ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

“Ο πρωτομάστορας πώφκιανε τ’ν εκκλησιά τ’ς Παναηγία’ ς το Παληοχώρι είχε χτίσει προστήτερα τ’ Βλαχιόρινα πούνε αντίκρυα απ’ τ’ν Άρτα ‘ς του Τούρκικου, κ’ ήταν πολύ καλή εκκλησιά. Αλλά ο κάλφας τ’ καταπιάστηκε κι’ έφκιασε την Παρ’γιορήτσα ‘ς τ’ν Άρτα πούταν καλύτερη απ’ τ’ Βλαχιόρ’να και τώβγαλαν και τραγούδι πώλεγε “Να βγη η κυρά Βλαχιόρινα να ιδή την Παργιορύτσσα” πού ήταν πολύ ομορφότερη και καλύτερη. Ο πρωτομάστορας τότες έχτιζε ‘σ την Παναγιά ς’ το Παληοχώρι και σαν άκουσε το τραγούδι τούρθε μεγάλο χάλι, γιατί να τον περάση ‘στην τέχνη ο κάλφας του – κι απ’ τη μεγάλη του τη λύπη εκεί που δούλευε τούρθε σκοτούρα κι έπισε κάτου απ’ τη σκεπή της εκκλησίας και σκοτώθηκε. Οι σύντροφοί του τον έθαψαν μέσα σ’ την εκκλησιά. Αλλά το αίμα του σαν σκοτωμένος πούταν, βογγάει κάθε βράδυ και τάκουε όποιος πέρναε απ΄εκεί ως τα τώρα – τώρα που έζ’γαν οι πατεράδες μας. Ύστερα από πολύν καιρό ξέχωσαν τα κόκκαλά του κι έκαμαν αγιασμούς και από τότε έπαψε ο βόγγος και τλωρα δεν ακούγιτι τίποτε.” (Από άρθρο του Αν. Κ. Ορλάνδου, ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τχ. Α’ και Β’, 1927)

Στην φωτογραφία μέρος της τοιχογραφίας του ναού που απεικονίζει τον Ιωάννη Τσιμισκή, αδελφό του κτήτορος του ναού Θεόδωρου, και τη σύζυγο αυτού Άννα. (Φωτογραφία του Αναστάσιου Ορλάνδου από το παραπάνω άρθρο στα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Τα εσωτερικά θυρόφυλλα της Κόκκινης Εκκλησιάς

“Εσωτερικήν δε θύραν ο ναός έχει μίαν και μόνην, την μεταξύ νάρθηκος και κυρίως ναού. Η θύρα αύτη κλείεται σήμερον δι’ ωραίων ξυλογλύπτων θυροφύλλων εξ ξύλου καρυδέας. Φαίνεται όμως ότι τα θυρόφυλλα ταύτα ανήκον αρχικώς εις άλλην υψηλοτέραν θύραν, διότι είναι κάτωθεν κεκομμένα, ως αποδεικνύει η απότομος διακοπή της διακοσμήσεως, και δη εκάτερον διαφόρως, ίνα προσαρμοσθώσι προς τας διαστάσεις του ανοίγματος, όπερ κλείουσι σήμερον. Ποία δ’ ήτο η αρχική θέσις των θυροφύλλων τούτων αγνοούμεν.” (Απόσπασμα από άρθρο του Αν. Κ. Ορλάνδου, ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τχ. Α’ και Β’, 1927)

Στη φωτογραφία τα εσωτερικά θυρόφυλλα της Κόκκινης Εκκλησιάς (Φωτο Σπύρου Μελετζή, 1937, Μουσείο Μπενάκη)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (ΠΑΝΑΓΙΑ ΒΕΛΛΑΣ) ΕΝ ΤΩ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΩ ΠΑΛΗΟΧΩΡΙ ΒΟΥΡΓΑΡΕΛΙΟΥ

“Όσον αφορά την ονομασίαν Κόκκινη εκκλησιά, ην και άλλοι ναοί φέρουσι, αύτη προφανώς οφείλεται εις το ζωηρώς ερυθρόν χρώμα των πλίνθων, ας αφθόνως βλέπομεν χρησιμοποιημένας εν αυτώ. Παναγία δε Βελλάς θα ωνομάσθη αναμφιβόλως λόγω σχέσεως αυτής προς την επισκοπήν ή την μονήν Βελλάς, κώμης Ηπειρωτικής κειμένης ουχί ως εσφαλμένως ήκασεν ο Σεραφείμ επί του απέναντι του ναού της Παναγίας λόφου της Τσιούκας, αλλά επί της θέσεως της αρχαίας Φωτίκης παρά τον ποταμόν Θύαμιν. Πράγματι δ’αν λάβωμεν υπ’ όψει, ότι ο ναός καλείται κατά παράδοσιν υπό των περιοίκων και “βασιλομανάστηρο”, δυνάμεθα ευλόγως να υποθέσωμεν, ότι θ΄απετέλεσε ποτέ το καθολικόν σπουδαίας “βασιλικής” μονής, ήτις περιπεσούσα εις αφάνειαν και εγκαταλειφθελισα υπό των ενοίκων κατήντησεν εις μοίραν μετοχίου προσηλωθείσα εις την υστερώτερον ακμάσασα μονήν Βελλάς, ης έλαβεν εφεξής το όνομα. Όταν δε πάλιν αργότερον ιδρύθη εν Βουργαρελίω, περί τα μέσα του 17ου αι. η μονή Αγ. Γεωργίου, ο ναός της Παναγίας υπήχθη εις την νεωτέραν ταύτην μονήν, ης και διετέλει μέχρι προ τινος μετόχιον” (Απόσπασμα από άρθρο του Αν. Κ. Ορλάνδου, ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τχ. Α’ και Β’, 1927)

Στη φωτογραφία η Κόκκινη Εκκλησιά κατά την διάρκεια επισκευών (Φωτογραφία του Αναστάσιου Ορλάνδου για την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΑ ΜΕΤΟΠΙΣΘΕΝ – ΣΤΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

Το Γ’ Δημοτικό Σχολείο στην Αγία Σοφία μετατράπηκε σε νοσοκομείο Ιταλών αιχμαλώτων. Οι πιτσιρικάδες πετούσαν στους κρατούμενους Ιταλούς πορτοκάλια από τα παράθυρα και οι Ιταλοί τους το ανταπέδιδαν πετώντας τους Μαντόνες και αλβανικά νομίσματα “λεκ”, που βέβαια δεν είχαν καμιά αξία. Οι Ιταλοί αιχμάλωτοι περνούσαν ως λάφυρα πολέμου από πόλη σε πόλη στην πορεία τους προς την Αθήνα για να τονώσουν το αίσθημα του Ελληνικού λαού. Οι εικόνα της άθλιας εμφάνισής τους έμεινε καρφωμένη στο νου των Αρτινών, που για πολλά χρόνια μετά χρησιμοποιούσαν την έκφραση “σαν Ιταλός αιχμάλωτος”.
Όσο για τη θέα του Ελληνικού στρατού ο καθηγητής Β. Κουριάς γράφει : “Ο ενθουσιασμός του λαού ήταν μεγάλος στην περιοχή της Άρτας. Έξω από τα περιβόλια περίμεναν οι ιδιοκτήτες και πρόσφεραν άφθονα πορτοκάλια στους τραυματίες που μετεφέροντο από το μέτωπο και γέμιζαν κυριολεκτικά τα ασθενοφόρα αυτοκίνητα. Αυτό γινόταν σε όλο το διάστημα του πολέμου. Πάρα πολύ συγκινητικό ήταν το θέαμα των μεταφερόμενων στο Νοσοκομείο τραυματιών με πολλά πορτοκάλια δίπλα στο προσκέφαλό τους ή στην αγκαλιά τους. Μερικοί απ’ αυτούς, σε βαριά κατάσταση, προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα πορτοκάλια μη τυχόν τα χάσουν και δεν ήξεραν ότι το ίδιο βράδυ ή την επομένη θα τους εγίνετο ακρωτηριασμός και θα έχαναν το πόδι τους…..” .” (Από το βιβλίο ΑΓΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΧΑΡΕΣ – ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΥ, Β. Κουριάς, Αθήνα, 1977)

Στη φωτογραφία το κτίριο του Α’ Σχολαρχείου Άρτας το οποίο αργότερα έγινε Γ’ Δημοτικό Σχολείο και στον πόλεμο μετατράπηκε σε Νοσοκομείο Ιταλών αιχμαλώτων, στην οδό Κασσοπίτρας. Το κτίριο είχε κτισθεί με δωρεές και προσωπική εργασία των κατοίκων της περιοχής το 1884. Το σχολείο στεγαζόταν στον όροφο ενώ στο ισόγειο υπήρχε καφενείο-παντοπωλείο. Πίσω διακρίνεται το καμπαναριό της Αγίας Σοφίας. Το κτίριο βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1941 (Φωτο από το βιβλίο Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ 1881-1941, Κ. Τσιλιγιάννης, Αθήνα, 2013)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΑ ΜΕΤΟΠΙΣΘΕΝ – ΣΤΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

Ο γιατρός που έμεινε χαραγμένος στη μνήμη όλων των Αρτινών κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αλβανία ήταν ο Βασίλης Κουριάς. Στα πρόχειρα νοσοκομεία του Ερυθρού Σταυρού και τα στρατιωτικά, με λίγους βοηθούς, ο γιατρός κυριολεκτικά έσωσε τη ζωή χιλιάδων στρατιωτών από τα τραύματά τους, αλλά και από τον μεγαλύτερο εχθρό του πολέμου : τα κρυοπαγήματα και την γάγγραινα. Δυστυχώς το τίμημα της ζωής το πλήρωσαν ακριβά οι στρατιώτες καθώς πολλούς αναγκάστηκαν οι γιατροί να τους ακρωτηριάσουν. Στοίβες τα κομμένα μέλη βρίσκονταν στα νοσοκομεία της Άρτας, θυμούνται όσοι έζησαν εκείνη την εποχή. Αλλά το ψυχολογικό κόστος το υπέστησαν και οι γιατροί και το προσωπικό που έπρεπε να προχωρήσουν άμεσα σε ακρωτηριασμούς για τη διάσωση των παγόπληκτων στρατιωτών. Γράφει ο Βασίλης Κουριάς : “Για αρκετά από αυτά τα άμοιρα παιδιά είχα σοβαρές αμφιβολίες αν θα επιζούσαν, τόσο η γενική μόλυνση είχε προχωρήσει. Πολλές φορές μου ήλθε ένα δάκρυ στα μάτια μου σε τέτοιες περιπτώσεις που συχνά τις αντιμετώπισα. Τις παραμονές των Χριστουγέννων του 1940, και συγκεκριμένα στις 18-20 Δεκεμβρίου, μας ήλθαν οι πρώτοι παγόπληκτοι. Με έκπληξη είδαμε αλλοιώσεις του δέρματος και των δακτύλων των ποδιών με τοπικό πρήξιμο και ερυθρότητα γύρω. Πρώτη φορά βλέπαμε τέτοιο νόσημα και στην αρχή δεν ξέραμε τις συνέπειες, γιατί οι πρώτοι ασθενείς είχαν ελαφρές και περιορισμένες αλλοιώσεις. Ήταν φανερό ότι επρόκειτο για κρυοπαγήματα, τα οποία όμως κανείς από τους Έλληνας χειρούργους και ιατρούς γενικά δεν τα εγνώριζε… Συναγερμός λοιπόν στο Νοσοκομείο και στο χειρουργείο το βράδυ των Χριστουγέννων. Όλη τη νύχτα χειρουργούσα μαζί με τους έμπειρους βοηθούς μου Κοκλανάκη και Λυμπερίου και εκτελέσαμε, αν θυμάμαι καλά, 12-14 ακρωτηριασμούς, ή ψηλά στο μηρό ή στις κνήμες. Εκτός από τρεις, οι άλλοι επέζησαν. Αυτό το δράμα εξηκολούθησε και τις επόμενες ημέρες, άλλοτε με μεγαλύτερη, άλλοτε με μικρότερη έξαρση.” (Από το βιβλίο ΑΓΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΧΑΡΕΣ – ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΥ, Β. Κουριάς, Αθήνα, 1977)

Στη φωτογραφία “Το Στρατιωτικό Νοσοκομείο στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Άρτας στο ρολόι το 1940-41” (Φωτο από το βιβλίο του κ. Κ. Βάγια, Η ΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ Της ΚΑΤΟΧΗΣ, Έκδοση ΣΚΟΥΦΑΣ, Άρτα, 2004)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Χωρίον Κιρκιζάτες

—————–

“Οικούμενον υπό οικογενειών 25, έχον και Ναόν του αγίου Νικολάου, και έτερον πανάρχαιον του αγίου Νικολάου και ένα ιερέα, και ο μεν ανωτέρω αρχαίος ναός ευρίσκεται βεβυθισμένος και υπόγειος, καταβυθισθείς ούτος υπό του ποταμού ορμήσαντος, συνεργεία οθωμανού τινος Αρταίου, φθονούντος υπό φανατισμού τους κατοίκους χριστιανούς. Ο δε έτερος ο και νέος ωκοδομήθη επί των ημερών του Μητροπολίτου Σωφρονίου.” (Από το ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΑΡΤΗΣ, Σεραφείμ Βυζάντιος, Αθήνα, 1884)

Στη φωτογραφία ο Άγιος Νικόλαος της Ροδιάς στις Κιρκιζάτες Άρτας. Φωτογραφία της Αμερικανίδας Αρχαιολόγου Doreen Canaday Spritzer το 1936/1937, από το αρχείο της σχολής The American School of Classical Studies at Athens, που περιλαμβάνεται στη συλλογή της με τίτλο “Various parts of Greece, by one who never saw them”. 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΤΣΙΦΛΙΚΙΩΝ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΑΝ ΣΤΟΥΣ ΚΙΡΚΙΖΑΤΕΣ ΤΟ 1913

“Το αγρόκτημα Κιρκιζατών παρουσιάζει ιδιοτυπία καθόσον σ’αυτό υπάρχουν γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, δημόσιες γαίες με εξουσιαστές, γαίες βακουφικές και γαίες μοναστηριακές, η κάθε μία από τις οποίες έχει διαφορετική νομική ρύθμιση, γι’αυτό θα παραθέσουμε μόνο τα ονόματα των κυρίων η εξουσιαστών και την έκταση που κατείχε ο καθένας απ’ αυτούς. Όσο αφορά τη νομική σχέση, όπου δεν υπήρχε αυτοπρόσωπη καλλιέργεια, ίσχυε το σύστημα της μπάσταινας.” (Από το αντίστοιχο άρθρο του Ε. Πατσαλιά στο περιοδικό του Μ/Φ Συλλόγου ΣΚΟΥΦΑΣ, τ. Δ’)
Σημείωση : Με τον όρο “μπάσταινα” εννοούμε το δικαίωμα που είχε ο κολλήγος στο αγρόκτημα να καλλιεργεί και να καρπώνεται επ’ άπειρον ορισμένο επιμέρους τμήμα του τσιφλικιού (κλήρο), με όρια καθορισμένα και με την υποχρέωση να πληρώνει κάθε χρόνο στον ιδιοκτήτη ποσοστό σε είδος από τους καρπούς του κτήματος. Το μπασταινουχικό δικαίωμα ο κολλήγος το κατείχε κληρονομικά και μπορούσε να το μεταβιβάσει ελεύθερα σε τρίτους με πράξεις όσο ζούσε ή μετά το θάνατό του, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ιδιοκτήτη. Ο τελευταίος δεν είχε δικαίωμα να τον αποβάλει από τον κλήρο του, λύνοντας μονομερώς τη μπασταινουχική σχέση, ούτε να κανονίζει κατά βούληση την κατανομή των μπασταινών. Η ίδια σχέση ανάμεσα στον μπασταινούχο και στον τσιφλικούχο υφίστατο και στην περίπτωση που γαιοκτήμονας ήταν το δημόσιο ή νομικό πρόσωπο (βακούφι). Σε αδρές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι σε όλα τα δημόσια κτήματα (ιμλιάκια) της Ηπείρου και κατά το πλείστον στα βακουφικά, το μεγαλύτερο ποσοστό των καλλιεργητών ήταν μπασταινούχοι, ενώ στα ιδιωτικά τσιφλίκια ήταν πολύ μικρότερο, αφού εκεί επικρατούσαν οι κοινοί κολλήγοι. 

Κιρκιζάτες, 1960ς (?) :Μια μεγάλη παρέα σε αναμνηστική φωτογραφία – Παντελής Σερέτης, Θωμάς Μπόκος, Μίνως, Ρίζος, Ζώης Αναγνώστης, Βάσσης, Γεώργιος Μπαλατίνιας (Μολφολίνης) και άλλοι (Φωτο από αρχείο Κωσταντίνου Α. Ματσούκα, έρευνα κ. Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά στον Κάμπο της Άρτας | Σχολιάστε

ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ – ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΣΩΜΑ ΕΛΛΑΔΑΣ

—————-

11-3-1960 :”ΦΙΛΑΘΛΟΙ Σήμερον το απόγευμα, ώρα 3 μ.μ. ο ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ μας αγωνίζεται με την ισχυροτάτην ομάδα του ΛΙΜΕΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ”……

(Φωτο και έρευνα κ. Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Παναμβρακικού | Σχολιάστε

ΟΙ ΤΣΑΡΟΥΧΑΔΕΣ

Τα τσαρούχια είναι δερμάτινα υποδήματα τα οποία κατασκευάζονται από βακέτα. Η βακέτα είναι δέρμα βοοειδών η οποία χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή τσαρουχιών αλλά και άλλων δερμάτινων ειδών. Τα ανδρικά τσαρούχια έχουν μαύρο χρώμα. Τη μύτη τους κοσμεί η μάλλινη συνήθως μαύρη φούντα –υπάρχουν και ελάχιστες περιπτώσεις ανδρικών τσαρουχιών με κόκκινη φούντα – η οποία κατασκευάζεται από πρόβειο μαλλί. Το πέλμα των τσαρουχιών προγκιάζεται για να μη φθείρεται το δέρμα. Τα τσαρούχια συνόδευσαν την ενδυμασία με φουστανέλα, σιαλβάρα και δίμιτο παντελόνι. Τα ίχνη τους χάνονται την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα.
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΤΣΑΡΟΥΧΙΩΝ
1.Ο κατασκευαστής έπαιρνε τη στάμπα όπως ο τσαγκάρης. Το τοποθετούσε σε επιλεγμένο μέρος του δέρματος (τελατίνι) και το έκοβε με το κατάλληλο κοπίδι. Το “τελατίνι” ήταν το δέρμα που έφτιαχναν με ειδική επεξεργασία οι ταμπάκηδες σε απόχρωση κόκκινο ή μαύρο. Το κεντούσαν με τέτοιο τρόπο ώστε γύρω-γύρω, δηλαδή στη φάσα του τσαρουχιού να είναι λουστρίνι.
2. Καθαρισμός και περιποίηση του δέρματος. Συρραφή με το “τσελτέ”, ξύλινο πήχη, σχισμένο, μέσα στον οποίο έμπαιναν τα δέρματα για να στερεωθούν, να ξεραθούν και στη συνέχεια να τα συρράψουν και να τα κεντήσουν. Ακολουθούσε το κέντημα από το οποίο φαινόνταν η μαστοριά του τσαρουχά. Δηλαδή η συρραφή γίνονταν από την ανάποδη όψη του δέρματος και όταν τελείωνε γίνονταν το γύρισμα κι έρχονταν το μέσα έξω. Μετά έβαζε μόνο το δέρμα στο καλαπόδι για να πάρει την κανονική και τελική φόρμα χωρίς να κάνουν κάποια άλλη εργασία. Για να “μπει στο καλαπόδι”, βρέχανε λίγο το δέρμα για να είναι μαλακό. Το αφήνανε στο καλαπόδι 3-4 μέρες κρεμασμένο. Μετά αφού βγάζαν το καλαπόδι τοποθετούσαν τη φούντα. Και στην τοποθέτηση – κούρεμα της φούντας ο τσαρουχάς έδειχνε την τέχνη του. Βάζανε ξανά το τσαρούχι για άλλες 3-4 μέρες στο καλαπόδι και μετά το τσαρούχι ήταν έτοιμο για πέτσωμα. Το γέμισμα (πέτσωμα) ή το έκανε ο ίδιος ο τσαρουχάς αν ήξερε, ή το έκανε ο τσαγκάρης.
Δουλειά του τσαρουχά ήταν ακόμη και η λεγόμενη “φασκιά”. Πρόκειται για λουρίδα 15-20 εκατοστά από δέρμα γουρουνιού και σε μήκος όλο το σώμα του ζώου. Τις πουλούσαν στα καταστήματά τους μαζί με το τελατίνι. Τα αγόραζαν κυρίως οι φτωχοί για να φτιάξουν μόνοι τους τα “γουρουνοτσάρουχα”. Τα λέγανε και “φασκιά” ή “θηλειές”. Ήταν πολύ ελαφρά και δεν γλιστρούσαν ακόμη και στον πάγο. Τα χρησιμοποιούσαν κυρίως οι βοσκοί . Ουσιαστικά με τη φασκιά τύλιγαν όλο το πόδι και στο πάνω μέρος το έραβαν και άνοιγαν τρύπες να το δένουν. Ο τσαρουχάς έφτιαχνε και τα είδη “σαγής” δηλαδή χαιμαλιά, ίγκλες, μπαλτίμια, πανωκάπουλα και ότι έχει σχέση με τα υποζύγια, αλλά και…δερμάτινα σακούλια για τους αγωγιάτες …(Από το βιβλίο ΤΣΑΓΚΑΡΗΔΕΣ-ΡΑΦΤΕΣ-ΚΑΛΑΤΖΗΔΕΣ-ΜΑΡΑΓΚΟΙ Της ΠΛΑΤΑΡΙΑΣ, Χ. Ευαγγέλου, Αθήνα, 2009)

Στη φωτογραφία “Τσαρουχάδικο στο Συρράκο, το 1935 περίπου”. (Φωτ. Αρχείο Κων/νου Ντόντορου. Από το Λεύκωμα του Ι.Ε. Ζιώγα : Συρράκο, ένα ταξίδι στην παράδοση)

Τo teleftaio zebgari tsaruxia pou eftiaxe o teleftaios sirrakiotis tsaruxas pou apeikonizetai sto tsaruxadiko tou sto Sirrako, o Georgios Ntontoros (Σχόλιο Γιώργου Ντόντορου)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Στο Λόφο της Περάνθης…

1935 : Στο Λόφο της Περάνθης. Διακρίνονται από αριστερά : Βασιλική Σακογιάννη, Αλεξάνδρα Κουτσούμπα-Μπανιά, Ρεγγίνα Σακογιάννη-Πατσουράκη, Παναγιώτα Γκίζα- Ασημακοπούλου.(Φωτο από αρχείο κ. Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

ΟΔΟΣ ΑΠΟ ΣΑΛΑΓΟΡΑΣ Ή ΑΝΝΙΝΟΥ ΕΙΣ ΑΡΤΑΝ

————————-

Από Σαλαγόρας μέχρις Άρτας 4 ώραι. Η Σαλαγόρα κειμένη επί του Αμβρακικού κόλπου χρησιμεύει ως επίνειον της Άρτης και Ιωαννίνων. Αυτόθι υπάρχουσι τελωνιακαί αποθήκαι και υγειονομικά καταστήματα, των οποίων υπέρκειται μικρόν τι οχυρόν. Η προς την Άρτας αμαξιτή οδός αρχομένη αυτόθεν είναι όλως πεδινή και διέρχεται δια μέσου των λιμνών Λογαρούς και Τσουκαλιού, και μετά δύω ώρας διέρχεται διά τινος στρατιωτικού σταθμού, κειμένου εκείθεν του χωρίου Ανέζη.Ο σταθμός ούτος καλείται Μετζιδιές και κατέχεται υπό 20-30 οπλιτών. Μεθ’ ετέρας δύω ώρας λήγει εις Άρταν, αφού προηγουμένως διέλθη την επί του ποταμού της Άρτης (Αράχθου) παλαιάν και πολύτοξον λιθόκτιστον γέφυραν.
Η από Αννίνου εις Άρταν οδός, ούσα εύχρηστος μόνον διά πεζούς και φορτηγά ζώα, είναι ομαλή και έχει μήκος 4 ωρών…….
V. ΤΟ ΤΜΗΜΑ ΚΑΜΠΟΥ (ή Μεσσαριάς και Χαλικάδες) 24 χωριά και πληθυσμόν 4615
1. Αλήμπεη 125
2. Ανέζη 200
3. Βίγλα 72
Μπορείτε να δείτε όλα τα υπόλοιπα χωριά του Κάμπου της επαρχίας Άρτης στον πίνακα που ακολουθεί.(Από ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ , Επιτελικό Γραφείο Υπουργείου Στρατιωτικών, Αθήνα, 1880)

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά στον Κάμπο της Άρτας | Σχολιάστε