Οι οθωμανικές κρατικές υπηρεσίες στην Άρτα (Νάρντα / Arta)

μέσα από τα σαλναμέ του 1871 και του 1875

Από την παλαιά στην ύστερη οθωμανική διοίκηση

Στους παλαιότερους αιώνες, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βασιζόταν σε ένα σχετικά χαλαρό και προσωποκεντρικό σύστημα διοίκησης. Η εξουσία ασκούνταν συχνά μέσω τοπικών ισχυρών – φορομισθωτών, αγάδων, μπέηδων ή προκρίτων – ενώ το κράτος ενδιαφερόταν κυρίως για τη ροή των φόρων, τη στρατιωτική υποστήριξη και τη διατήρηση της γενικής τάξης.

Από τα μέσα όμως του 19ου αιώνα, και ιδίως μετά τον Νόμο των Βιλαετίων (1864), το οθωμανικό κράτος επιχειρεί μια ριζική αναδιοργάνωση της διοίκησής του. Καθιερώνει σαφή διοικητική ιεραρχία (βιλαέτιο – σαντζάκι – καζάς), δημιουργεί σταθερές υπηρεσίες και εισάγει συμβούλια και γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Η αναδιοργάνωση αυτή επιχειρεί να απαντήσει σε ένα σύνολο πιέσεων:

  1. Διοικητική και δημοσιονομική ανάγκη: συστηματικότερη είσπραξη φόρων, περιορισμός της αυθαιρεσίας και των τοπικών ισχύων, δημιουργία πιο «προβλέψιμου» μηχανισμού εξουσίας.
  2. Στρατιωτική και διπλωματική πίεση: προσαρμογή στα ευρωπαϊκά πρότυπα διοίκησης και δικαίου, ώστε να ενισχυθεί η κρατική κυριαρχία και να περιοριστεί η ευρωπαϊκή παρέμβαση.
  3. Κοινωνικοπολιτική πίεση: διαχείριση της θρησκευτικής και εθνοτικής ποικιλίας και των αναδυόμενων εθνικισμών, με αρχές ισονομίας και συμμετοχής.

Η Άρτα των ετών 1871–1875 εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη νέα φάση της οθωμανικής διοικητικής ιστορίας.


Η Άρτα στα σαλναμέ του Βιλαετίου Ιωαννίνων

Στα οθωμανικά ετήσια διοικητικά εγχειρίδια (salnâme) του Βιλαετίου Ιωαννίνων των ετών 1871 και 1875, η Άρτα εμφανίζεται είτε ως Νάρντα (Narda / نارده) είτε ως Άρτα (Arta / آرتا) και καταγράφεται ως έδρα καζά.

Οι σχετικές σελίδες δεν προσφέρουν περιγραφές της πόλης με ιστορικά ή δημογραφικά στοιχεία. Αντίθετα, λειτουργούν ως ένα είδος «μητρώου διοίκησης», όπου απαριθμούνται οι κρατικές υπηρεσίες που λειτουργούσαν στην Άρτα και η θεσμική τους διάρθρωση.


1. Καϊμακαμηλίκι (Kaymakamlık)

Η κεντρική διοίκηση του καζά

Βασικός πυλώνας της οθωμανικής διοίκησης στην Άρτα ήταν το Kaymakamlık, δηλαδή η αρχή του καϊμακάμη. Ο καϊμακάμης αποτελούσε τον κύριο διοικητικό εκπρόσωπο του κράτους σε επίπεδο καζά: συντόνιζε τις υπηρεσίες, επέβλεπε την εφαρμογή των αποφάσεων και λειτουργούσε ως κόμβος ανάμεσα στη διοίκηση του σαντζακιού και την τοπική κοινωνία.

Η παρουσία του καϊμακαμηλικίου στα σαλναμέ δείχνει την Άρτα ως οργανωμένο διοικητικό κέντρο, με γραμματειακή και υπαλληλική υποστήριξη.


2. Διοικητικό Συμβούλιο (Meclis-i İdare)

Συλλογική διοίκηση και εποπτεία

Το Meclis-i İdare καταγράφεται ως θεσμός που πλαισίωνε την εκτελεστική διοίκηση του καζά. Είχε συμβουλευτικό και εποπτικό ρόλο, συζητώντας και εγκρίνοντας διοικητικά ζητήματα, ελέγχοντας πτυχές της τοπικής διοίκησης και συμμετέχοντας στη λήψη αποφάσεων.


3. Συμβούλιο Υποθέσεων (Meclis-i Deavî)

Διαχείριση διαφορών και δικαιοδοσιών

Στα ίδια σαλναμέ εμφανίζεται και το Meclis-i Deavî, θεσμός που σχετιζόταν με την εκδίκαση και τη διευθέτηση διαφορών. Η καταγραφή του μαρτυρεί την ύπαρξη οργανωμένης δομής για τη διαχείριση νομικών και δικαιικών υποθέσεων σε τοπικό επίπεδο.


4. Δημοτική Υπηρεσία (Daire-i Belediye)

Αστική διαχείριση και καθημερινότητα

Η Daire-i Belediye εμφανίζεται και στους δύο τόμους ως ξεχωριστή υπηρεσία. Η παρουσία της υποδηλώνει αστική λειτουργία: η δημοτική επιτροπή αναλάμβανε ζητήματα καθημερινής διαχείρισης, όπως έργα, ρυθμίσεις δημόσιας τάξης, καθαριότητα και οργάνωση του αστικού χώρου, στο μέτρο που το επέτρεπε το οθωμανικό θεσμικό πλαίσιο.


5. Εμποροδικείο (Mahkeme-i Ticaret) – 1875

Στον τόμο του 1875 καταγράφεται ρητά το Mahkeme-i Ticaret, δικαστήριο αρμόδιο για εμπορικές διαφορές και συναλλαγές. Η παρουσία του δείχνει ότι η Άρτα αντιμετωπιζόταν ως οικονομικός κόμβος με αγοραία δραστηριότητα που απαιτούσε ειδική δικαστική πρόβλεψη.


6. Ζαπτιέ – Χωροφυλακή (Zabtiye) – 1875

Στον ίδιο τόμο εμφανίζεται και η Zabtiye, ο μηχανισμός αστυνόμευσης και διατήρησης της δημόσιας τάξης. Ο ρόλος της ήταν καθοριστικός για την επιβολή των διοικητικών αποφάσεων και τη φυσική παρουσία του κράτους στην καθημερινότητα της πόλης και της περιφέρειας.


7. Γραφείο εγγράφων (Tahrirat) – 1875

Η γραφειοκρατική καρδιά

Το Tahrirat αντιπροσωπεύει τη γραφειοκρατική διάσταση της διοίκησης: πρωτόκολλα, αλληλογραφία, αναφορές και επικοινωνία με ανώτερες αρχές. Εδώ «παραγόταν» ο διοικητικός λόγος του κράτους.


8. Ταπού (Tapu) – 1875

Γη, ιδιοκτησία και καταγραφή

Το Tapu καταγράφεται ως ξεχωριστή υπηρεσία αρμόδια για τίτλους γης και ιδιοκτησίας. Η λειτουργία του συνδέεται άμεσα με τη συστηματική καταγραφή και ρύθμιση της ακίνητης περιουσίας.


Πώς διοικούνταν τα χωριά της Άρτας

Παρά τη συγκέντρωση υπηρεσιών στην Άρτα, τα χωριά του καζά δεν διέθεταν μόνιμους κρατικούς υπαλλήλους. Η διοίκηση λειτουργούσε έμμεσα, μέσω του μουχτάρη, των δημογερόντων και των θρησκευτικών αρχών. Οι εντολές έφθαναν από την έδρα του καζά, ενώ άμεση κρατική παρέμβαση υπήρχε μόνο σε περιπτώσεις σοβαρών προβλημάτων.


Από την προσωποπαγή στη θεσμική εξουσία

Η εικόνα αυτή διαφέρει αισθητά από την παλαιότερη οθωμανική πραγματικότητα, όπου τίτλοι όπως πασάς, αγάς ή μπέης συνδέονταν άμεσα με την τοπική εξουσία. Κατά τον 19ο αιώνα, οι τίτλοι αυτοί επιβιώνουν κυρίως ως στρατιωτικοί ή τιμητικοί, ενώ η διοίκηση στηρίζεται πλέον σε θεσμικούς ρόλους και συλλογικά όργανα.

Η μετάβαση που αποτυπώνουν τα σαλναμέ της Άρτας δεν είναι απλώς διοικητική, αλλά βαθιά ιστορική. Η εξουσία παύει να προσωποποιείται και μετατρέπεται σε μηχανισμό. Γι’ αυτό και στις περιόδους ειρηνικής διοίκησης δεν συναντούμε «πασάδες», ενώ σε πολεμικές συγκυρίες – όπως το 1897 και το 1912–1913 – ο όρος επανέρχεται, αυτή τη φορά ως στρατιωτικός τίτλος. Τον 19ο αιώνα, όμως, ο πασάς είναι περισσότερο σύμβολο παρά διοικητική πραγματικότητα.


Πηγές

Salnâme-i Vilâyet-i Yanya, έτη 1871 και 1875

Στη φωτογραφία το εξώφυλλο του «Salnâme-i Vilâyet-i Yanya» (Ετήσιο διοικητικό εγχειρίδιο του Βιλαετίου Ιωαννίνων), οθωμανική έκδοση, 1871.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Κατάστημα Λογοθέτη!

Το κατάστημα του Λογοθέτη στην οδό Σκουφά, λίγο πιο πάνω από τον Άγιο Δημήτριο, στα δεξιά όπως ανεβαίνουμε….που παλιά πουλούσε βαφές και βαφτικά……

Στο ισόγειο η μεγάλη σκούρα καφέ ξύλινη πόρτα οδηγούσε μέσα στο μικρό κατάστημα…….Ο επάνω όροφος θυμίζει τα παλιά σπίτια της Άρτας, με ασβεστωμένους τοίχους, ξύλινα πατζούρια και κεραμοσκεπή. (Φωτο από ιδιωτικη συλλογή).

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Στου Κρυστάλλη….

1956 – Μια παρέα διακεκριμένων νομικών της Άρτας, στου Κρυστάλλη, με φόντο το ποτάμι. Από αριστερά : Μιχ. Ράπτης, Αχιλ. Οικονόμου, Δημ. Ζαρκαλής, Νίκος Τούμπουρος, Δημ. Καρατζένης (Βουλευτής Ελληνικού Συναγερμού – Ε.Ρ.Ε.). [Φωτο από αρχείο Μικαέλας Ράπτη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς]

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Στα περιβόλια της Άρτας!

Άνοιξη του 1945. Μια παρέα Αρτινών σε περιβόλι της Άρτας. (Πηγή : Λεύκωμα ΠΡΟΤΑΣΗ, Άρτα, 1999).

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Γιατί ο Μιχαήλ Α΄Κομνηνός Δούκας επέλεξε την Άρτα;

Δύο παλιές εκδοχές για μια κρίσιμη επιλογή…..

Όταν μιλάμε για την Άρτα ως πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, συχνά θεωρούμε την επιλογή αυτονόητη. Κι όμως, δεν ήταν. Στις αρχές του 13ου αιώνα, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204), τίποτα δεν ήταν δεδομένο — ούτε τα σύνορα, ούτε οι πόλεις, ούτε οι άνθρωποι που θα κρατούσαν την εξουσία.

Ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, ιδρυτής του νέου κράτους της Ηπείρου, θα μπορούσε να επιλέξει διαφορετική βάση. Κι όμως, κατέληξε στην Άρτα. Γιατί;

Ο Ιωάννης Α. Ρωμανός, στο έργο του Περί του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1895), παραθέτει δύο εκδοχές για το πώς και γιατί ο Μιχαήλ εγκαταστάθηκε στην Άρτα. Και οι δύο έχουν ενδιαφέρον — όχι μόνο ιστορικό, αλλά και ανθρώπινο.


Η πρώτη εκδοχή: η Άρτα μέσω γάμου και τοπικής συναίνεσης

Σύμφωνα με την πρώτη αφήγηση, ο Μιχαήλ, αφού διαψεύστηκαν οι ελπίδες του αλλού, κατέβηκε κρυφά στην Άρτα. Εκεί συνδέθηκε με την πόλη μέσω γάμου: παντρεύτηκε τη θυγατέρα ενός πλούσιου και επιφανούς Έλληνα, ο οποίος φαίνεται ότι είχε ρόλο στη διοίκηση της περιοχής. Με αυτή τη συμμαχία —και με τη συναίνεση των ντόπιων— ο Μιχαήλ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας. Η Άρτα παρουσιάζεται εδώ ως πόλη που δέχθηκε τον νέο άρχοντα και τον στήριξε. Η εκδοχή αυτή τονίζει τον ρόλο των τοπικών δικτύων, των οικογενειακών δεσμών και της κοινωνικής αποδοχής σε μια εποχή γενικευμένης αβεβαιότητας.


Η δεύτερη εκδοχή: η Άρτα ως αποτέλεσμα κατάληψης και νομιμοποίησης (την οποία ο Ρωμανός θεωρεί πιθανότερη)

Αμέσως μετά, ο Ρωμανός παραθέτει μια άλλη παράδοση, την οποία χαρακτηρίζει πιθανωτέρα. Σύμφωνα με αυτήν, το Θέμα Νικοπόλεως διοικούνταν από τον στρατηγό Σεναχηρείμ. Οι κάτοικοι στασίασαν εναντίον του και εκείνος δολοφονήθηκε. Τότε, οι ίδιες οι τοπικές δυνάμεις κάλεσαν τον Μιχαήλ για να αποκαταστήσει την τάξη. Ο Μιχαήλ κατέφθασε, τιμώρησε τους υπεύθυνους της στάσης και, εδραιώνοντας την εξουσία του, παντρεύτηκε τη χήρα του Σεναχηρείμ, αποκτώντας μαζί της όχι μόνο περιουσία, αλλά και τα θεσμικά ερείσματα της διοίκησης.

Στην εκδοχή αυτή, η Άρτα δεν είναι απλώς τόπος υποδοχής, αλλά κέντρο εξουσίας που κατακτάται και οργανώνεται. Αξίζει να σημειωθεί ότι η παράδοση και η ιστοριογραφία αποδίδουν στον Μιχαήλ Α΄ περισσότερους από έναν γάμους. Εκτός από την ένωση με τη χήρα του Σεναχηρείμ, που συνδέεται άμεσα με τη δεύτερη εκδοχή της εγκατάστασής του στην Άρτα, οι πηγές αναφέρουν και προγενέστερο γάμο του με γυναίκα αριστοκρατικής καταγωγής, πιθανότατα από την οικογένεια των Μελισσηνών. Τα ονόματα και οι λεπτομέρειες αυτών των γάμων δεν διασώζονται με σαφήνεια· ωστόσο, η ίδια η ύπαρξή τους υπογραμμίζει τον ρόλο των οικογενειακών δεσμών ως εργαλείων πολιτικής εδραίωσης στον ταραγμένο κόσμο των αρχών του 13ου αιώνα.

Η Άρτα και η «νομιμοποίηση» της νέας εξουσίας: το επεισόδιο του Αλεξίου Γ΄

Ένα επιπλέον επεισόδιο, που συμπληρώνει το πλαίσιο των πρώτων χρόνων της ηπειρωτικής εξουσίας, αφορά τον πρώην αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ Άγγελο. Ο Ιωάννης Α. Ρωμανός αναφέρει ότι περί τα τέλη του 1205 ο Αλέξιος, κυνηγημένος και περιπλανώμενος μετά τα γεγονότα του 1204, κατευθυνόταν προς την Ήπειρο για να συναντήσει τον συγγενή του Μιχαήλ. Κατά τη θαλάσσια διαδρομή του συνελήφθη από Λομβαρδούς, και όταν το πλοίο έπιασε στον λιμένα της Σαλαγόρας (Σαλαώρας), ο Μιχαήλ ειδοποιήθηκε και έσπευσε να τον εξαγοράσει με λύτρα.

Η σημασία του επεισοδίου δεν είναι απλώς δραματική· είναι πολιτική: ο Αλέξιος Γ΄, ως πρώην αυτοκράτορας, φέρεται να αναγνώρισε έτσι την ηπειρωτική κυριαρχία του Μιχαήλ ως «νόμιμη» συνέχεια της ρωμαϊκής (βυζαντινής) εξουσίας. Με άλλα λόγια, η Άρτα —ως κέντρο γύρω από το οποίο συγκροτείται η νέα αρχή— δεν επιλέγεται μόνο για πρακτικούς λόγους· αποκτά και συμβολικό βάρος, γιατί η εξουσία που θεμελιώνεται εκεί επιχειρεί να σταθεί ως συνέχεια του παλαιού κόσμου.

Η ίδια αφήγηση συνδέεται ακόμη περισσότερο με τον τόπο, αφού ο Ρωμανός σημειώνει ότι η σύζυγος του Αλεξίου Γ΄, η Ευφροσύνη, παρέμεινε στην Ήπειρο και πέθανε στην Άρτα λίγα χρόνια αργότερα. Έτσι, η πόλη εμφανίζεται όχι μόνο ως “πρώτη βάση” της ηπειρωτικής εξουσίας, αλλά και ως χώρος όπου η μνήμη της βυζαντινής νομιμότητας άφησε ένα απτό ίχνος.

Στη φωτογραφία μια φανταστική αναπαράσταση του γεγονότος στις αρχές του 13ου αιώνα: σε έναν απλό λιμένα του Αμβρακικού, ο εκθρονισμένος αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ Άγγελος εξαγοράζεται από τον Μιχαήλ Α΄ Κομνηνό Δούκα. Το επεισόδιο αυτό συνδέεται με τη συμβολική νομιμοποίηση της νέας εξουσίας που εδραιώνεται στην Άρτα.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Από τον θρύλο στην ιστορία: ο Βρυώνης του 14ου αιώνα….

Στην προηγούμενη ανάρτηση, αφετηρία στάθηκε ένας τόπος: η Παναγιά του Μπρυώνη, έξω από την Άρτα. Ένας μικρός βυζαντινός ναός, ένα κυπαρίσσι, ένας θρύλος που επιβιώνει μέσα στον χρόνο. Όμως πίσω από τον θρύλο, συχνά κρύβεται η ιστορία — όχι πάντα καθαρή, αλλά υπαρκτή. Το όνομα Βρυώνης δεν είναι μόνο λαϊκή ανάμνηση. Απαντά και σε γραπτές πηγές του ύστερου Μεσαίωνα, πολύ πριν από την Τουρκοκρατία.

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Α. Ρωμανό (Περί του Δεσποτάτου της Ηπείρου, Κέρκυρα 1895, σ. 163), στα τέλη του 14ου αιώνα εμφανίζεται στον ηπειρωτικό χώρο ο Παλαιολόγος Βρυώνης, βυζαντινός αξιωματούχος, ο οποίος μετέφερε από την Κωνσταντινούπολη στα Ιωάννινα τα διακριτικά σημεία του δεσποτικού αξιώματος. Με αυτά πραγματοποιήθηκε η επίσημη επένδυση του Ησαύ ντε Μπουοντελμόντι ως δεσπότη της Ηπείρου, σύμφωνα με τα τυπικά της Ανατολικής Εκκλησίας.

Η πράξη αυτή δεν ήταν τυπική λεπτομέρεια. Τα διακριτικά —ενδύματα, διάδημα και αυτοκρατορικά έγγραφα— αποτελούσαν τη χειροπιαστή απόδειξη της βυζαντινής νομιμότητας. Ο Βρυώνης δεν έφερε απλώς μήνυμα· έφερε την ίδια την εξουσία, όπως αυτή μπορούσε ακόμη να απονεμηθεί από την Κωνσταντινούπολη στον ύστερο 14ο αιώνα.

Το γεγονός ότι το όνομα Βρυώνης συνδέεται με μια τέτοια αποστολή δείχνει πως δεν πρόκειται κατ’ ανάγκην για οθωμανικό ή μεταγενέστερο προσωνύμιο, αλλά για όνομα που εντάσσεται στο βυζαντινό διοικητικό και πολιτικό πλαίσιο. Η μεταγενέστερη παράδοση που μιλά για «Τούρκο Μπρυώνη» φαίνεται έτσι να αποτελεί μια ύστερη, λαϊκή ερμηνεία ενός παλαιότερου ονόματος, του οποίου το αρχικό ιστορικό νόημα είχε πλέον ξεθωριάσει.

Και εδώ γεννιέται ένα ερώτημα: γιατί η μνήμη αυτού του ονόματος επιβιώνει γύρω από την Άρτα;

Τον καιρό του Παλαιολόγου Βρυώνη, η τελετή της επένδυσης δεν έγινε στην Άρτα, αλλά στα Ιωάννινα, που είχαν πλέον καταστεί το κύριο διοικητικό κέντρο της Ηπείρου. Η Άρτα, ωστόσο, δεν είχε πάψει να είναι τόπος μνήμης. Έναν αιώνα νωρίτερα, είχε υπάρξει η καρδιά της εξουσίας.

Ήδη από τις αρχές του 13ου αιώνα, ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας είχε επιλέξει την Άρτα ως βάση του νέου κράτους που σχηματίστηκε μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία — και μάλιστα οι πηγές διασώζουν περισσότερες από μία εκδοχές για το πώς και γιατί κατέληξε στην πόλη αυτή.

Η Άρτα, λοιπόν, μπορεί να μην ήταν πια πρωτεύουσα στα τέλη του 14ου αιώνα. Παρέμενε όμως τόπος όπου η εξουσία είχε κάποτε ριζώσει. Και τέτοιοι τόποι έχουν τη δύναμη να διατηρούν ονόματα, μνήμες και θρύλους, ακόμη κι όταν το ιστορικό τους πλαίσιο έχει χαθεί. Πριν γίνει όνομα σε θρύλο, ο Βρυώνης ανήκε στον κόσμο της γραπτής εξουσίας, των εγγράφων και της βυζαντινής νομιμοποίησης.

Η εικόνα είναι ενδεικτική βυζαντινής τελετουργίας και δεν απεικονίζει συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο. (Πηγή : https://commons.wikimedia.org/)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Η Παναγιά του Μπρυώνη και ο θρύλος του κυπαρισσιού

“Στο δρόμο από την Άρτα στην Αμφιλοχία (Καρβασαρά), 6 περίπου χιλιόμετρα από την Άρτα, σ’ ένα ύψωμα, δεσπόζει παλιός βυζαντινός ναός, που στηρίζεται σε αντηρίδες και τον παραστέκει άγρυπνος φρουρός ένα πελώριο φουντωτό κυπαρίσσι. Στη μοναξιά του φτωχικού νεκροταφείου δε συναντάς ανθρώπινη ψυχή. Σπάνια να περάσει κανένας χριστιανός από το γειτονικό χωριό, το Νεοχωράκι. Κι όταν τον ρωτήσεις να σου πει τι γνωρίζει γι’ αυτή την εκκλησία, που θυμίζει παλιούς καιρούς, θα σου μιλήσει για το κυπαρίσσι και ένα παλιό, πολύ παλιό – θαύμα που έγινε. Κι ο θρύλος, με την ιστορία δεμένος, όπως την λέει ο καντηλανάφτης ή όποιος άλλος χριστιανός από το Νεοχωράκι, είναι περίεργος.

Τον καιρό που στα μέρη αυτά ήταν Τούρκοι, κάποιος Τούρκος αποπειράθηκε να κόψει το μεγάλο κυπαρίσσι που είναι πάνω από το ιερό της Παναγιάς, για να πουλήσει το ξύλο του. Μόλις όμως άρχισε να το κόβει, έχασε το φως του. Σταμάτησε τότε το κόψιμο και στην απελπισία του έταξε στην Παναγιά να κάμει ένα μεγάλο δώρο στην εκκλησία αν ξαναβρεί το φως του. Όταν ο Τούρκος έκαμε το τάμα του, η Παναγιά τού ξανάδωσε το φως του και το όμορφο κυπαρίσσι σώθηκε και φούντωσε ακόμα πιο πολύ.

Ήταν άραγε ο Τούρκος Μπρυώνης που έδωσε τ’ όνομά του στο εκκλησάκι; Η παράδοση δεν το λέει. Όμως το όνομα υπάρχει. Κι η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Παναγιά του Μπρυώνη, μας οδηγεί στα χρόνια της Φραγκοκρατίας………

Σύμφωνα με τον Αναστάσιο Ορλάνδο – αυτόν τον ακάματο ερευνητή και ερμηνευτή όλων των βυζαντινών ναών – στο έργο του «Η Παναγία του Μπρυώνη», οφείλει το όνομά της σε κάποιον βυζαντινό κτήτορα Βρυώνη και όχι σε Τούρκο. Το όνομα το συναντάμε στην Άρτα τον ΙΔ΄ αιώνα. Ο Βρυώνης Παλαιολόγος εκόμισε από την Κωνσταντινούπολη στον δεσπότη της Ηπείρου Ησαύ τα διακριτικά σημεία του αξιώματος. Και προσθέτει ο Ορλάνδος:

«Πάντως – παραδέχομαι την γνώμην του Σεραφείμ (Δοκίμιον 160), καθ’ ην το Παναγία Μπρυώνη είναι παραφθορά του Παναγία Περιώνυμος».

Ο Σεραφείμ ο Βυζάντιος είναι ο γνωστός συγγραφέας του Περί Άρτης Δοκιμίου.

Κάποιος, λοιπόν, ευσεβής Βρυώνης έκτισε την εκκλησία και ο χρόνος τη διαφύλαξε ανέπαφη μέχρι σήμερα………

Η οικογένεια Βρυώνη ξεκίνησε από το Βυζάντιο, σέρνοντας μαζί της – από επιγαμίες – και το όνομα Παλαιολόγος. Σκόρπισε στα Επτάνησα ύστερα από τη μεγάλη νύχτα που σκέπασε το Βυζάντιο. Δυνατή φύτρα όμως, που στα πολύκλωνα κλαριά του δέντρου της έδωσε ονόματα μεγάλα: πανεπιστημιακούς δασκάλους, γιατρούς, δικηγόρους, αξιωματικούς, εμπόρους, ναυτικούς, που ανανεώνουν τις ρίζες και τα κλώνια με επιγαμίες και με δυνατά, ολόδροσα και φρέσκα κλωνάρια.

Μερικά ονόματα – από τα πιο παλιά – διαφορετικών δογμάτων, είναι ο Πέτρος Βρυώνης, βοτανολόγος που μελέτησε και ταξινόμησε την ελληνική χλωρίδα. Είναι ο Ομέρ Βρυώνης, Τουρκαλβανός στρατηγός του τουρκικού στρατού. Είναι ο Ελιάζ Βρυώνης, Αλβανός πολιτευτής.

Σήμερα πια όλοι – όπου γης κι αν βρίσκονται – έχουν κοιτίδα το μικρό βυζαντινό εκκλησάκι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, έξω από την Άρτα, την εκκλησία του Βρυώνη. Από κει παίρνουν δύναμη κι ελπίδες για το δρόμο που οι καινούργιες γενιές θ’ ακολουθήσουν. Αυτόν το δρόμο τους τον δείχνει πάντα το ψηλό κι αμίλητο κυπαρίσσι, που η κορυφή του χάνεται ανάμεσα γης και ουρανού, στον άπειρο χρόνο, που όλα τα καταπίνει κι αφήνει αστραπές μνήμης σ’ εκείνους που ατενίζουν με ελπίδες την κορυφή του….” (Πηγή : Απόσπασμα από άρθρο της Αντιγόνης Βρυώνη – Χατζηθεοδώρου” στην Ηπειρωτική Εταιρεία με τίτλο ” Η Παναγιά του Βρυώνη”).

Στη φωτογραφία “Η Παναγιά του Μπρυώνη” από δημοσίευση του Α. Ορλάνδου, ΑΒΜΕ Β’, 1936 – Η εν Αθήναις Αρχαιολογικη Εταιρεία)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

Άποψη του χωριού Πέτα Άρτης

Το Πέτα Άρτης τον Ιούνιο του 1954, όπως αποτυπώνεται σε αυτή τη φωτοκάρτα, μας θυμίζει έναν τόπο δεμένο με τη φύση και τους ανθρώπους του. Σπίτια χαμηλά, αυλές μέσα στο πράσινο και το χωριό να απλώνεται αρμονικά στους πρόποδες των λόφων.(Φωτο από παλαιότερη δημοπρασία).

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά γύρω από την πόλη | Σχολιάστε

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ – Β’ ΕΘΝΙΚΗ

1968 – Ο Λέανδρος Παπακίτσος και η σύζυγός του Ευαγγελία Βάσσου (οδοντίατρος), με παίκτες της Αναγέννησης στην Κέρκυρα, στο κιόσκι της πλατείας. Ο μικρός είναι ο Δημήτρης Παπαρούνης, γιος του Τάκη Παπαρούνη. Διακρίνονται επίσης οι Δημήτριος Μπέκας, Χρήστος Κουτσογεώργος, Κων/νος Κωσταδήμας, Κων/νος Ευταξίας. (Φωτο από αρχείο Χ. Κουτσογεώργου, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

Γεύμα προς τιμήν του Ι. Μεταξά στην Άρτα (16 Ιουνίου 1937)

Στιγμιότυπο από το γεύμα που παρατέθηκε από τους αγρότες της περιοχής προς τιμήν του Πρωθυπουργού, στον κήπο που έφερε το όνομά του. Η παρουσία τοπικών παραγόντων, εκπροσώπων αρχών και πλήθους κόσμου αποτυπώνει τον επίσημο αλλά και λαϊκό χαρακτήρα της εκδήλωσης, όπως αυτή καταγράφηκε και στο Λεύκωμα Νομού Άρτης με τίτλο ““Γεύμα δοθέν υπό των αγροτών προς τιμήν του κ. Πρωθυπουργού εις τον κήπον “Ι. Μεταξά”” (Πηγή : Προσωπικό αρχείο του Ιωάννη Μεταξά, το οποίο έχει παραχωρηθεί ως δωρεά στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων).

Δημοσιεύθηκε στη Επισκέπτες άσημοι και διάσημοι | Σχολιάστε