1946 – Μαθητές και μαθήτριες του Γυμνασίου Αγνάντων με τους καθηγητές τους Ηλία Χουλιάρα και Παντελή Χουλιάρα. (Πηγή : ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΑΓΝΑΝΤΩΝ, Χ. Τούμπουρου, Αθήνα, 2009)

1946 – Μαθητές και μαθήτριες του Γυμνασίου Αγνάντων με τους καθηγητές τους Ηλία Χουλιάρα και Παντελή Χουλιάρα. (Πηγή : ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΑΓΝΑΝΤΩΝ, Χ. Τούμπουρου, Αθήνα, 2009)

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας “ΝΙΚΗ” στις 8 Μαρτίου 1941, με φωτογραφικό υλικό από το Αλβανικό μέτωπο, κυρίως του Λάζαρου Ακερμανίδη. (Φωτο από προσωπική συλλογή)

Το φθινόπωρο του 1941, ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας, για να σωθεί από την πείνα που όλοι έβλεπαν να έρχεται στην Αθήνα, παίρνει τη σωτήρια όσο και προφανή απόφαση να επιστρέψει στη γενέτειρά του, την Πλατανούσα, χωριό των Τζουμέρκων στην Ήπειρο. Καθώς όλα αυτά τα χρόνια ζούσε στην πρωτεύουσα ανάμεσα στην ανέχεια και στην αρρώστια (ήταν φυματικός), είχε οχτώ χρόνια να επισκεφτεί το χωριό του και να δει τους γονείς του. Τώρα όμως η απόφαση ήταν εύκολη, αφού στην Αθήνα της Κατοχής οι προοπτικές επιβίωσης ενός μεροκαματιάρη γραφιά (και μάλιστα φιλάσθενου) θα ήταν ζοφερές. Έτσι, τον Νοέμβριο του 1941 γυρίζει στην Πλατανούσα, όπου θα περάσει τα πρώτα χρόνια της Κατοχής, ίσαμε να προσχωρήσει στους αντάρτες του Άρη και να δημιουργήσει το περίφημο Θέατρο του Βουνού.
Με το που φτάνει ο Κοτζιούλας στο χωριό του, αρχίζει να κρατάει ημερολόγιο, πάνω στις άγραφες σελίδες του ημερολογίου που είχε τυπώσει κάποια φαρμακευτική εταιρεία ίσως, και που το είχε για σημειωματάριο. Οι καταγραφές του είναι πολύ λεπτομερειακές: για τους δυόμισι μήνες από τις 26.11.1941 έως τις 11.2.1942 (εκεί σταματάει το ημερολόγιο) το κείμενο φτάνει τις 190 χειρόγραφες σελίδες, πυκνογραμμένες με τα μικρούτσικα αλλά ευκολοδιάβαστα γράμματά του, ή αλλιως κάπου 40.000 λέξεις. Υπάρχουν και άλλα κατοχικά ημερολόγια του Κοτζιούλα, αλλά από το 1944, όταν πια βρισκόταν με τους αντάρτες. Όλα μαζί τα ημερολόγια βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου τα εμπιστεύθηκε ο γιος του ποιητή, Κώστας Κοτζιούλας………(Πηγή : https://sarantakos.wordpress.com/)
Η πρώτη σελίδα από το ημερολόγιο του Γ. Κοτζιούλα στα φύλλα της φαρμακευτικής εταιρείας που είχε για σημειωματάριο…

“…….Την Πρωτοχρονιά του 1943 πέρασε από την Πλατανούσα το πρώτο αντάρτικο τμήμα του ΕΛΑΣ με αρχηγό τον ανθυπομοίραρχο Φάνη Τσάκα. Ο Κοτζιούλας είναι αφάνταστα συγκλονισμένος και καταγράφει την πρώτη εντύπωσή του με ένταση σεισμικής δόνησης: «…Τρεμούλα μ’ έπιασε ιερή κι έσφιξε η γνώμη αντρίκεια: την κλεφτουριά θυμήθηκα μ’ όλα τ’ αρματολίκια». Ακολουθεί το τμήμα Τσάκα σε περιοδεία στα χωριά βορειοδυτικά των Τζουμέρκων.
Ας σταματήσουμε για λίγο στο μεγαλοχώρι Άγναντα. Χτυπάνε οι καμπάνες. Γεμίζει η πάνω πλατεία από μικρούς και μεγάλους να ιδούν και ν’ ακούσουν τους αντάρτες. Μιλάνε οι αρχηγοί. Σε μια στιγμή ο αδελφός του Φάνη, ο Νίκος Τσάκας, δικηγόρος, καλεί τον Κοτζιούλα να πει κι εκείνος δυο λόγια. Ο Κοτζιούλας ξαφνιάζεται. Δεν πιστεύει πως είναι λεύτερος…..” (Πηγή : Απόσπασμα από το Γιάννης Παπανικολάου, «Από τη ζωή και τη δράση του Γιώργου Κοτζιούλα. Προσωπικές αναμνήσεις», Ελεύθερο Πνεύμα 53 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1984)
Στη φωτογραφία “Ο Γιώργος Κοτζιούλας στον ΕΛΑΣ – Αρχείο Γ. Σαμαρά (Φωτογραφία από το βιβλίο του Γιώργου Κοτζιούλα «Αντάρτες» (επιμέλεια, εισαγωγή, σημειώσεις: Σωτηρία Μελετίου), των εκδόσεων «Ασίνη»”

1-1-43
ΜΟΛΙΣ ΣΗΚΩΘΗΚΑ ΕΙΧΑ ΜΙΑ ΠΡΟΑΙΣΘΗΣΙ ΟΤΙ ΚΑΤΙ ΜΑΣ ΣΥΜΒΗΚΕ ΚΑΙ Ο ΝΟΥΣ ΜΟΥ ΠΗΓΕ ΑΜΕΣΩΣ ΣΤΑ ΛΕΠΤΑ (200 ΧΡΥΣΕΣ ΛΙΡΕΣ) ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΙΧΑΜΕ ΣΤΟ ΒΑΛΙΤΣΑΚΙ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ. ΤΟΥ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΑ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΗ ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΕΑΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕΣΑ ΤΑ ΛΕΠΤΑ. ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΔΕΝ ΕΔΩΣΕ ΣΗΜΑΣΙΑ ΑΛΛΑ ΕΠΕΙΤΑ ΚΟΙΤΑΞΕ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΤΑ ΛΕΠΤΑ ΕΛΛΕΙΠΑΝ ΟΛΑ ΑΠΟ ΜΕΣΑ. ΕΙΧΑΝ ΚΛΑΠΕΙ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΘ ΟΤΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΕΙΧΕ ΑΦΗΣΕΙ ΞΕΚΛΕΙΔΩΤΟ ΤΟ ΒΑΛΙΤΣΑΚΙ. ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ ΑΜΕΣΩΣ Η ΚΡΑΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΤΣΟΧΑΝΤΑΡΗ ΔΗΜΟΣ. ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ ΩΣ ΥΠΟΠΤΩΝ ΚΑΙ ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΕΡΕΥΝΑ, Η ΑΝΑΚΡΙΣΙΣ ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ. ΦΕΡΟΝΤΑΙ ΥΠΟΝΟΙΑΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ. Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΖΕΤΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ,ΑΛΛΑ ΕΙΣ ΜΑΤΗΝ. ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ ΝΑ ΕΤΟΙΜΑΣΘΟΥΝ 2 ΑΓΧΟΝΑΙ ΠΡΟΣ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΝ ΤΟΥ ΤΣΟΧΑΝΤΑΡΗ ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ. ΜΕΤΑ ΠΟΛΛΩΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΩΝ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΚΑΤΩΡΘΩΝΕΙ ΝΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΙΧΕΝ ΚΛΕΨΕΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΟΧΑΝΤΑΡΗ ΚΑΙ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΑΡΤΥΡΗΣΕ ΚΑΤΟΠΙΝ ΤΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ ΟΤΙ ΘΑ ΠΑΙΡΝΑΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ. ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΡΟΒΕΛΙΤΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΚΛΕΙΔΙ ΟΠΟΥ ΜΑΣ ΕΠΕΦΥΛΑΧΘΗ ΘΕΡΜΗ ΥΠΟΔΟΧΗ ΥΠΟ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ. ΚΑΤΑΛΥΣΑΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΒΑΣΙΛΑΚΗ. ΒΑΡΥΣ ΧΕΙΜΩΝ._
2-1-43
ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΚΑΚΟΚΑΙΡΙΑΣ ΗΝΑΓΚΑΣΘΗΜΕΝ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΜΕΝ ΕΙΣ ΚΛΕΙΔΙ. ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΗΛΘΕΝ Ο Λ/ΓΟΣ ΚΑΛΑΜΠΟΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΚΑΛΟΣ ΑΞ/ΚΟΣ. ΜΕΤΑ ΜΑΚΡΑΝ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑΝ ΜΕ ΑΡΧΗΓΟΝ ΤΟΥ ΑΝΕΤΕΘΗ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΕΤΑ ΚΑΙ ΗΡΑΚΛΕΙΑΣ._
3-1-43
ΤΗΝ 10ην ΩΡΑΝ ΜΕΤΕΒΗΜΕΝ ΕΙΣ ΑΓΙΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΝ ΚΛΕΙΔΙΟΥ ΟΠΟΥ ΕΓΕΝΕΤΟ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΤΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΑΧΗΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ ΕΙΣ ΣΚΟΥΛΗΚΑΡΙΑΝ ΔΗΜΗΤΡ .ΚΑΡΑΜΠΙΝΑ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΩΜΙΛΗΣΕ ΜΕ ΒΑΘΕΙΑΝ ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑΝ ΤΩΝ ΠΑΛΗΚΑΡΙΩΝ ΑΥΤΩΝ. ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΠΙΠΤΗ ΡΑΓΔΑΙΑ ΒΡΟΧΗ. ΤΗΝ 15ην ΩΡΑΝ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΜΕΝ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΒΡΟΧΗΝ ΝΑ ΑΝΑΧΩΡΗΣΩΜΕΝ,ΑΝΑΓΚΑΣΘΗΚΑΜΕ ΟΜΩΣ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΩΜΕΝ ΜΕΤΑ ΠΟΡΕΙΑΝ 30΄(ΛΕΠΤΩΝ). ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΜΠΙΝΑ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΤΟ ΣΠΙΤΙ._
4-1-43
ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟΝ ΤΗΝ 13ην ΩΡΑΝ ΟΠΟΤΕ ΕΙΧΕΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ Η ΒΡΟΧΗ ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΦΛΩΡΙΑΔΑ. ΚΟΠΙΩΔΗΣ ΠΟΡΕΙΑ ΛΟΓΩ ΥΠΕΡΧΕΙΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ. ΤΗΝ 16,30΄ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΕΙΣ ΦΛΩΡΙΑΔΑ. ΚΑΤΑΛΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΟΙΚΙΑΝ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΔΕΧΕΤΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ._
5-1-43
ΤΟ ΠΡΩΙ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΣΥΣΤΑΣΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡ. ΕΘΝ. ΑΓΩΝΟΣ ΦΛΩΡΙΑΔΟΣ ΟΡΚΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΟΥΣ ΩΜΙΛΗΣΕΝ ΕΠΙ ΜΑΚΡΟΝ ΔΙΑ ΘΕΡΜΩΝ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΩΝ ΛΟΓΩΝ, ΤΟΥΣ ΕΔΩΣΕ ΟΔΗΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΤΟΛΑΣ, ΤΟΥΣ ΥΠΕΔΕΙΞΕ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΟΣ. ΤΗΝ 10ην ΩΡΑΝ ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΘΕΡΙΑΚΗΣΙΟΝ ΟΠΟΥ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΤΗΝ 12,30΄. ΘΕΡΜΗ ΥΠΟΔΟΧΗ. ΜΕΤΑ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟΝ ΤΗΝ16ην ΩΡΑΝ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΩΜΙΛΗΣΕ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΘΕΝΤΑΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΕΠΗΚΟΛΟΥΘΗΣΕ Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΟΣ ΘΕΡΙΑΚΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠ.ΕΘ.ΑΓ.. ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΟΙΚΙΑΝ ΓΕΩΡ. ΑΛΠΟΥ._
Στη φωτογραφία «Στο Κλειδί της Άρτας το 1943. Ο οπλαρχηγός του Ε.Δ.Ε.Σ. Σπύρος Καραμπίνας και η γυναίκα του – Από το αρχείο του Σταύρου Κωτσάκη (γιού του Παντελή Κωτσάκη ο οποίος και καθαρόγραψε το ημερολόγιο του πατέρα του) όπως δημοσιεύτηκε στην ομάδα ΟΡΕΙΝΟΣ ΒΑΛΤΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΑ. Επεξεργασία φωτογραφίας από τους αδελφούς Παππά.

Εκδρομή της 8ης Γυμνασίου Θηλέων Αγρινίου στην Άρτα, στις 5 Ιουνίου 1951. Οι μαθήτριες σε αναμνηστική φωτογραφία μπροστά στην Παρηγορήτισσα. (Φωτο από αρχείο Τάκη Ζαρκαλή)

Το Δημοτικό Συμβούλιο επί δημαρχίας Γεωργίου Καζαντζή το 1934. Ο Γεώργιος Καζαντζής στο μέσον με το μαύρο παλτό. (Φωτο από αρχείο Ιωάννη Έξαρχου)

Υπήρξε ο μακροβιότερος δήμαρχος της Άρτας. Εκλέχτηκε τρεις φορές, αλλά παρέμεινε δήμαρχος για δέκα οκτώ χρόνια. Από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να ζητήσει από την κυβέρνηση την ίδρυση Ταμείου Ελαιών και να αναστείλει τις διώξεις των ληστών, χάριν της ζωής των αιχμαλώτων.
Επί δημαρχίας του επεκτάθηκε ο ηλεκτροφωτισμός προς Γέφυρα, Κουτσομύτα, Στρατώνα και αργότερα σε όλους τους δρόμους και τις πλατείες της πόλης. Κατασκευάστηκε το υδραγωγείο και έγινε η ύδρευση της πόλης. Ταυτόχρονα κλείστηκαν τα πιο πολλά πηγάδια. Χτίστηκε ο προσφυγικός συνοικισμός, κοντά στην Οδηγήτρια. Χτίστηκε η δημοτική αγορά, επιστρώθηκαν πολλοί δρόμοι στην πόλη, κατασκευάστηκαν τρία δημόσια ουρητήρια, τοποθετήθηκε σημαντήρας στη Γέφυρα, ώστε να αποφεύγεται η συνάντηση δύο αυτοκινήτων πάνω σε αυτήν, αγοράστηκαν ζωγραφικά έργα. Το 1943 αντικαταστάθηκε από τις αρχές κατοχής και από τότε ιδιώτευσε, μέχρι το θάνατό του το 1950. (Πηγή : ΑΡΤΙΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, Γιάννης Τσούτσινος, Άρτα, 2001)
Στις φωτογραφίες που ακολουθούν μια συνέντευξη του κ. Καζαντζή τον Οκτώβριο του 1935 σε εφημερίδα της εποχής.



Η βορειοδυτική πλευρά του ιστορικού Μοναστηριού σε φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή το 1938. Μπροστά δεξιά ερειπωμένα κελιά…(Φωτο από προσωπική συλλογή )

“….Ήταν φυσικό, ύστερα από τη φοβερή αυτή δοκιμασία, αφού οι άνθρωποι είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους, τις δουλειές τους και τις περιουσίες τους, να εξαντληθούν οικονομικώς πολύ. Δεν μπορούσαν δε όσο κι αν επροσπαθούσαν, να πληρώσουν τους φόρους που ώφειλαν.
Οι κυριότεροι φόροι που πλήρωναν τότε οι γραικοί ήταν : Πρώτα το χαράτσι, κεφαλικός φόρος. Δηλαδή, κάθε ραγιάς μέχρι εξήντα ετών ηλικίας, πλήρωνε κάθε χρόνο ένα ποσό χρημάτων σαν αντισήκωμα της στρατιωτικής του υποχρεώσεως.
Ύστερα έρχονταν τα προβατονόμια, η δεκάτη και οι αβανιές. Οι αβανιές ήταν έκτακτη φορολογία που επέβαλλε ο άρχοντας τότε, όσες φορές είχε ανάγκη από χρήματα, η δε έννοια που έχει σήμερα η λέξη «αβανιά» μας δίνει να εννοήσουμε καλά τί συμφορά ήταν για τους φορολογούμενους. Οι φόροι αυτοί ήταν πολύ πιεστικοί. Δεν επιβάλλονταν σε όλους και ανάλογα με την οικονομική αντοχή καθενός. Οι προνομιούχες τάξεις δεν πλήρωναν ή πλήρωναν ελάχιστα από κείνα που έπαιρναν από τους ραγιάδες. Η είσπραξη έπειτα των φόρων γίνονταν με πολύ βάρβαρα μέσα.
Οι Αρτινοί βέβαια, ύστερα από την πανούκλα που κράτησε ενάμισυ χρόνο, δεν μπορούσαν να πληρώσουν φόρους. Ο Θανάσης όμως ήθελε χρήματα. Τους ήξαιρε όλους για νοικοκυραίους με λίρες και δεν συγκινούτανε με αρρώστιες και τα ρέστα. Αμόλησε τα όργανά του και άρχισαν τα βασανιστήρια των κατοίκων. Ξεγύμνωνε τις γυναίκες, έκαιγε τα σπίτια τους και μ’ αναμμένο σίδερο τρυπούσε τις σάρκες των ραγιάδων για ν’ αναγκαστούν να δώσουν τον παρά.
Στις βιαιότητες αυτές ίσως να παρεκινείτο από τον Εβραίο Μπέσο, γιατί εκείνος σαν τοκογλύφος θα είχε δανεισμένα λεπτά σε πολλούς και τώρα που άλλοι πεθαίνανε από την αρρώστεια και άλλοι έμειναν χωρίς δουλειά, κινδύνευε να χάση εκτός από τους τόκους και τα κεφάλαιά του, γι’ αυτό κοίταζε με τη δήμευση και τα βασανιστήρια να περισώσει όσα μπορούσε. Τότε όσοι είχαν λίγες οικονομίες, από φόβο τις έκρυβαν βαθειά στη γη και με τα βασανιστήρια σκοπούσαν οι Τούρκοι να τους αναγκάσουν να ξεθάψουν το χρήμα.
Οι Αρτινοί σαν είδαν και απόειδαν, σχημάτισαν μια επιτροπή από τους καλλίτερους νοικοκυραίους και παρουσιάστηκαν στον αφέντη Θανάση για να τους κάμει καμμιά χάρη. Να τους αφήσει να δουλέψουν πρώτα ένα χρόνο κι ύστερα να πληρώσουν όλα τα οφειλόμενα.
Η επιτροπή αυτή αποτελούνταν από τον Παπά- Αναστάση, τον Νικόλα Οικονόμου, τον Γιωργούλη και τον Τσουκαλά. Η δυστυχία που τους χτυπούσε ήταν πρωτοφανής. Δεν είχαν γνωρίσει ποτέ τέτοιες μέρες με φτώχεια και βάσανα. Αλλά φαίνεται δεν κατώρθωσαν να μαλάξουν την καρδιά του κακού τυράννου.
Τότε οι Αρτινοί, στην απελπισία τους, έκαναν ένα τόλμημα που βγήκε σε καλό. Άφησαν τα σπίτια τους και παίρνοντας τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους έφυγαν και πήγαν να συναντήσουν τον Αλή Πασά, που τότε έκανε περιοδεία στα χωριά της Φιλιππιάδας. Πράγματι τον συνάντησαν στο χωριό Κουμτζάδες και γονάτισαν όλοι μπροστά του. Ο παπα – Αναστάσης τον προσεφώνησε πρώτος. Του περιέγραψε την άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκονταν όλοι τους, ύστερα από την αρρώστεια και από τη φοβερώτερη μάστιγα που τους έστειλε αυτός, τον Θανάση.
Γι’ αυτό παρακάλεσαν να τους συγχωρέση που παρουσιάστηκαν όλοι μπροστά του, αλλά αν λυπόταν τον τόπο του, να τους απαλλάξη από τον Θανάση και να τους δοθεί μια ευκολία για την πληρωμή των χρεών. Διαφορετικά θα αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν την Άρτα με τις φαμίλιες τους και θα ζητούσαν αλλού εργασία.
Ο Αλής δεν συγκινήθηκε βέβαια. Αλλά φαίνεται ότι σκέφτηκε πολιτικώτερα. Αν οι άνθρωποι αυτοί πέθαιναν στα μαρτύρια και δημεύονταν οι περιουσίες τους για να ικανοποιηθή ο τοκογλύφος Μπέσος, αυτός δεν θα είχε να ωφεληθεί τίποτε. Απεναντίας μάλιστα θα είχε ζημιά. Θα του έλειπαν τόσα παραγωγικά χέρια, τόσοι σκλάβοι, που αυτός ήξερε καλά τί μπορούσαν να του προσφέρουν. Αν τους έδινε κάποια ανακούφιση και καλλίτερη διοίκηση, θα είχε κέρδος τους φόρους που θα πλήρωναν αμέσως σαν αναλάβαιναν εκτός από τις άλλες ωφέλειες. Διέταξε λοιπόν αμέσως τη σύλληψη του κυρ – Θανάση και του Μπέσου, τους οποίους μετέφερε και φυλάκισε στα Γιάννινα.
Οι Αρτινοί γιόρτασαν το γεγονός αυτό. Οι καμπάνες των εκκλησιών κτυπούσαν σαν να ήταν Ανάσταση. Γύριζαν την εικόνα της Παναγίας με τον Μητροπολίτη μπροστά, κρατώντας λαμπάδες στα χέρια τους. Έψελναν όλοι αναστάσιμα. Τα σπίτια άνοιξαν τα παράθυρά τους και τις πόρτες που ήταν τόσο καιρό σφαλισμένα.
Ο τύραννος έπεσε.
Ο δε Αλή Πασάς για να τους ευχαριστήση περισσότερο, παράδωσε τους βοηθούς του Θανάση Μπαγιάκα και Ζαφείρη στο λαό να τους τιμωρήσουν όπως τους άξιζε. Λένε ότι τους πελέκησαν με τα μαχαίρια.
Έπειτα άνοιξε τις σιταποθήκες του ο Αλής και διελάλησε ότι λυπήθηκε τους Αρτινούς και τους αφήνει ελεύθερους να πάρουν όσο σιτάρι χρειάζονταν. Αυτό θα ήταν ένα ωραίο τέλος της ιστορίας μας αν τελειώναμε εδώ. Αλλ’ όταν οι φουκαράδες οι Αρτινοί έφαγαν και άρχισαν να εργάζονται με κάποια άνεση, ο Αλή πασάς ζήτησε διπλό το σιτάρι που έδωσε. Νέοι διωγμοί τότε, άλλοι εξευτελισμοί και βασανιστήρια.
Ο κυρ – Θανάσης, όταν πέθανε ο Αλή πασάς, αποφυλακίστηκε και κατέβηκε να κυριέψη την Άρτα με λίγους Λιάπηδες που είχε μαζί του. Δεν κατόρθωσε όμως και ύστερα από λίγα χρόνια πέθανε σε μεγάλη αθλιότητα”. [Άρθρο με ομώνυμο τίτλο του δικηγόρου Νίκου Παγουλάτου, που δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα, στη στήλη ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, την 1η Απριλίου 1935]
Στη φωτογραφία «’Έλληνας κοτζαμπάσης του 18ου αιώνα με την επίσημη στολή του». Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.
