1980: Δενδροστοιχία με λεύκες μήκους περίπου10 χιλ. από το Γεφύρι της Άρτας μέχρι την Γέφυρα Καλογήρου 

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

——————–

Το ποδήλατο και οι μοτοσυκλέτα ήταν πολύ αγαπητά μέσα μεταφοράς στην μεταπολεμική περίοδο στην Άρτα, κυρίως γιατί εξασφάλιζαν μια πιο γρήγορη διαδρομή των Αρτινών προς τα κτήματά τους, που τα επισκέπτονταν συχνά….Στη φωτογραφία ο έμπορος Λ. Μαστραπάς με έναν φίλο του στο δρόμο προς τα κτήματα στους Κεραμάτες…(Φωτο από συλλογή Α. Κ.)


……αλλά και με ποδήλατο για μια βόλτα στην πόλη( Φωτο από βιντεο Ν.Α. ΣΥΡΙΖΑ)

….η μια βόλτα με το ποδήλατο μέχρι το Γεφύρι (Φωτο απο βίντεο Ν.Α.ΣΥΡΙΖΑ)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μέσα Μεταφοράς | Σχολιάστε

TΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ

Σίγουρα διαβάζοντας τον τίτλο, και με το κρύο που κάνει σήμερα, ο νους σας θα πήγε σε ένα ζεστό δωμάτιο με τα κούτσουρα να τριζοβολάνε στο τζάκι. Ωστόσο για τους ορεσίβιους Αρτινούς και δη τους Ραδοβυζινούς, η λέξη «κούτσουρο» είχε διττή σημασία
1. Μεγάλο κομμάτι από τον κορμό ή από χοντρό κλαδί δέντρου,
2. Ανύπαντρη θυγατέρα
Γράφει ο Λάμπρος Κασσελούρης στο βιβλίο του ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ (1980),
”….Η ετοιμασία της προίκας και η παντρειά μιας κοπέλας παρομοιάζονταν εκείνα τα χρόνια με την προσπάθεια που καταβάλλει ένας άνθρωπος για να κυλήσει μόνος του…..ένα μεγάλο κούτσουρο.Όταν ανταμώνονταν δυο πατεράδες από διαφορετικά χωριά και γνώριζε ο ένας ότι ο άλλος είχε κορίτσι της παντρειάς, μια από τις ερωτήσεις που του έκανε ήταν και τούτη: “ του κύλσις του κούτσουρου;….”Καταλάβαινε ο άλλος ότι τον ρωτούσε αν πάντρεψε το κορίτσι του και του απαντούσε ανάλογα. Και άγνωστοι όμως αν ήταν, όταν έπιαναν την κουβέντα ρωτούσε ο ένας τον άλλον : “Εχ’ςκούτσουρου για κύλ’μα;”. Αν ο άλλος του απαντούσε αρνητικά ο συνομιλητής του έλεγε: ” Τυχηρός είσι”. Αν του απαντούσε θετικά, ο άλλος του έλεγε: ”να σι βουηθήσει ου Θεός να του κυλύ’εις μι του καλό”.
Στα χωριά του κάμπου η παραπάνω περίπτωση παρομοιαζόταν με την προσπάθεια που καταβάλλει ένας φτωχός να βγάλει τα ….γραμμάτια που χρωστάει. Και ρωτούσαν οι καμπίσιοι: “το’βγαλις του γραμμάτιου;” ή “Εχ’ς γραμμάτιου;””
Κυρίες μου να νιώθουμε ευτυχισμένες που ζούμε στο σήμερα…..

Στη φωτογραφία ανύπαντρες Αρτινιές την εποχή του Μεσοπολέμου

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Η ΑΣΚΕΛΕΤΟΥΡΑ, Η ΑΓΡΙΟΚΡΕΜΜΥΔΟ Η, ΣΤΑ ΑΡΤΙΝΑ, ΜΠΟΤΣΚΑ

—————————

Τηρώντας (από τον 6ο αιώνα) ένα αρχαίο έθιμο για καλοτυχία, κάθε Πρωτοχρονιά οι Αρτινοί κρεμούσαν στην πόρτα τους την μπότσκα όπως είναι η ονομασία στα Αρβανίτικα, την οποία διατηρούσαν καθ’ όλη τα διάρκεια της χρονιάς, αφού σύμφωνα με την παράδοση έτσι έβαζαν φραγμό στο κακό μάτι και τη γλωσσοφαγιά. Πίστευαν επίσης ότι διαθέτει μεγάλη ζωτική ενέργεια που μεταφέρεται στο χώρο. Συνήθως την ξερίζωναν από το λόφο της Περάνθης, επειδή όμως θα έπρεπε να είναι η ρίζα της εντελώς ανέπαφη, δηλαδή να ξεριζωθεί ατόφια, με τα μουστάκια της (ρίζες ) πολλοί προτιμούσαν να την αγοράζουν τις παραμονές του νέου χρόνου από τη Λαική.
Αγιοβασιλίτσα ονομάζεται σε πολλά μέρη της Ελλάδας το φυτό με το επίσημο όνομα Oυργινία η θαλάσσια (Urginea maritima). Ονομάζεται επίσης και ασκελετούρα, σκυλοκρομμύδα, μποτσίκι ή ασκύλα. Οι αρχαίοι Έλληνες την χρησιμοποιούσαν ως σύμβολο της αναγέννησης καθώς συμβολίζει το «ξανάνιωμα» επειδή δεν χρειάζεται νερό για να βλαστήσει, ούτε και να φυτευτεί.
Η αγιοβασιλίτσα φυτρώνει σε παραθαλάσσιες περιοχές μέχρι 1200 περίπου μέτρα συνήθως σε ηλιαζόμενα ,βραχώδη εδάφη με λιγοστή υγρασία και σε περιοχές που έχουν υποβαθμιστεί και που έχουν υποστεί ερημοποίηση. Πολλαπλασιάζεται με σπόρο και με βολβούς που παράγει το μητρικό φυτό.Όμως αρκετοί πληθυσμοί κινδυνεύουν με εξαφάνιση λόγω του μαζέματος τόσο από νοικοκυρές όσο και από μικροπωλητές για να το πουλήσουν την περίοδο της πρωτοχρονιάς. 

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

ΤΑ ΓΡΟΥΝΟΤΣΑΡΟΥΧΑ Η ΖΓΑΡΟΝΙΑ

—————————-

Ήταν παπούτσια περίπου του 1930, που τα φορούσαν οι χωρικοί και οι βοσκοί πολλών περιοχών της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, κατασκευασμένα από ακατέργαστο δέρμα γουρουνιού, τα καλούμενα “γουρουνοτσάρουχα”.
Ήταν χαμηλά με μια μικρή μύτη στην άκρη τους, που αν και χοντροκομμένα θεωρούνταν ελαφρά παπούτσια. Εξασφάλιζαν άνετο βάδισμα σε ανώμαλα εδάφη γι’ αυτό και τα φορούσαν άντρες και γυναίκες στις καθημερινές δουλειές.
Κατασκευάζονταν συνήθως από ενιαίο τεμάχιο δέρματος (κάποιες φορές και από δύο ) που το αναδίπλωναν και το συγκρατούσαν στο πόδι τους με λωρίδες από το ίδιο δέρμα. Γι’ αυτά που θα χρησιμοποιούσαν τους χειμερινούς μήνες από την κάτω πλευρά δεν ξυρίζανε το δέρμα αλλά το αφήνανε με τις τρίχες ώστε να μην γλιστρά στο χιόνι.
Τα κατασκεύαζαν ως εξής: Πρώτα τα αλάτιζαν και τα ράβανε. Μετά τα κάρφωναν στα καλαπόδια και τους περνάγανε τις σόλες. Το ράψιμο γινόταν με κλωστή κερωμένη και άρχιζαν από την εσωτερική μεριά. Συνήθως τα τσαρούχια άντεχαν δυό χρόνια, μετά χρειάζοταν επισκευή ή μπάλωμα. Τα καλοκαίρια με την ζέστη τα τσαρούχια ξεραίνονταν. Γι’ αυτό από τα γουρουνοσφάγια τις αποκριές μάζευαν το λίπος, το λεγόμενο «βασιλικό» από το μπροστινό μέρος του γουρουνιού και το είχαν πάντα πρόχειρο για τέτοιου είδους περιστατικά έτσι ώστε να μαλακώνει το δέρμα. Στην Άρτα και σε άλλες περιοχέςτης Ρούμελης τα έλεγαν και «ζγαρόνια» (παπούτσια χωρίς σόλα, ραμμένα πάνω στις κάλτσες με προέλευση από τη λέξη «ζγουρ» (προέλευση μεσαιωνική ελληνική) δηλαδή ζυγούρι, αρνί 1-2 ετών.
Αξίζει εδώ να αναφέρουμε ότι οι καμπίσιοι της Άρτας αποκαλούσαν «ζγαρονάδες» τους κατοίκους των ορεινών χωριών, κυρίως των Ραδοβυζίων, επειδή φορούσαν ζγαρόνια που τα έφτιαχναν οι ίδιοι.’Αλλα παρατσούκλια που χρησιμοποιούσαν οι καμπίσιοι για τους βουνήσιους ήταν «σκιναράδες» επειδή στην περιοχή τους είχε σκινάρια, «ξυλιάδες» επειδή μετέφεραν ξύλα και «καπνιάδες» επειδή πολλοί κατοικούσαν σε καλύβες που κάπνιζαν. Και οι Ραδοβυζινοί όμως δεν πήγαιναν πίσω σε κάτι τέτοια και τους ανταπέδιδαν τα παρατσούκλια με το παραπάνω.Έτσι τους αποκαλούσαν «λασπιάδες» επειδή το χειμώνα η περιοχή τους είχε πολλές λάσπες και αναγκάζονταν να περπατούν ξυπόλητοι και με ανασηκωμένα τα παντελόνια τους, « χαροφασλάδες» επειδή το πιο συνηθισμένο φαγητό τους ήταν τα στενοφάσουλα ή αλλιώς «χαροφάσουλα» (επειδή ήταν μαύρα) και «βουρλοζωμένους» επειδή χρησιμοποιούσαν βούρλα και όχι ζωστήρες για να συγκρατούν τα παντελόνια τους.
Στη φωτογραφία τα υπέροχα κόκκινα τσαρούχια της κεραμίστριας Χριστίνας Μόραλη από την σειρά Tsarouchi series..Θα τα βρείτε εδώ: https://www.christina-morali.gr/es

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Η ΜΙΚΡΗ ΑΡΤΙΝΙΑ

————————-

Δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τίτλος ενός τραγουδιού από την αξέχαστη επιθεώρηση « Η Αρτινιά », που ανέβηκε στην Άρτα στα χρόνια της κατοχής, μιας δύσκολης εποχής της πείνας και της σκλαβιάς. Συνθέτης του τραγουδιού ήταν ο Ιταλός Μουσικοδιδάσκαλος του «Σκουφά» Ερ. Τζινιόλι και στιχουργός ο Αρτινός Ελπιδοφόρος Αντωνίου (Ελπάντ) που είχε γράψει ολόκληρη την επιθεώρηση γύρω στα 1935, η οποία ωστόσο δεν στάθηκε δυνατό να δει τα φώτα της ράμπας εξ αιτίας της πολιτικής σάτιρας που περιείχε. Οι τότε βουλευτές, που νόμιζαν ότι βάλονταν με την ανώδυνη σάτιρα, αντέδρασαν στο ανέβασμά της παρόλες τις ενέργειες και τις προσπάθειες των διοργανωτών.Έτσι η παράσταση αναβλήθηκε παρά τις προσπάθειες και τις πρόβες (ιδιαίτερα στο τραγούδι) στις οποίες έπαιρναν μέρος οι καλλίτερες φωνές της εποχής : ο Ανδρ. Γιαννής, ο Λεφτ. Μάτος, ο Στεφ. Κατσάνος και άλλοι.
Στα 1942, τροποποιημένη και συμπληρωμένη, η παράσταση ανέβηκε στη σκηνή του «Ορφέως» από νέους της εποχής και κράτησε μια εβδομάδα. Διευθυντής ορχήστρας ήταν ο μουσικοδιδάσκαλος Μπούλκος.Το συγκεκριμένο τραγούδι γρήγορα έγινε μεγάλο σουξέ, που εντυπωσίασε ακόμη και τους Ιταλούς κατακτητές που το τραγουδούσαν με τις κιθάρες τους.Πρόκειται για ένα μουσικό κείμενο στη μείζονα κλίμακα του σολ, στο ρυθμό των 2/4 (φοξ τροτ) που χρησιμοποιήθηκε ως ένα χαρούμενο, εναρκτήριο κομμάτι και αποτέλεσε και το λαιβ-μοτιβ της όλης επιθεώρησης. Οι στίχοι του μιλούν για την μικρή Αρτινιά και μπορείτε να τους διαβάσετε στην παρτιτούρα που ακολουθεί.

Οι πληροφορίες για την Μικρή Αρτινιά προέρχονται από το άρθρο του Λάκη Μπιτζιλέκη «Είσαι κούκλα μικρή Αρτινιά….» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, Έτος ΚΣΤ’, Τόμος Ζ’, τ. 60-61,1981

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Αλμπαναριά – Πλατεία Παντοκράτορα, 1970ς

Μια εικόνα με τα παλιά σπίτια της Άρτας, με τα καφασωτά παράθυρα χωρίς μπαλκόνια.
Απέναντι ακριβώς από την εκκλησία βλέπουμε ένα πέτρινο σπίτι με μπαλκόνι το οποίο στο ισόγειό του στέγαζε το παντοπωλείο του κ. Κατσίκα, από την Λευκάδα, πατέρα της Κικής. Το γωνιακό ακριβώς σπίτι, ήταν το σπίτι του κ. Τηλέμαχου Μανούση, τελευταίου κεραμοποιού της Άρτας.
Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του κ. Απόστολου Τσιρογιάννη, ζωγράφου ( του οποίου ο πατέρας δούλευε δυο βήματα παρακάτω, στον φούρνο του Γιαννάκη στην ίδια συνοικία), δημοσιευμένη από τον κ. Στάθη Μπαρτζώκα.

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε