Φωτογραφία του Volker Möller από τα “Ψαροπλιά” ή Μαρκάτα της Άρτας το 1981. Σήμερα έχουν πλέον κατεδαφιστεί και τη θέση τους έχουν πάρει καφετέριες και εστιατόρια….
Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τα Ψαροπλιά εδώ

Φωτογραφία του Volker Möller από τα “Ψαροπλιά” ή Μαρκάτα της Άρτας το 1981. Σήμερα έχουν πλέον κατεδαφιστεί και τη θέση τους έχουν πάρει καφετέριες και εστιατόρια….
Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τα Ψαροπλιά εδώ

Το Παρεκκλήσι του Αγίου Μηνά βρισκόταν στη συνοικία του Ρωμιοπάζαρου και ήταν ένα από τα παρεκκλήσια του Ναού του Αγίου Δημητρίου. Σύμφωνα με τα γραφόμενα του Σεραφείμ Βυζάντιου, κάηκε και στη θέση του οικοδομήθηκε το 1845 η Ελληνική Σχολή (Σχολείο του Πριόβολου**). Αργότερα, όταν το κτίριο της Ελληνικής Σχολής κατεδαφίστηκε, στο μικρό πλάτωμα που δημιουργήθηκε εγκαταστάθηκαν τα «Ψαροπλιά» της πόλης. Σήμερα υπάρχει μόνο ένα μικρό εικόνισμα για να θυμίζει το παρεκκλήσι του Αγίου Μηνά.
Στη φωτογραφία «Το πανέμορφο τέμπλο* από το παρεκκλήσι του Αγίου Μηνά», που διεσώθη και βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη, σε φωτογραφία από το αρχείο του κ. Γιάννη Έξαρχου.
*Σχετικά με το τέμπλο της Συλλογής Σταθάτου από εκκλησία της Άρτας σε παλαιότερη ανάρτησή μας (που βρίσκεται σήμερα στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη), σε επικοινωνία που είχαμε με την υπεύθυνη βυζαντινολόγο, μας είπε ότι δεν έχουν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το τέμπλο από την Άρτα και μάλιστα μας ζήτησε αν τυχόν μάθουμε κάτι παραπάνω να τους το μεταφέρουμε….
**Για το Σχολείο του Πριόβολου μπορείτε να διαβάσετε εδώ

Από αριστερά : Μιχάλης Παπάζογλου (Γενικός Αρχηγός), Γεώργιος Κυρίτσης (Πολιτ. Μηχ.), Απόστολος Ζάχος, άγνωστος. (Φωτο από το αρχείο Γ. Κυρίτση, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Στη φωτογραφία οι ράγες που μετέφεραν τα εμπορεύματα στις αποθήκες του τελωνείου και τα κτίρια πριν την αναστήλωσή τους. (Φωτογραφία Volker Möller)

“….Και τώρα ας αναζητήσωμεν τον κυρ Τελώνην εν μέσω της ταραχής και του σκότους της θυελλώδους εκείνης νυκτός βαίνοντα προς ανεύρεσιν της αγνώστου και περιπλανωμένης γυναικός.
Κάτω, τα αλίπεδα της Κοπραίνης τα καλύπτει ζοφερόν σκότος. Δεν φαίνεται κανείς εκεί μέσα. Μόνον ο φανός της παραλίας ως τρεμοσβύνον άστρον της ηούς επιδεικνύει με δύναμιν πυγολαμπίδος την παρήγορον λάμψιν του.
Σιγή νεκρική βασιλεύει επί των μαύρων εκείνων εκτάσεων, ην κάπου, κάπου αι ιαχαί των αγρίων νησσών και ο πένθιμος κλαυθυρισμός της Τουρλίδος διακόπτουσιν.
Μέσα εις αυτήν την κόλασιν, πατών την παχείαν ιλύν της ποταμίου όχθης πορεύεται επανερχόμενος εις το χωρίον του ο κυρ Τελώνης…..
Κατηυθύνετο με ασυνήθην ταχύτητα προς το κελίον του και ήτο εύλογος η σπουδή του, διότι ενδεχόμενον η παγωνιά της νυκτός να ετερμάτιζε διά παντός και εντός των ηνεωγμένων λάκκων του αλιπέδου τον δρόμον του!
Μικρού δεν έπιπτεν εντός παρακειμένου βαθυτάτου έλους, αλλ’ ευτυχώς ο μικρός πάσσαλος, ον εκράτει πάντοτε προτεταμένον ενέκοψε την πτώσιν του.
-Εσώθην και τώρα, εψιθύρισε και εξηκολούθει να βαδίζη υβρίζων και βλασφημών.
Ένας δρομίσκος, έλεγεν, εχάθη και δι’ αυτά τα μέρη; Αυτός ο κόσμος που τα κατοικεί δεν ανοίγει το στόμα του να διαμαρτυρηθή;
Αλλά δεν έχουν φωνήν!
Πού να την εύρωσιν, αφ’ ου έκαστος πολίτης έχει και από μίαν αξίωσιν από την πολιτικήν, απαίτησιν προσωπικήν, ιδικήν του;……..(Πηγή : ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΚ ΤΩΝ ΟΧΘΩΝ ΤΟΥ ΑΡΑΧΘΟΥ, Ιωάννης Ζ. Οικονομόπουλος (Ρώμος Φιλύρας), Αθήνα, 1905)
Στη φωτογραφία το καλντερίμι που οδηγούσε στην Κόπραινα σε φωτογραφία του Volker Möller, αρχές του 1980.

Σύμφωνα με τον Ν. Σχινά ο «ΣΤΑΘΜΟΣ ΜΠΑΝΗ (82ος), ο οποίος αναφέρεται στο μυθιστόρημα «ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΚ ΤΩΝ ΟΧΘΩΝ ΤΟΥ ΑΡΑΧΘΟΥ» ήταν ο τελευταίος ελληνικός σταθμός, στο χωριό Μπάνη, αποτελούμενος από καλύβα και «ξυλευόμενος εκ της 2 ½ ώρας απεχούσης θέσεως Αννίνου».
Ακριβώς απέναντι τούτου, στο χωριό Νεοχώριον βρισκόταν ο Ρ’(100ος) ομώνυμος οθωμανικός σταθμός. Μισή ώρα νοτιότερα του χωριού Μπάνη και στην αριστερή όχθη του Αράχθου βρισκόταν το χωριό Κομμένο με 330 κατοίκους. Απέναντι του χωριού Κομμένο βρισκόταν το ΡΑ’ (101ο) οθωμανικό φυλάκιο Φράκτη, που ήταν και το τελευταίο.
Οι σταθμοί Γλυκόριζο και Μπάνη, σήμερα δεν υπάρχουν καθώς και οι δύο έχουν παρασυρθεί από τις πλημμύρες του ποταμού Αράχθου. (Συγκεκριμένα το χωριό Μπάνη ερήμωσε λόγω πλημμύρας του ποταμού και οι κάτοικοί του μετοίκησαν στην Περάνθη και στη συνεχεία ίδρυσαν τον σημερινό Λουτρότοπο). –
Το μόνο που, την εποχή που το κατέγραψε με το φακό του το 2014 ο φωτογράφος Γ. Σκουλάς βρισκόταν σε καλή κατάσταση, ήταν το διώροφο τούρκικο Υποδιοικητήριο στο Νεοχώρι. Το κτίριο στέγαζε τόσο στρατώνα όσο και το σημείο συγκέντρωσης φόρων, πράγμα που το έκανε διπλά μισητό και τώρα ανήκει στην οικογένεια Βόττη. Σήμερα όμως, όπως φαίνεται και στην επόμενη φωτογραφία το κτίριο έχει εγκαταλειφθεί εντελώς.» (Πηγή : Η ΟΡΟΘΕΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΑΡΑΧΘΟΥ, Α. ΚΑΡΡΑ, ΑΡΤΑ, 2021, που μπορείτε να το διαβάσετε στο λινκ https://doxesdespotatou.com/wp-content/uploads/2022/09/Η-Οροθετική-Γραμμή-του-Αράχθου-το-1881.pdf
Στη φωτογραφία από την ίδια εργασία “Το οθωμανικό Υποδιοικητήριο και στρατιωτικός σταθμός στο Νεοχώρι, κοντά στην έξοδο στον Αμβρακικό”. (Φωτο Γ. Σκουλάς, 2014)

Εικάζουμε ότι πρόκειται για το πρώτο «λογοτεχνικό» έργο που γράφτηκε για την περιοχή της Άρτας κατά το έτος 1903. Το μικρό αυτό μυθιστόρημα, που αποτελείται από 100 σελίδες, διηγείται τη ζωή των ανθρώπων κοντά στο χωριό Νεοχώρι της Άρτας το οποίο βρίσκονταν από την απέναντι πλευρά του ποταμού, στο «τούρκικο» στις παραμονές του Αγίου Δημητρίου. Στην απ’ εδώ ελληνική πλευρά υπήρχε ο τελευταίος ελληνικός συνοριακός σταθμός ΜΠΑΝΗ (82ος) που είχε Σταθμάρχη και λίγο πιο μακριά, στην Κόπραινα υπήρχε Ελληνικό τελωνείο. Στο μυθιστόρημα συναντιούνται ο Έλληνας Τελώνης, ο Σταθμάρχης του Ελληνικού σταθμού, κάποιοι κάτοικοι της περιοχής και μια Εβραιοπούλα ονόματι Εσθήρ……
Το μυθιστόρημα γράφτηκε από τον Ιωάννη Ζ. Οικονομόπουλο και εκδόθηκε το 1905 από την «ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ ΡΑΦΤΑΝΗ – ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ». Πρόκειται για τον συγγραφέα, ποιητή και δημοσιογράφο Ρώμο Φιλύρα (1888-1942) που γεννήθηκε στο Κιάτο της Κορινθίας και νωρίς εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης Οικονομόπουλος και το εν λόγω μυθιστόρημα είναι από τα πρώτα έργα του όπου ο ποιητής – συγγραφέας δεν χρησιμοποιούσε ακόμη ψευδώνυμο. Το 1902 εγράφη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εσπούδασε Νομικά, αλλά ποτέ δεν ολοκλήρωσε αυτές τις σπουδές. Τη σχέση του με τη νομική την διακρίνουμε και στον πρόλογο του μυθιστορήματος…….Υπηρέτησε στο στρατό ως αξιωματικός αλλά το μονιμότερό του επάγγελμα ήταν η δημοσιογραφία. Αρρώστησε και κλείστηκε στο Δρομοκαΐτειο το 1927 αλλά συνέχισε να γράφει σ’ όλο το διάστημα του εγκλεισμού του μέχρι το θάνατό του.
Αν κρίνουμε από την ημερομηνία γέννησης του ποιητή, το μυθιστόρημα «ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΚ ΤΩΝ ΟΧΘΩΝ ΤΟΥ ΑΡΑΧΘΟΥ» γράφτηκε όταν ο Ρώμος Φιλύρας ήταν 15 ετών και πρέπει να αποτελεί την πιο πρώιμη απόπειρα του συγγραφέα να ξεδιπλώσει το ταλέντο του. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να το βρούμε σε καμιά αναφορά σχετικά με τη συγγραφική του δράση, ούτε για το αν ο Ρώμος Φιλήρας έζησε κάποιο χρονικό διάστημα στην Άρτα. Ίσως έζησε στην Άρτα λόγω του ότι ο πατέρας του ήταν εκπαιδευτικός. Ο πρόλογος πάντως στο βιβλίο φέρει την ημερομηνία «Εν Άρτη τη 25 Οκτωβρίου 1903». Βέβαια στο βιογραφικό του διαβάζουμε ότι «……..η 1η εμφάνισή του στο λογοτεχνικό χώρο πραγματοποιήθηκε με πεζό που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Μυτιλήνης, Χαραυγή. Μαθητής Γυμνασίου ακόμη, άρχισε να συνεργάζεται με περιοδικά κι εφημερίδες της εποχής (Νουμάς, Διάπλαση των Παίδων, Ακρόπολις, Πρόοδος, Νέα Ελλάς, Πατρίς, Ελεύθερον Βήμα, Καθημερινή, Ηγησώ, Εστία, Νέα Εστία, Κύκλος, Ξεκίνημα κ.ά.), όπου δημοσίευσε ποιήματα, χρονογραφήματα και παρουσιάσεις βιβλίων. Οι δημοσιεύσεις ποιημάτων και πεζών στη Διάπλαση Των Παίδων, ήτανε πάντα με το πραγματικό του όνομα. Από το 1903 υιοθέτησε το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Ρώμος Φιλύρας για τα ποιήματα που δημοσίευε στο λογοτεχνικό περιοδικό Νουμάς. Το 1911 εξέδωσε τη 1η του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ρόδα Στον Αφρό».
(Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τον συγγραφέα στο λινκhttps://www.peri-grafis.net/ergo.php?id=390
και στο λινκ https://www.dimitroulia.gr/rwmos_filyras_apanta_ta_eyrethenta-article-679.html?category_id=65
Στις φωτογραφίες το εξώφυλο και ο πρόλογος του μυθιστορήματος.




“Το 1958 στην τοποθεσία Φελίκες Αγνάντων η Παρθενία Αναγνώστου και η Σπυριδούλα Κοντογιάννη. Με τον τορβά “γεμάτο θέληση” για γράμματα από την Πλατανούσα και το Μονολίθι για την Άγναντα”. Μια τρυφερή φωτογραφία από το βιβλίο του Χρήστου Τούμπουρου, που θυμίζει σε πολλούς από εμάς, τα χιλιόμετρα που περπατήσαμε, με βροχές και με χιόνια για να πάμε στο Γυμνάσιο…..
(Πηγή : ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΑΓΝΑΝΤΩΝ, Χ. Α. Τούμπουρου, Αθήνα,2009)

“………Με την απελευθέρωση και της άλλης Ηπείρου το 1913, ιδρύθηκε Ελληνικό Σχολείο και στο Καλέτζι Κατσανοχωρίων, όπου φοίτησαν μαθητές κι από τους Ραφταναίους. Τα παιδιά ξεκινούσαν με τα πόδια από τους Ραφταναίους κι αφού περνούσαν την κορυφή του Στέκου, κατέβαιναν την απότομη και κάπως επικίνδυνη πλαγιά του βουνού για να καταλήξουν στον Άραχθο ποταμό, κοντά στη θέση «Κωσταλάτα». Εδώ είχαν το μεγάλο πρόβλημα. Έπρεπε να περάσουν μέσα στο ποτάμι για να βγουν απέναντι στην «Κλίφκη» για να πάρουν τον ανήφορο προς το Καλέντζι.
Επικίνδυνο το εγχείρημα παρά την ζωηρότητα των παιδιών και την πείρα που είχαν αποκτήσει να βρίσκουν το κατάλληλο σημείο (πόρος) για να περνούν το ποτάμι. Αυτό γινόνταν δυο φορές την εβδομάδα ή το 15/μερο, που οι μαθητές τη μια φορά πήγαιναν στο σχολείο και την άλλη επέστρεφαν στα σπίτια τους για να προμηθευτούν τρόφιμα, να πλυθούν και ν’ αλλάξουν τα ρούχα τους. Δύσκολα κι επικίνδυνα τα χρόνια!
Τον χειμώνα του 1925 συνέβη το εξής θλιβερό γεγονός : Από το Καλέντζι επέστρεφαν στα σπίτια τους στους Ραφταναίους οι μαθητές Γεώργιος Μπουρνάκας (αργότερα γιατρός με τραγικό τέλος), ο Σπύρος Χ. Μήτσης (αργότερα τεχνικός δημοσίων έργων) και ο Ιωάννης Κώστα Χρήστου Γούλας από τον συνοικισμό του Φράξου, 15 χρονών. Έφτασαν στον ΄Αραχθο και βρήκαν το ποτάμι πλημμυρισμένο. Ο Ι. Γούλας είχε στον ώμο του κι ένα δοχείο τενεκεδένιο άδειο (μπούγλα), με το οποίο είχε μεταφέρει τσίπουρο από το Φράξο, δώρο του πατέρα του προς το σπιτονοικοκύρη του. Οι μαθητές, μαθημένοι, δεν φοβήθηκαν τον ποταμό. Βρήκαν τον πόρο, έβγαλαν τα παππούτσια τους και τα παντελόνια τους και μπήκαν στο ποτάμι.
Προχωρούσαν προσεκτικά, μα φτάνοντας στη μέση της διαδρομής, το νερό ανέβηκε στις πλάτες τους. Στο σημείο αυτό η μπούγλα στάθηκε μοιραία για τον έφηβο Ιωάννη Γούλα. Το δοχείο γέμισε νερό και καθώς ήταν περασμένο σταυρωτά στην πλάτη του, παρέσυρε το παιδί, που χάνοντας την ισορροπία του, βούλιαξε στο ρεύμα. Παρά τις προσπάθειές του και τις προτροπές των άλλων παιδιών να μη χάσει το θάρρος του, πνίγηκε στον Άραχθο. Οι άλλοι δυο μαθητές διάβηκαν το ποτάμι και τρέχοντας στον ανήφορο, έφτασαν στα Βουνόρια και ειδοποίησαν τους χωριανούς για το χαμό του συμμαθητή τους. Πολλοί κατέβηκαν στην ακροποταμιά και ψάχνοντας πολλές ώρες, βρήκαν το σώμα του πνιγμένου μαθητή και με θρήνους και μοιρολόγια το φέραν στο χωριό……..” (Πηγή : ΟΙ ΡΑΦΤΑΝΑΙΟΙ, Δ. Ι. Παπαδημητρίου, Ιωάννινα, 1998)
Στη φωτογραφία ” Άνοιξη του 1958. Μαθητές από το Μονολίθι (Βορδό) στα λιβάδια, στο δρόμο για το Γυμνάσιο Αγνάντων. Όρθιοι από αριστερά : Γιάννης Στασινός, Αριστοτέλης Γιώτης, Χρίστος Κοντογιάννης, άγνωστος,. Καθιστοί από αριστερά: Δημήτριος Στασινός, Λεωνίδας Στεργίου και Νικόλαος Στασινός” (Πηγή : ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΑΓΝΑΝΤΩΝ, Χ. Α. Τούμπουρου, Αθήνα,2009)

“Μουχούστι 1964. Οι μαθητές του δημοτικού σχολείου Μουχουστίου με τον παπα-Ηλία και τον δάσκαλο Κώστα Φίλιο”. (Πηγή : ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΑΓΝΑΝΤΩΝ, Χ.Α. Τούμπουρου, Αθήνα,2009)
