“Εύζωνοι πολεμούντες εν Ηπείρω” Φωτογραφία από το περιοδικό ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ, 1914 (Πηγή : https://pleias.library.upatras.gr/)

“Εύζωνοι πολεμούντες εν Ηπείρω” Φωτογραφία από το περιοδικό ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ, 1914 (Πηγή : https://pleias.library.upatras.gr/)

“Γεννήθηκε το 1886 στο Γοργόμυλο. Σε ηλικία 12 χρόνων στρατολογήθηκε από τους Τούρκους σαν Γενίτσαρος στο Βαθύ Γοργομήλου και στάλθηκε για εκπαίδευση στη σχολή χωροφυλακής στην Κωσταντινούπολη. Το 1908 γύρισε στα Γιάννενα σαν χωροφύλακας. Το 1910 προβιβάστηκε σε υπενωμοτάρχη (αμπάς) και μετατέθηκε στο Κάστρο Βιλαέτ της περιοχής Μοναστηρίου, όπου και ανέλαβε τα καθήκοντα του αποσπασματάρχη. Στις αρχές του 1911 πήρε κι ένα βαθμό ακόμα, του επωνοματάρχη (τσαούς), μετά την επιτυχία εξόντωσης ενός ληστή, του περιβόητου Τσέκα. Από τις 18 Σεπτεμβρίου 1912, βρέθηκε αδειούχος στο Γοργόμυλο. Στις 6 Οκτωβρίου του 1912 η Ελλάδα και μαζί μ’ αυτή όλα τα χριστιανικά κράτη της Βαλκανικής κήρυξαν τον απελευθερωτικό αγώνα ενάντια στην Τουρκία που μας πάταγε στο λαιμό 482 χρόνια.
Από την αρχή των επιχειρήσεων, η οροσειρά του Ξεροβουνίου που ήταν και ο πρώτος στρατηγικός στόχος της Στρατιάς Ηπείρου, αναστατώθηκε από τις ομοβροντίες των κανονιών και τις γρήγορες και ανάκατες μετακινήσεις των Τουρκικών στρατευμάτων. Χαρά και φόβος μαζί κατέλαβε τον άμαχο πληθυσμό του Γοργόμυλου και των γύρω χωριών που ανηφόριζαν στις δυτικές πλαγιές και χαράδρες του Ξεροβουνίου για να σωθούν από τη σφαγή, πολλοί από τους οποίους έφτασαν στη Ροδαυγή και τα Πιστιανά, ενώ το μεγαλύτερο μέρος σε γυναικόπαιδα, ανήμπορο , αναποφάσιστο κι αλαφιασμένο παλινδρομούσε από τους Αγ. Αποστόλους μέχρι τον Αι – Δημήτρη.
Όταν ο στρατός μας κατέλαβε το Γρίμποβο και στις 9 Οκτωβρίου στη στενωπό του Αμμότοπου, τμήμα Ευζώνων ανέβηκε στο Γκογκόμυλο, υψόμ. 1.474 μ. από τις ανατολικές πλαγιές του Ξεροβουνίου, όπου και συνάντησαν μικρές τουρκικές αντιστάσεις τις οποίες και ξεκαθάρισαν……………….
Στις 12 Οκτωβρίου ο στρατός μπήκε νικηφόρος στη Φιλιππιάδα και οι Τούρκοι άρχισαν να υποχωρούν ακολουθώντας τους δρόμους Φιλιππιάδα – Κλεισούρα και Αμμότοπο – Πέντε Πηγάδια, ενώ άλλοι άρχισαν να ροβολάν τον κατήφορο στις δυτικές πλαγιές του Ξεροβουνίου και άλλοι, ανεβαίνοντας από το Καστρί παρέσυραν και πίεσαν τους άμοιρους Γοργομυλιώτες και περιχωρίτες από τον Αι -Γιώργη μέχρι τον Αι – Δημήτρη. Η δοκιμασία αυτή κορυφώθηκε όταν οι Τούρκοι που έφτασαν στον Αι – Γιώργη κατηφορίζοντας από τον Γκογκόμυλο νικημένοι και οργισμένοι κινήθηκαν απειλητικά και με εγκληματικές διαθέσεις κατά των άοπλων και αδύναμων χωρικών.
Μια γυναίκα που ήταν τότε 11 χρόνων θυμάται καλά όλη αυτή την τραγική σκηνή κι ακόμα της έμειναν σαν βαθιά μαύρη ανάμνηση τα παρακάτω:
Ένας τούρκος λόγχισε στο λαιμό το Γιώργο Βάσιο με αποτέλεσμα το αίμα του να πηδήσει ψηλά και τρικλίζοντας να πέσει στο χώμα ζητώντας βοήθεια. Την ίδια στιγμή έφτασε κυνηγημένος ο Γιαννάκης Παπατσίμπας στο σπίτι του Βασίλη Παπατσίμπα, όπου τον έκρυψαν μέσα σε μια κασέλα και πάνω σ’ αυτή έβαλαν άλλα δυο παιδάκια για να καλύψουν έτσι τον τρομοκρατημένο και από τους λίγους εναπομείναντες άντρες δεκάχρονο Γιαννάκη….Θυμάται ακόμα που ο Τούρκος λόγχισε ελαφρά στην κοιλιά την έγκυο γυναίκα του Βασίλη Παπατσίμπα, Βασιλική ενώ δίπλα της στέκονταν η γυναίκα του Μάρκου Παπατσίμπα (μάνα της) και η γυναίκα του Λάμπρη Παπατσίμπα που ήταν κι αυτές έγκυοι. Τα παραπάνω κυοφορούμενα τότε παιδιά που σώθηκαν γιατί η τουρκική λόγχη δεν τα ξεγέννησε πρόωρα και πεθαμένα είναι οι σημερινοί Κώστας Βασίλης, Γιάννης Μάρκος και Μήτρο Λάμπρης και οι τρεις το γένος Παπατσίμπα.
Ο Κώστας Μπάρτζος, που πριν πέντε μέρες μαζί με τον αδερφό του Δημήτρη και άλλους Γοργομυλιώτες απελευθέρωσαν τον παγιδευμένο λόγω σύγχυσης, ουλαμό του Ανθ/γου Καραϊσκάκη στο Χάβο, αποφασισμένος να σώσει το χωριό πάση θυσία, στήθηκε ολόρθος πάνω στο Μπαρτζέικο μαντρότοιχο, φορώντας τη στολή του Τσαούς και με αυταπάρνηση λογομάχησε έντονα στην τούρκικη γλώσσα με τον τούρκο Διοικητή που ήταν έτοιμος να δώσει τη διαταγή της σφαγής. Η λογομαχία με ζωηρές χειρονομίες και από τις δύο πλευρές κράτησε τόσο που έφτανε να λυγίσει ο τούρκος Διοικητής και να μουδιάσουν τα πόδια των χωρικών ενώ παρέκει οι Τούρκοι στρατιώτες και οι Αλβανοί αντάρτες λαφυραγωγούσαν τα φτωχά σπιτάκια κι έβαζαν φωτιά στις καλύβες και στο υπόγειο του τσέλιγκα Γιώργου Παπατσίμπα, που ήταν γεμάτο μανούρια καλοκαιρινά, ενώ παρακάτω μέσα στον περίβολο του Αι- Δημήτρη έσφαξαν όλα τα ζωντανάπου βρήκαν για να ξεδιψάσουν από αίμα και να παίξουν με τα γκεμισοκούδουνα.
Ο διάλογος συνεχίστηκε κι ο Κώστας Μπάρτζας ανορθώνοντας το κορμί του κατόρθωσε να πείσει τον τούρκο Διοικητή να τραβηχτεί μακριά από ένα τέτοια έγκλημα , σαν αυτό που μόλις προ τριημέρου έκανε στον Αμμότοπο (εννοεί τη σφαγή των 29 παλληκαριών στη θέση Βελανιδιά στις 10 Οκτωβρίου 1912)….Τέτοια ήταν οι χαρά των Παπατσιμπαίων που έταξαν για δώρο ένα αρνί στον Κ. Μπάρτζα και την άλλη μέρα όλοι μαζί έκαναν τον κατήφορο για τον κάμπο εγκαταλείποντας τα πάντα. Στο πέρασμά τους από τη Βελανιδιά αντάμωσαν τσολιάδες που τους έδωσαν κουράγιο ενώ προχωρούσαν για το Χάνι του Παλιοκαρβασαρά……..” (Πηγή : Άρθρο του Ανδρέα Καρζή με τίτλο ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΡΤΖΑΣ – ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ ΤΟΥ Β. ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ, στο περιοδικό Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 247, 1997)
Στη φωτογραφία “Ανίχνευσις” από περιοδικό της εποχής…..

Μελισσουργιώτες εύζωνοι το 1919 στη Θεσσαλονίκη. Όρθιοι οι αδελφοί Δημήτρης & Ιωάννης Χ. Σιαμαντά. Κάτω αριστερά ο Ελευθέριος Σιαμαντάς και δίπλα του ο Αλέξης Α. Κουτσούμπας (αρτοποιός). (Φωτο από αρχείο της Κωσταντούλας Α. Κουτσούμπα, συζύγου του δασκάλου Κώστα Μέλιου, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Γύρω από τη φωτιά στο Νέγρι, στο πέρασμα του Μπάρου το 1975 – Φωτογραφία του Τάκη Τλούπα. (Πηγή : http://takis.tloupas.gr/)

Ένας από τους φωτογράφους που απαθανάτισε με το φακό του την άνοδο των ποιμένων από το Θεσσαλικό κάμπο στην Πίνδο είναι ο Τάκης Τλούπας. Στη φωτογραφία “Περνώντας το πέτρινο γεφύρι στο Νέγρι το 1975”. (Πηγή : http://takis.tloupas.gr/)

Για τις διόδους των ποιμένων της Πίνδου έχουμε γράψει και παλιότερα. Μια απ’ αυτές είναι και η δίοδος του Μπάρου που συνδέει το Βόρεια Τζουμέρκα με το Θεσσαλικό κάμπο.
«…….Οι κτηνοτρόφοι των Καλαρρυτών παραχειμάζουν στο Θεσσαλικό κάμπο. Η ανάγκη αυτή τους έσπρωξε ν ’ αναζητήσουν δίοδο στην Πίνδο. Και σαν τέτοια βρήκαν τη δίοδο του Μπάρου που προσφέρει η φύση. Αυτή ασφαλώς πρόσφερε και στα αρχαία χρόνια. Αφετηρία της διόδου είναι οι Καλαρρύτες και τέρμα το Θεσσαλικό χωριό Λεπινίτσα, στους πρόποδες της Πίνδου – Το υψόμετρο τού Μπάρου είναι 1.910.
Καλαρρύτες— Μπάρος (κορυφή) είναι 2.30 ώρες.
Μπάρος— Λεπινίτσα 3.30 ώρες.
Η όλη διαδρομή 6 ώρες. Ανεβαίνοντας από τις Καλαρρύτες κι’ ύστερα από 20′ της ώρας φτάνουμε στο παρεκκλήσι της Παναγίας. Μετά από άλλα 30′ της ώρας φτάνουμε στην τοποθεσία «Λειβάδια». Η τοποθεσία αυτή βγάζει άφθονο χόρτο, που το μαζεύουν οι Καλαρρυτιώτες για τα ζώα τους, το χειμώνα. Στη ΒΑ. άκρη των «Λειβαδιών» υπάρχει βρύση με πέτρινο κανούλι και «κοπάνα» για να ποτίζονται τα ζώα. Η βρύση αυτή λέγεται «Γκούρα— κάϊλου». Κουτσοβλάχικη λέξη που θα πει «πηγή του αλόγου».
Υστέρα από 10′ της ώρας ανάβαση φτάνουμε στη βρύση του «Αρλέτου». Εδώ φέτος η Δασική υπηρεσία έφτιαξε ποτίστρες για τα ζώα. Μετά από άλλα 10′ ανάβαση φτάνουμε στην πηγή «Γκουτζαμάνη».
Από την πηγή «Γκουτζαμάνη» κι’ υστέρα από 40′ τής ώρας φτάνουμε στην τοποθεσία «Χικούλτσα», που είναι γεμάτη βοσκοτόπια. Εδώ υπάρχει και ομώνυμη βρύση με πέτρινο κανούλι. Μετά από άλλα 30′ της ώρας ανάβαση φτάνουμε στο Μπάρο, στην κορυφή.
Αφού διαβούμε το Μπάρο αρχίζομε πιά να κατηφορίζομε. Σε 30′ της ώρας κάτω από την κορυφή φτάνουμε στην τοποθεσία «Ντούβλι». Εδώ υπάρχουν πηγές που αφρίζουν κατακάθαρα νερά, που χύνονται στον Αχελώο. 15’ κάτω από το «Ντούβλι» συναντούμε τοποθεσία γεμάτη στάνες. Από δω και κάτω αρχίζουν δάση με έλατα, μέσα από τα οποία κατέρχεται ο δρόμος. Η διαδρομή μέσα στο δάσος είναι 2 ώρες. Στην αρχή του δάσους βρίσκομε την τοποθεσία «Νέγκρι» με άφθονα νερά. Εδώ ψαρεύονται άφθονες και νοστιμότατες πέστροφες. Κατηφορίζοντας φτάνουμε στο «Μοναστήρι τής Λεπινίτσας», καμένο τώρα από τούς Γερμανούς. Εδώ τελειώνει και το δάσος.
Εδώ είναι και «Η βρύση τού Μοναστηριού», όπως την αποκαλούν. Μετά από 15′ της ώρας φτάνουμε σ’ έναν παραπόταμο του Αχελώου που μαζεύει τα νερά του Χαλικιού και της Λεπινίτσας. Περνούμε τη γέφυρα και σέ 30′ φτάνουμε στο χωριό Λεπινίτσα. Το Μπάρο τον περνούν οι Καλαρρυτιώτες και τον χειμώνα, τότε που τα χιόνια είναι άφθονα πάνω στην Πίνδο με τις κλάπες στα πόδια (βέργες από έλατα λυγισμένες σαν τόξο, σe σχήμα πετάλου. Τις πλέκουν με δερμάτινα κορδόνια. Πάνω σ’ αυτές δένονται τα παπούτσια κι’ έτσι δεν βουλιάζουν στο χιόνι) και κουκουλωμένοι γέρνουν στο περήφανο βουνό.
Τη δίοδο αυτή που πρωτοχρησιμοποίησαν οι τσοπάνηδες, αυτή την ίδια χρησιμοποίησαν υστέρα από πολλά χρόνια, όταν αναπτύχθηκαν οι τοπικές οικιακές βιομηχανίες, οι αργυροχόοι και οι χρυσοχόοι των Καλαρρυτών. Κατέβαιναν στα χωριά του Ασπροποτάμου και στ’ άλλα θεσσαλικά για να πουλήσουν τα δαχτυλίδια, τα σκουλαρίκια, τα μαχαιροπήρουνα, τα περιδέραια, τις παλάσκες και τ ’ άλλα ασημικά.
Η δίοδος του Μπάρου, όπως και όλαι οι δίοδοι της Πίνδου έχουν και στρατιωτική σημασία. Το 1821 ο Χουρσίτ Πασάς που πολιορκούσε στα Γιάννινα τον αποστάτη της πύλης, Αλή πασά, για να μην διακοπή η επικοινωνία του με τη Θεσσαλία έστειλε στρατεύματα και κατέλαβαν το Συρράκο και τις Καλαρρύτες για να ελέγχει τη δίοδο του Μπάρου.» (Από το άρθρο του Ν.Β. Κοσμά, ΟΙ ΔΙΟΔΟΙ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ, Περιοδικό Ηπειρωτική Εστία, τχ.33, 1955)
Μπορείτε να διαβάσετε για την δίοδο Βουργαρελίου στο λινκ https://doxesdespotatou.com/oi-diodoi-tis-pindoy/
για τη δίοδο Κριθαριών – Ματσουκίου στο λινκ https://doxesdespotatou.com/i-diodos-ton-kritharion-matsoykioy/
και για τη δίοδο στο ¨Αυτί” Μελισσουργών στο λινκ https://doxesdespotatou.com/i-diodos-sto-ayti-melissoyrgon/
Στη φωτογραφία του Ν. Καρατζένη «Επιτέλους τα αλογομούλαρα καταφέρνουν να σπάσουν τα σαμάρια του χιονιού και να πεταχτούν κατάρραχα στον Μπάρο των Καλαρρυτών – Μάης 1982».

Η φωτογραφία με τον τίτλο “Ο ποταμός Άραχθος” είναι του Hubert Pernot, από το πέρασμά του από την Ελλάδα μεταξύ 1898 – 1913. (Πηγή : Συλλογή Ηubert Pernot, ΕΞΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Φωτογραφίες 1898 – 1913, Από το Νεοελληνικό Ινστιτούτο της Σορβόννης, Εκδόσεις ΟΛΚΟΣ, Αθήνα, 2007)

Εκδρομή στο Κομπότι το 1952-1953 της τάξης της Ζωσιμαίας Σχολής που αποφοίτησε το 1954. Η φωτογραφία μπροστά στο άγαλμα του Σκουφά, είναι από το αρχείο του απόφοιτου της Ζωσιμαίας Σχολής Γιώργου Τσιόδουλου. (Πηγή : ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ, https://zosimaia.gr/)

“…….Οι μουσουλμάνοι εξακολουθούσαν να μη βλέπουν με καλό μάτι τη δραστηριότητα των μοναχών, οι οποίοι , παρόλο που περιφέρονταν έναν ολόκληρο χρόνο στη μολυσμένη περιοχή, δεν είχαν προσβληθεί από την πανούκλα. Έλεγαν λοιπόν στους χριστιανούς να μην πιστεύουν τους μοναχούς, διότι είχαν προσβληθεί παλιότερα από την ασθένεια και είχαν ανοσία. Οι δημογέροντες είπαν στους μουσουλμάνους ότι, για εξήντα χρόνια η περιοχή τους και άλλα μέρη δεν είχαν προσβληθεί από την πανούκλα και επομένως, οι μοναχοί δεν είχαν ανοσία. Ακόμα κι αν είχε πληγεί η περιοχή από την ασθένεια, πως εξηγούνταν το γεγονός ότι ο ιεροδιάκονος Γεράσιμος, νέος ηλικίας 20 ετών και επομένως άνθρωπος που δεν είχε γνωρίσει την πανούκλα, δεν προσβλήθηκε στην Άρτα για ένα χρόνο; Ήταν φανερό, άφηναν να εννοηθεί, ότι ο άγιος Βησσαρίωνας τους προστάτευε και επομένως έκαναν καλά που προσκυνούσαν τα «κόκκαλα». Οι μουσουλμάνοι αντέλεγαν ότι ο νεαρός μοναχός είχε ανοσία επειδή είχε περάσει την ασθένεια η μητέρα του!
Παρά την αντίδραση των μουσουλμάνων, οι Αρτινοί είχαν αφεθεί στην προστασία του Θεού και το στήριγμά τους ήταν η κάρα του αγίου Βησσαρίωνα, στην οποία αφιέρωσαν ό,τι μπόρεσε ο καθένας τους. Από τις προσφορές τους «εκυβερνίθυκεν ο Άγιος την καλή». Επιστρέφοντας στο Δούσικο οι μοναχοί στις 12. 5. 1817 έφεραν μαζί τους «μεγάλην ποσότητα χρημάτων και άλλα αφιερώματα φορεμάτων». Μεταξύ των αφιερώσεων συμπεριλαμβάνονταν δύο ακίνητα. Το ένα πρόσφεραν τα δυο ορφανά παιδιά κάποιου Μήταρη και το άλλο οι κάτοικοι του χωριού Πέτα.
Τα δυο παιδιά του Μήταρη, τα οποία «κυλύονταν εις τον άμμον», τα συμμάζεψαν οι μοναχοί και τα πήραν μαζί τους και αυτά αφιέρωσαν στη Μονή του Δουσίκου το σπίτι τους, με το οικόπεδό του, το οποίο βρισκόταν κοντά στο ναό του Αγίου Μάρκου και στον ερειπωμένο ναό του Αγίου Γεωργίου. Το σπίτι αυτό, στο εξής, ήταν μετόχι της Μονής του Δουσίκου στην Άρτα. Από τα δυο ορφανά, ο ένας εκάρη μοναχός και βρισκόταν στην αγιορείτικη Σκήτη της Αγίας Άννας, με το όνομα Μεθόδιος και ο άλλος επέστρεψε στην Άρτα, όπου απεβίωσε.
Οι κάτοικοι του Πέτα αφιέρωσαν στη Μονή του Δουσίκου, στις 10. 3. 1817, ένα εκκλησιαστικό χωράφι 3,5 στρεμμάτων, για να ευχαριστήσουν τον άγιο Βησσαρίωνα επειδή «διά πρεσβειών του αγίου εδιώχθη η ασθένεια αυτή» από το χωριό τους. Την σχετική «ομολογία» της δωρεάς υπέγραψαν, για «όλη τη χώρα», τρεις ιερείς και ένδεκα πολίτες, προφανώς οι δημογέροντες του 1817. Το κτήμα αυτό βρισκόταν στον Αιγιαλό, ήταν κατάλληλο για ελαιόδεντρα και συνόρευε από το ένα μέρος με δρόμο, από το άλλο με το αυλάκι της άρδευσης και από το άλλο με κτήμα ιδιοκτησίας του Αλή πασά ή του γιού του Μουχτάρ (αυθεντικό) και με τμήμα ιδιοκτησίας κάποιου Τραβλιά….”[Μπορείτε να διαβάσετε τα ονόματα των ατόμων που υπέγραψαν την ομολογία του Πέτα στη σελίδα 3 της αναφοράς στη συνέχεια]. (Πηγή : Η πανούκλα της Άρτας του 1816-1817 στον κώδικα 59 της μονής του Δουσίκου, Κ. Σπανός, Ηπειρωτικά Χρονικά, τόμος 34ος, 2000 – Ευχαριστούμε θερμα την Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λάρισας που μας έδωσε πρόσβαση στην ψηφιακή έκδοση του τεκμηρίου, https://dspace.larlib.gr/)
Μπορείτε να διαβάσετε άλλες μαρτυρίες για την επιδημία πανούκλας στην Άρτα στο λινκ https://doxesdespotatou.com/i-epidimia-panolis-stin-arta-ton-19-aion/
και στο λινκ https://doxesdespotatou.com/i-epidimia-panolis-stin-arta-ton-19o-aio/
Στη φωτογραφία η πρώτη σελίδα (σελ. 493) από τον κώδικα 59 με την εξιστόρηση της πανούκλας στην Άρτα.

Η αναφορά του μοναχού Χατζή – Γεράσιμου Δουσικιώτη σχετικά με την πανούκλα της Άρτας το 1816 – 1817.



Δεξιά ο Γεώργιος Π. Μανόπουλος (Πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε., Η ψυχή, ο νους και η χρηματοδότηση της ομάδας) και αριστερά ο Νίκος Β. Μαστρογιάννης (Τρομερός γκολεαδόρ από τους Μελισσουργούς). Φωτο από αρχείο Ν. Μαστρογιάννη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς.
