλη σε πόλη στην πορεία τους προς την Αθήνα για να τονώσουν το αίσθημα του Ελληνικού λαού. Οι εικόνα της άθλιας εμφάνισής τους έμεινε καρφωμένη στο νου των Αρτινών, που για πολλά χρόνια μετά χρησιμοποιούσαν την έκφραση “σαν Ιταλός αιχμάλωτος”.
Όσο για τη θέα του Ελληνικού στρατού ο καθηγητής Β. Κουριάς γράφει : “Ο ενθουσιασμός του λαού ήταν μεγάλος στην περιοχή της Άρτας. Έξω από τα περιβόλια περίμεναν οι ιδιοκτήτες και πρόσφεραν άφθονα πορτοκάλια στους τραυματίες που μετεφέροντο από το μέτωπο και γέμιζαν κυριολεκτικά τα ασθενοφόρα αυτοκίνητα. Αυτό γινόταν σε όλο το διάστημα του πολέμου. Πάρα πολύ συγκινητικό ήταν το θέαμα των μεταφερόμενων στο Νοσοκομείο τραυματιών με πολλά πορτοκάλια δίπλα στο προσκέφαλό τους ή στην αγκαλιά τους. Μερικοί απ’ αυτούς, σε βαριά κατάσταση, προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα πορτοκάλια μη τυχόν τα χάσουν και δεν ήξεραν ότι το ίδιο βράδυ ή την επομένη θα τους εγίνετο ακρωτηριασμός και θα έχαναν το πόδι τους…..” .” (Από το βιβλίο ΑΓΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΧΑΡΕΣ – ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΥ, Β. Κουριάς, Αθήνα, 1977)

Στη φωτογραφία το κτίριο του Α’ Σχολαρχείου Άρτας το οποίο αργότερα έγινε Γ’ Δημοτικό Σχολείο και στον πόλεμο μετατράπηκε σε Νοσοκομείο Ιταλών αιχμαλώτων, στην οδό Κασσοπίτρας. Το κτίριο είχε κτισθεί με δωρεές και προσωπική εργασία των κατοίκων της περιοχής το 1884. Το σχολείο στεγαζόταν στον όροφο ενώ στο ισόγειο υπήρχε καφενείο-παντοπωλείο. Πίσω διακρίνεται το καμπαναριό της Αγίας Σοφίας. Το κτίριο βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1941 (Φωτο από το βιβλίο Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ 1881-1941, Κ. Τσιλιγιάννης, Αθήνα, 2013)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΑ ΜΕΤΟΠΙΣΘΕΝ – ΣΤΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

Ο γιατρός που έμεινε χαραγμένος στη μνήμη όλων των Αρτινών κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αλβανία ήταν ο Βασίλης Κουριάς. Στα πρόχειρα νοσοκομεία του Ερυθρού Σταυρού και τα στρατιωτικά, με λίγους βοηθούς, ο γιατρός κυριολεκτικά έσωσε τη ζωή χιλιάδων στρατιωτών από τα τραύματά τους, αλλά και από τον μεγαλύτερο εχθρό του πολέμου : τα κρυοπαγήματα και την γάγγραινα. Δυστυχώς το τίμημα της ζωής το πλήρωσαν ακριβά οι στρατιώτες καθώς πολλούς αναγκάστηκαν οι γιατροί να τους ακρωτηριάσουν. Στοίβες τα κομμένα μέλη βρίσκονταν στα νοσοκομεία της Άρτας, θυμούνται όσοι έζησαν εκείνη την εποχή. Αλλά το ψυχολογικό κόστος το υπέστησαν και οι γιατροί και το προσωπικό που έπρεπε να προχωρήσουν άμεσα σε ακρωτηριασμούς για τη διάσωση των παγόπληκτων στρατιωτών. Γράφει ο Βασίλης Κουριάς : “Για αρκετά από αυτά τα άμοιρα παιδιά είχα σοβαρές αμφιβολίες αν θα επιζούσαν, τόσο η γενική μόλυνση είχε προχωρήσει. Πολλές φορές μου ήλθε ένα δάκρυ στα μάτια μου σε τέτοιες περιπτώσεις που συχνά τις αντιμετώπισα. Τις παραμονές των Χριστουγέννων του 1940, και συγκεκριμένα στις 18-20 Δεκεμβρίου, μας ήλθαν οι πρώτοι παγόπληκτοι. Με έκπληξη είδαμε αλλοιώσεις του δέρματος και των δακτύλων των ποδιών με τοπικό πρήξιμο και ερυθρότητα γύρω. Πρώτη φορά βλέπαμε τέτοιο νόσημα και στην αρχή δεν ξέραμε τις συνέπειες, γιατί οι πρώτοι ασθενείς είχαν ελαφρές και περιορισμένες αλλοιώσεις. Ήταν φανερό ότι επρόκειτο για κρυοπαγήματα, τα οποία όμως κανείς από τους Έλληνας χειρούργους και ιατρούς γενικά δεν τα εγνώριζε… Συναγερμός λοιπόν στο Νοσοκομείο και στο χειρουργείο το βράδυ των Χριστουγέννων. Όλη τη νύχτα χειρουργούσα μαζί με τους έμπειρους βοηθούς μου Κοκλανάκη και Λυμπερίου και εκτελέσαμε, αν θυμάμαι καλά, 12-14 ακρωτηριασμούς, ή ψηλά στο μηρό ή στις κνήμες. Εκτός από τρεις, οι άλλοι επέζησαν. Αυτό το δράμα εξηκολούθησε και τις επόμενες ημέρες, άλλοτε με μεγαλύτερη, άλλοτε με μικρότερη έξαρση.” (Από το βιβλίο ΑΓΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΧΑΡΕΣ – ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΥ, Β. Κουριάς, Αθήνα, 1977)

Στη φωτογραφία “Το Στρατιωτικό Νοσοκομείο στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Άρτας στο ρολόι το 1940-41” (Φωτο από το βιβλίο του κ. Κ. Βάγια, Η ΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ Της ΚΑΤΟΧΗΣ, Έκδοση ΣΚΟΥΦΑΣ, Άρτα, 2004)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε