Βρεσθενίτσα, όπερ έχει οικογενείας 80 σχεδόν, και τρεις ιερούς Ναούς, αγίου Δημητρίου, αγίου Γεωργίου και αγ. Νικολάου, και τέσσαρα ετοιμόρροπα Παρεκκλήσια, εποπτευομένων πάντων υπό τεσσάρων ιθαγενών ιερέων. Εν τω προαστίω τούτω, επί τινος όρους δυσβάτου, κείται η ιερά Μονή Σέλτσου, σεμνυνομένη επί τη Μεταστάσει της Θεοτόκου, πανηγυρίζουσα την 23 Αυγούστου. Η πανάρχαιος αύτη και ηρωική εν τη εποχή του Αλή Πασσά Μονή, ωκοδομήθη κατά τας αρχάς του δεκάτου αιώνος. Εν αυτή τω 1807 εκλείσθησαν οι ήρωες Σουλιώται, φεύγοντες τους όνυχας του Τυράννου, οίτινες επί τέλους, ίνα μη υποταχθώσι, τινές μεν εκρήμνισαν εαυτούς από των βράχων και απέθανον θάνατον ένδοξον, άλλοι δε επνίγησαν εν τω Αχελώω, εξ ών και τις αδελφή ηρωίς γυνή του αοιδίμου Μάρκου Βότσαρη. Αλλά και τω 1865 έτη ηρωικώς η Μονή αύτη διήλθεν εν τη τότε ανταρσία (Από το ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΑΡΤΗΣ, Σεραφείμ Βυζάντιος, Αθήνα, 1884)
Στη φωτογραφία “Πανοραμική Άποψη της περιοχής Σέλτσου” (Φωτο από ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΥΚΩΜΑ ΝΟΜΟΥ ΑΡΤΗΣ, Άρτα, 1971)
“ΤΟ ΧΑΝΙ ΤΟΥ ΚΑΠΟΥΤΣΗ Το χάνι του Καπούτση ήταν πριν το σπίτι του Ζορμπά, στον πλάτανο του Χάλα-Χάλα, στο Γεφυρόπουλο (εκεί περίπου που είναι σήμερα τα φανάρια). Ο Καπούτσης ήταν επί Τουρκοκρατίας και μετά το 1881, πλούσιος και άρχοντας. Μόλις απελευθερώθηκε η Άρτα έκτισε ένα ολόκληρο τετράγωνο. Στον εσωτερικό χώρο, που σήμερα είναι διατηρητέο, υπήρχε το χάνι που εξυπηρετούσε αγωγιάτες και κατοίκους των Τζουμέρκων και Ραδοβυζίων. Μερικοί στάλιζαν πιο πάνω από τον Άγιο Μάρκο όπου υπήρχε ελαιοτριβείο – λαδόμυλος. ΤΟ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΟ ΧΑΝΙ (ΔΗΜΟΤΙΚΟ) Στην πλατεία Ωρολογιού, ανάμεσα από το κάστρο και το ρολόι, υπήρχε χάνι παλιό από τον καιρό της Τουρκοκρατίας. Έκλεισε το 1940. Μεταβλήθηκε για λίγα χρόνια σε υπαίθριο, όπου έδεναν τα ζώα τους οι αγωγιάτες στα κάγκελα του Β’ Δημοτικού Σχολείου.”(Από το βιβλίο ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΡΤΑ, Κ. Τσιλιγιάννης, Αθήνα, 2013)
Στη φωτογραφία “Λιθογραφία η οποία απεικονίζει ντόπιους σε ένα χάνι στη Κόρινθο οι οποίοι ασχολούνται με τις χειρονακτικές εργασίες τους, φορτώνοντας δέματα στις καμήλες τους.” Σχεδιαστής: [Stackelberg, Otto Magnus Baron von], Χαράκτης: [Gille, C] Εκδότης: [Helmlehner] Τόπος έκδοσης χαρακτικού: [Berlin]
“Μέναμε στο ίδιο σπίτι στους Ταμπακιάδες. Στο απέραντο τεράστιο οίκημα, πέτρινο, διώροφο που είχε φτιάξει ο μεγάλος αρχιτσέλιγκας Αποστόλης Κων. Μπανιάς το 1868. Το ιστορικό “Μπανέικο” απέναντι από το ιστορικό του Ζορμπά. Είχε τέσσερα υπόγεια, τρεις πέτρινες σκάλες. Τα υπόγεια ήταν γεμάτα από γαλακτοκομικά. Αυλή πλακόστρωτη με μάρμαρα. Έμεναν εκεί πέντε οικογένειες. Δίπλα από το οίκημα περνούσε ο Άραχθος. Μας επισκεπτόταν τακτικά! Από το 1913 μέχρι το 1963, κάπου 7 φορές. Και σταμάταγε στην πίσω μεγάλη αυλή. Το σπίτι το έκοψε ο δρόμος το 1964. Δίπλα ήταν το σπίτι της οικογένειας Νικολάου Κ. Καραβασίλη, αρχιτσέλιγκα με 500 και πλέον πρόβατα και πιο κει η στάνη.”(Από άρθρο του κ. Κ. Μπανιά στο Περιοδικό της Αδελφότητας Μελισσουργιωτών Αθήνας, τχ. 96, 2019)
Στη φωτογραφία : Πάσχα 1949-50 στην αυλή του σπιτιού του Νικόλαου Καραβασίλη. Πίσω φαίνεται μέρος του σπιτιού του Γιάννη Αποστ. Μπανιά (Φωτο από τη συλλογή της Σοφίας Καραβασίλη- Ιερωνυμάκη, έρευνα Κ. Μπανιάς).
Στην Ταμπακιάδα – στης κυρά- Βαγγελής (του Γιώργου Κοτζιούλα) “Αυτή τη χρονιά ο Νάκος κι εγώ καθίσαμε στο σπίτι της κυρα-Βαγγελής. Ήταν μια χήρα από διπλανό μας χωριό, που έλειπε χρόνια στην Άρτα. Δούλευε κει σε μεγάλα σπίτια και τελευταία είχε αποκτήσει δικό της νοικοκυριό. Καθόταν παραπίσω απ’ την εκκλησιά της Αϊ-Θοδώρας, κοντά στο τούρκικο τζαμί, πιο δω απ’ την ακροποταμιά. Εκεί έμενε τον προηγούμενο χρόνο ο γιος του Κώστα Πεταλά, πολύ πιο μεγάλος από μας, που μόλις έβγαλε την πρώτη γυμνασίου τον πήραν στρατιώτη. Έτσι δε δυσκολευτήκαμε πολύ να βρούμε σπιτονοικοκυρά, μια που οι χωριάτες έχουν το ιδίωμα να μιμούνται ο ένας τον άλλον. Με τι καμάρι μπήκαμε στον καινούριο, τον ποθητό μας κόσμο! Μαθητής γυμνασίου, δεν ήταν μικρό πράμα για μας. Όπως ο πατέρας μου ήταν ο πρώτος από το χωριό που είχε ονομαστεί δημόσιος υπάλληλος, έτσι κι εμείς ήμασταν οι πρώτοι που αξιωνόμασταν να πατήσουμε στο ζηλευτό γυμνάσιο. Από δω και πέρα έπρεπε να ’χουμε τα μάτια μας τέσσερα να μην πάνε τα έξοδα των γονιών μας χαμένα. Η κυρα-Βαγγελή βαστούσε ένα σπιτάκι από μια καμαρούλα στρωμένη χάμου με πηλό. Οι τοίχοι ήταν καμωμένοι από καλαμόβεργες με τσατμά. Η σπιτονοικοκυρά μας είχε πολύ λίγα σέγια και στη γωνιά ένα σανιδένιο κρεβάτι, όπου κοιμόταν αυτή με το γιο της το Σωτήρη. Ο Σωτήρης μόλις είχε απολυθεί απ’ το στρατό και δούλευε υπάλληλος σ’ ένα μπακάλικο, έχοντας όμως στο νου ν’ ανοίξει κανένα δικό του. Ερχόταν αργά το βράδυ να κοιμηθεί κι έτσι εμείς είχαμε όλη την ημέρα δική μας για διάβασμα. Δε φωνάζαμε όμως, μονάχα μουρμουρίζαμε απάνω στα βιβλία μας, γιατ’ η κυρα-Βαγγελή ήταν ήσυχος άνθρωπος και δεν της άρεσαν οι φασαρίες. -Το γυμνασιάρχη σας εγώ τον ξέρω από παιδί, μας έλεγε με κάποια περηφάνεια, εννοώντας ελεύθερον, ανύπαντρο με το «παιδί»…………………………………. Μα εδώ στην πολιτεία ήταν κι άλλα που τα βλέπαμε από μακριά, τ’ αποζητούσαμε χωρίς να μας ανήκουν. Μπροστά στην πόρτα μας –την εσωτερική, όχι από το μέρος του δρόμου-, χωρισμένο απ’ την αυλίτσα μας με φράχτη από καλάμια, βρισκόταν ένα μικρό κηπάρι, όπου δεν είχαμε το δικαίωμα να ξεκωλώσουμε ούτ’ ένα κρεμμύδι, ούτ’ ένα μαρούλι. Το ίδιο γινόταν και με μια κοντούλα πορτοκαλιά, παραμέσα στο περιβόλι, το πρώτο δέντρο με τους χρυσούς καρπούς που βλέπαμε όλη την ώρα από κοντά, καθώς και μ’ ένα άλλο που έβγαλε στο τέλος της άνοιξης τα στρογγυλά, χνουδάτα, πορτοκαλόχρυσα ζέρδελα, δηλαδή τα βερίκοκα. Αν μας πετούσαν από κανένα οι νοικοκυραίοι, έτσι για να μην «κάνουμε στα μάτια», το θεωρούσαμε σπάνια δωρεά.” (Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό αφήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ που γράφτηκε το 1948 και δημοσιεύτηκε σε 16 συνέχειες, στο περιοδικό Ηπειρωτική Εστία το 1953-54. Στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στον Β’ τόμο των Απάντων του ποιητή (Δίφρος, 1957) που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Επίσης εκδόθηκε αυτοτελώς σε έκδοση Βαρσοβίας από και για τους πολιτικούς πρόσφυγες.. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το Α’ μέρος απ’ όπου και το παραπάνω απόσπασμα στο λινκ https://www.sarantakos.com/…/kotzioulas_grammata6.html)
Στη φωτογραφία ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας (αριστερά) με το φίλο του δημοσιογράφο και επίσης ποιητή Γεράσιμο Γρηγόρη (Φωτο από Sarantakoswordpess.com)
21η Απριλίου σήμερα κι ας αφιερώσουμε δυο λόγια στον Σπύρο Μουστακλή που τόσο άγρια βασανίστηκε από την χούντα των συνταγματαρχών. Ο Σπύρος Μουστακλής πολέμησε σαν εθελοντής στην Εθνική Αντίσταση στην οργάνωση Ε.Ο.Ε.Α. – Ε.Δ.Ε.Σ. από το 1943 μέχρι το 1945. Αργότερα πολέμησε ως έφεδρος ανθυπ/γος στην Κορέα (1950-53). Αυτό που ίσως κάποιοι δεν γνωρίζουν, είναι ότι ο Σπύρος Μουστακλής τέλειωσε το Γυμνάσιο Αρρένων της Άρτας το 1945 απ’ όπου και η φωτογραφία με το απολυτήριό του ( Φωτο Γ.Α.Κ. Άρτας)
“Ήθελε ακόμα να ξημερώσει. Ο χειμώνας βαρύς. Ανέβαινα απ’ τη δημοσιά, περπατώντας έναν κακοτράχαλο χωματόδρομο που και τ’ αυτοκίνητα ακόμα θα ‘θελαν να τον αποφύγουν. Στην Καρυά, κοβόταν απότομα κι άρχιζε το μονοπάτι. Απόρησα, γιατί υπήρχε ασφαλτοστρωμένος δρόμος μέχρι τον Αη Γιώργη από χρόνια. Παλιά όταν ήμουν παιδάκι και μ’ έφερνε το λεωφορείο του Αλέκου από την Άρτα, τα αυτοκίνητα σταματούσαν εδώ. Από κει και πάνω, μόνο για τα ζωντανά και για γερά πόδια. Ήταν τότε που με περίμενες κάτω από την πλατεία, με το γομάρι δεμένο στην καρυδιά, στερέωνες τη μικρή καρό βαλίτσα μου στ’ αριστερά στο σαμάρι, μ’ ανέβαζες πανωσάμαρο κι εσύ από δίπλα ποδαρόδρομο. Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι, δυο τσγάρες δρόμος.
Αυτά σκεφτόμουν καθώς ανέβαινα τα πέτρινα σκαλοπάτια που έβγαζαν στην πλατεία. Οι πόρτες των μαγαζιών κλειστές. Η σιδερένια πόρτα τ’ Αη Νικόλα κλειδωμένη κι αυτή, λες και από κάτι είχε να φοβηθεί ο άγιος. Πάνω στα λίγα τραπέζια των καφενείων της πλατείας, αναποδογυρισμένες οι καρέκλες. Ερημιά μαύρη και παγωνιά. Ο γιαννιώτης σήκωνε τα πεσμένα φύλλα γύρω απ’ τον γερο πλάτανο και τα ‘στρωνε σ’ ένα κυκλικό χορό χωρίς αρχή και τέλος. Από την πέτρινη βρύση δεν έτρεχε στάλα νερό. Τέτοια εποχή…
Άφησα πίσω μου την πλατεία. Πέρασα έξω απ’ του Μπλέτσου. Σκοτεινά. Στου Πουρναρά το ίδιο. Και στου Μπέσου. Παγωμένη η νύχτα, σφαλισμένα τα παντζούρια, τα μπουχαριά χωρίς καπνό. Στην άκρη, από το τσιμεντένιο αυλάκι, ακουγόταν το νερό που κυλούσε ορμητικά προς την αυλή του μυλωνά. Μπόρεσα να διακρίνω στο λιγοστό φως που σκόρπιζαν οι κολώνες του ηλεκτρικού την αντάρα που σκέπαζε απέναντι τη Ρουπακιά και κατέβαινε χαμηλά ως τη Γκούρα. Φουσκωμένη αυτή από μεγάλες κατεβασιές νερού που βιάζονταν να συναντήσουν τον Άραχθο.
Μετά τη στροφή του Μπράνα, πάγωσα. Δεν ήταν απ’ το κρύο. Το δίπατο πέτρινο σπίτι στέκονταν πάλι εκεί, όρθιο όπως παλιά. Ένα αχνό φως έφεγγε στο δυτικό παράθυρο που, δεν ξέρω γιατί, δεν είχε πατζούρι. Απ’ όλα τα παράθυρα έλειπαν τα πατζούρια. Ανέβασα το βλέμμα μου στο μπουχαρή. Καπνός;! Τα πόδια μου άρχισαν να κινούνται χωρίς να περιμένουν τις σκέψεις. Έσπρωξα τη λυσιά, δρασκέλισα την αυλή και ζύγωσα τ’ αφτί στην εξώπορτα. Άρχισε να πέφτει ένα ψιλόβροχο που πήγαινε να γίνει χιόνι, άλλαζε γνώμη για λίγο και το γύρναγε πάλι. Ακούγονταν μόνο η φουσκωμένη Γκούρα και οι σταγόνες της βροχής. Έσκυψα στο παράθυρο. Το τραβηγμένο πλεχτό κουρτινάκι της γιαγιάς άφηνε να φανεί το εσωτερικό του σπιτιού……”Μπορείτε να διαβάσετε την συνέχεια της όμορφης αυτής ιστορίας στο λινκ https://e-oikodomos.blogspot.com/…/blog-post_9725.html…
Στη φωτογραφία σπίτι στην Κυψέλη .“…..διακρίνονται τα Τζουμέρκα με τις κορφές τους χωμένες στα σύννεφα. Τραβήχτηκε το 1980, την ίδια εποχή που το σπίτι που περιγράφω στο κείμενο (ηλικίας τότε μόλις 23 χρόνων) γκρεμίστηκε για να ανοίξει η «δημοσιά» που βλέπετε και λίγο αργότερα ασφαλτοστρώθηκε. Το σπίτι ξαναχτίστηκε λίγους μήνες αργότερα μερικά μέτρα πιο πέρα. Ο φωτογράφος στεκόταν ακριβώς δίπλα στο γκρεμισμένο σπίτι όταν εστίαζε το φακό του. Δεν ξέρω το όνομά του.” Η φωτο είναι από το ίδιο άρθρο.
“Στην Κυψέλη υπάγονται πέντε συνοικισμοί – η Καλλονή, που λεγόταν πριν Πολιάνα, ο Άγιος Γεώργιος, η Λούτσα, η Ρουπακιά και η Ευαγγελίστρια. Όπως υποστηρίζει ο Ν. Τόσκας στο βιβλίο του “Χώσεψη”, το παλιό όνομα του χωριού υποδηλώνει “Χάος εν Όψη”. Για το θέμα όμως αυτό έχουμε διαφορετική γνώμη. Η ονομασία προέρχεται από το “χωσιά με όψη”. Το μαρτυρεί αυτό η ίδια τοποθεσία του. Το χωριό είναι κτισμένο ανάμεσα σε δύο αντερίσματα. Το μέρος δε στο οποίο είναι τα σπίτια είναι πλαγιαρό. Η όλη τοποθεσία του δείχνει χοντρικά σαν ένα κάθισμα κλειστό στο πίσω μέρος και χωρίς στηρίγματα για τους αγκώνες δεξιά και αριστερά. Είναι δηλαδή κτισμένο σε ένα λάκκο που εμείς οι Έλληνες τον λέμε “χωσιά”, επειδή προσφέρεται για ενέδρα, δηλ. για καρτέρι. Απ’ αυτό προήλθε το πρώτο συνθετικό του ονόματος. Επειδή ο λάκκος και ειδικά αυτός έχει και όψη προς μια κατεύθυνση, δηλ. θέα – πράγμα που οι χωσιές, σαν λάκκοι που είναι, συνήθως δεν έχουν – προήλθε και το δεύτερο συνθετικό, το “Όψη”, οπότε έχουμε “Χωσιά -Όψη”, Χώσοψη, Χώσεψη…….Η νέα ονομασία του χωριού, Κυψέλη, υποδηλώνει το πάει κι έλα των κατοίκων του που λόγω του επαγγέλματος τους – ασχολούνται από παλιά με την κτιστική – άλλοι φεύγουν κι άλλοι έρχονται όπως οι μέλισσες στην κυψέλη.” (Από το βιβλίο ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ. Λ. Κασσελούρης, Β’ Έκδοση, Αθήνα 1880)
(Στη φωτογραφία άποψη του μαγευτικού συνοικισμού Καλλονή από το ίδιο βιβλίο)
“Χωρίον Χόσεη, κοτοικούμενον υπό οικογενειών 130 και κείμενον ου μακράν Χειμάρρου τινος (Λαγγάδι). Πρωτεύον Ναός εν αυτώ εστι του αγίου Νικολάου, έχει δε και τινα Παρεκκλήσια, του αγίου Γεωργίου, της αγίας Βαρβάρας, αγίου Παντελεήμονος, αγίας Παρασκευής, αγίου Αθανασίου και αγίου Μάρκου, όλως απεριποίητα και επαπειλούμενα ίνα καταστραφώσιν.Ου μακράν του χωρίου σώζεται και τις Ιερά Μονή, επ’ ονόματι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, ανεγερθείσα περί τα τέλη του 17ου αιώνος εικόσιν ιεραίς κοσμηθείσα το έτος 1700 και εγκαινιασθείσα τω 1704. Γνωστοί αυτών ηγούμενοι εισί, Κωστάντιος, Γεννάδιος, Άνθιμος και ο ήδει Κάλλιστος. Εν αυτή δε ως εν τοις λοιποίς Ναοίς ιερατεύουσι τρεις ιθαγενείς ιερείς. Αυτόθι υπάρχει και αλληλοδιδακτική σχολή……” (Από το ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ, Σ. Βυζάντιος, Αθήνα, 1884)
Άνοιξη 1964 : μια βόλτα στο Ξενία τις καλές εποχές. Από δεξιά : Μίμης Χουλιάρας, Γεώργιος Μήλιος, Πάνος Παπαρούνης, Χρήστος Κωσταντής, Κωσταντίνος Σακκάς, Αριστείδης Περπερίδης, Γεώργιος Χαρμπής.(Φωτο από αρχείο κ. Κ. Μπανιά)
Σημαιοφόρος ο Λέανδρος Παπακίτσος, αριστερά Βαγγέλης (Λάκης) Συγγούνας, δεξιά Μποτσόλης. Πίσω στη μέση η Πηγή Παπαβασιλείου. Στο βάθος διακρίνεται ο Ντίνος Τσαντούκλας (Φωτο και έρευνα κ. Κ. Μπανιάς)
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.