…..με τη φάτνη που στόλιζε τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα των παιδικών χρόνων κάποτε!!!

…..με τη φάτνη που στόλιζε τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα των παιδικών χρόνων κάποτε!!!

“Σαράντα μέρες νηστεία. Σαραντάημερος με τ’ όνομα. Νηστεία παραπανίσια απ’ τη μόνιμη και διαρκή. Βλέπαμε το γαλατάκι κι αποστρέφαμε το πρόσωπό μας, μην πεταχτεί απ’ την καρδάρα καμιά στάλα και μας αρτίσει. Το πρεντζοτύρι μας φαίνονταν δηλητήριο που μπορούσε να μας εξαποστείλει αμέσως στα λεβητοστάσια της κόλασης. Όσο για το κρέας, δεν γινόνταν λόγος. Ήταν πράγμα άγνωστο στα περίχωρα. Μόνο κάτι φτωχές σιταρίθρες και λίγοι αναιμικοί καλογιάννοι, που τα σάλτιζε το αλάτι, περίμεναν την άγια μέρα να μας λιγδώσουν πρώτα. Ήταν προιόντα των πρωτόγονων παγίδων μας. Βέβαια το θρεφτάρι γουρούνι θα μας ξελίγδωνε γιατί το τρώγαμε λαίμαργα, βραστό ή τσιγαρίδες……
Παραμονή. Άλλη μέρα. Άλλαζαν όλα. Το σπίτι μοσχομύριζε, οι ραχούλες γελούσαν, τα δέντρα χόρευαν κι η καρδούλα μας σκιρτούσε.
Προτού ξημερώσει η Άγια Μέρα, λίγο πριν τα χαράματα, πεταγόμασταν ορθοί. Αρπάζαμε το τσουκάλι, λίγο βραστό στάρι απ’ το «ύψωμα», ένα κομμάτι ψωμί, έναν καλογιάννο και τρεχάλα στη βρύση. Όλα τούτα τ’ αφήναμε εκεί, στο πεζούλι, γεμίζαμε το τσουκάλι νερό και καταμίλητοι – υπήρχε φόβος να χάσουμε τη φωνή μας, αν μιλούσαμε στο δρόμο – γυρίζαμε στο σπίτι. Αφήναμε το νερό απ’ έξω, παίρναμε μια κουτσούνα «πρατσανίδια» – κλαδιά ελάτου, κέδρου ή ρίκης – μπαίναμε μέσα, καλημερίζαμε, λέγαμε χρόνια πολλά, βάζαμε τα κλαδιά στη φωτιά κι αρχίζαμε: αρνιά, κατσίκια, μοσχάρια, νύφες, γαμπρούς….
Όλοι με τη σειρά, έβγαιναν έξω, πλένονταν με τ’ αμίλητο νερό και μπαίνοντας επαναλάβαιναν τις ευχές.
Τρέχαμε στη γειτονιά, καίαμε τα «πρατσανίδια» και τα …λέγαμε. Εμείς όμως οι αρσενικοί δεν είμασταν καλοδεχούμενοι, γιατί θα γεννούσαν αρσενικά γιδοπρόβατα.
Αν πρωτόμπαινε θηλυκό, σίγουρα θα γεννιόταν αρνάδες, μόσχες ή κοπέλλες…Ήταν λιγοστές οι τελευταίες τότε. Άλλα τέτοια γίνονταν την Πρωτοχρονιά, τα Φώτα…..”
(Χρονογράφημα του δάσκαλου Νίκου Παπανικολάου για το πως γιορτάζονταν τα Χριστούγεννα στα ορεινά χωριά της Άρτας, στην εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ», 24 Δεκεμβρίου 1962, όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Β. Μουλιανίτη, ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, Άρτα, 2006)
Η φωτογραφία είναι του Volker Möller από το εσωτερικό της Παναγίας της Παρηγορήτισσας -1981.

Στενό σοκάκι με σκαλάκια που βγάζει στη Βαλαώρα, στην Άρτα του 1980….(Φωτογραφία Volker Möller)

“Έν’ απ’ πρώτα πρόσωπα που μαθαίνουν τα χωριατόπουλα, μαζί με τη μάνα και τον τάτα, είναι κι η βάβω: έτσι λεν στα χωριά μας τη γιαγιά.
Η δική μου η βάβω ήταν ψηλή και λιγόσαρκη, με πρόσωπο άσπρο σαν της λειτουργιάς, με μάτια πονετικά όπως στις εικόνες. Οι χειρονομίες της είχαν κάτι το σοβαρό και το ήσυχο μαζί, τα λόγια της ανάδιναν ατάραχη πείρα και το βλέμμα της μέρευε την καρδιά σου, όσο κι αν ήταν ταραγμένη. Με τον καιρό η πέτσα της φτένευε και φωτιζόταν, έτσι που χωρίς να χάσει τίποτε από τη φυσική της ζωντάνια έγινε στο τέλος σαν την όψη πόχουν οι άγιες ζωγραφιές. Και σήμερα που τη θυμάμαι, αχνή και σβησμένη στο πέρασμα των χρόνων, δεν την παραλλάζω σε τίποτε από τα γλυκά πονεμένα θώρια που κατοικούν σε παλιά ξωκλήσια, κρυμμένα σε παράμερες πλαγιές ή φουντωτές ραχούλες.
Εγώ έτυχε να ’μαι το πρώτο της αγγόνι και γι’ αυτό μ’ αγαπούσε πολύ. Με μεγάλωσε η ίδια περσότερο παρά η μάνα μου. Και την είχα συνηθίσει, την έβαλα μέσα στην ψυχή μου – είν’ αμαρτία τάχα να το πω; – καλύτερα από κείνη που μ’ έφερε στον κόσμο.
Οι γυναίκες στα χωριά το ’χουν σε καλό να ’ναι το πρωτογέννητο αγόρι, «παιδί» όπως το λεν. Κι εγώ γεννήθηκα Δευτέρα της Λαμπρής, άλλο χαϊρλίτικο.
– Αυτό κάτι θα γίνει μια μέρα, να με θυμάστε! προφήτεψε απ’ την καλοσημαδιά η Γιάνναινα του Χρίστου, γειτόνισσα και συγγένισά μας.
Ήμουν άτυχος όμως, αυτό φάνηκε απ’ τα πρώτα μου χρόνια. Μπορεί όμως να ’μουν και τυχερός, αφού γλίτωνα απ’ τα κίντυνα· δεν ξέρω.
Μια μέρα που οι δικοί μου λείπανε στο πότισμα, στα ποτιστικά χωράφια που ήταν γύρω απ’ το σπίτι, κι εμένα μ’ είχαν αφήσει να με κουνάει στη σαρμανίτσα η Λάμπρω του Γιάννη, κόρη της γειτόνισσας που ανάφερα πιο πριν, αυτή, κοπελίτσα μικρή, βαρέθηκε φαίνεται το ζαγκάνισμα και το σκούξιμο το δικό μου, μπορεί να μου ’δωσε καμιά δυνατότερη με το ποδάρι ή ν’ αναποδογύρισε από μόνη της η κούνια, όπως και να ’ναι, μ’ απαράτησε μπρούμυτα κι έγινε άφαντη απ’ το φόβο της. Όταν με βρήκαν ύστερα, κόντευα να σκάσω.
– Τη θερμιάρα, την κοψόχρονη!, φοβέρισε η βάβω μου. Κόντεψε να μας χάσει το παιδί. Αν τη λάβω στα χέρια μου, θα την κρεμάσω απ’ το κλιτσί!
Αυτά ήταν λόγια μονάχα, χωρίς κακία από μέσα, γιατί η Λάμπρω ήρθε και ξαναήρθε στο σπίτι μας, χωρίς να την πειράξει κανένας. Και ποιος θα την πείραζε, αφού η βάβω μου την είχε κόρη του αδερφού της;……………………………
Όπως μεγαλώνει το πουλάκι κάτω απ’ τα ζεστά φτερούγια της γεννήτρας του, έτσι άξηνα κι εγώ στα γόνατα της βάβως μου.
Το δεύτερο παιδί άργησε να ’ρθει, ήταν θηλυκό κιόλας, κι έτσι όλη η αγάπη, όλη η στοργή συνάχτηκε σ’ εμένα, που ήμουν επιπλέον αρρωστούλης κι αποτελούσα την αδυναμία των δικών μου. Όποιος ξένος ερχόταν, εγώ πρόβαλλα στη μέση και μάζωνα δεκάρες, φιλέματα. Όλες αυτές τις παλιές χαλκόνες μού τις έκαναν αρμάθα και τις είχα περασμένες στο λαιμό, να βροντούν και να γυαλίζουν, λιλιά. Από μέσα φορούσα το γκόλφι, όπου είχαν σκόρδο κι αλάτι κι άλλα ξόρκια του διαβόλου.
Μια μέρα μ’ είχαν αφήσει να παίζω μ’ ένα παιδί μεγαλύτερο, το Σταύρο Κ’τσο. Κι εκείνος, χωρίς να τον εμποδίσω, μου ξέραψε τις πενταροδεκάρες με τα κοσαράκια και τα πήρε, αφήνοντας να μισοκρέμοναι δυο τρία, για δείγμα. Όταν με ξαναβρήκαν οι δικοί μου, ήμουν σαν αρνί ξαρματωμένο απ’ τα χαϊμαλιά του.
– Τι γίνηκαν τα λιλιά σου, γιόκα μου; ρώτησε η βάβω μου κατσουφιασμένη. Σόπεσαν πουθενά ή σ’ τα πήρε κανένας;
– Η Στάβους!, τρόμαξα να προφέρω μαρτυρώντας τον κλέφτη.
– Α, το γιορτόπιασμα, γι’ αυτό σε μαλαγάνευε; ξέσπασε η βάβω για τον κακό μου συμπαίχτη.
Από τότε, άμα έβλεπαν και μαζώνονταν κάμποσες δεκάρες, μου τις ξέραφταν απ’ την αρμάθα και τις άλλαζαν με ασημένια δραχμή ή δίδραχμο, για να πάρω μ’ αυτά κατιτί………………….”(Από το ομώνυμο διήγημα του Γ. Κοτζιούλα.Το πεζογράφημα αυτό βρέθηκε στα κατάλοιπα του Γ. Κοτζιούλα. Γραμμένο με μολύβι σε 43 χειρόγραφες σελίδες, έχει ένα σχέδιο εξωφύλλου με τοποχρονολογία Αθήνα 1952 και μια λευκή σελίδα με την αφιέρωση «Τρισάγιο στην ψυχή της». Δυστυχώς όμως δε συνεχίστηκε ή δε βρέθηκε το χειρόγραφο μετά τη σελίδα 43, κι έτσι το αφήγημα σταματάει απότομα, χωρίς να ολοκληρώνεται. Μπορείτε να το διαβάσετε στο λινκ https://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/kotzioulas_babw.htm)
Στη φωτογραφία «Μια βάβω, η μανίτσα, η τρανή που ξεκουράζεται στην αυλή του σπιτιού της» (φωτογραφία του Β. Γκανιάτσα από το Λεύκωμα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΕΣ, Αθήνα, 2007)

Μια μικρή αυλή με απλωμένη τη μπουγάδα των ρούχων, ασπρισμένα σκαλοπάτια, χαμηλά σπίτια και φόντο την εκκλησία της Παρηγορήτισσας το 1981. Η φωτογραφία είναι του Γερμανού @Volker Möller, πρώην βετεράνου, από την επίσκεψή του στην Άρτα στις αρχές του ’80. Η σύζυγός του είναι Αρτινιά κι έτσι ο κ. Möller είχε την ευκαιρία να επισκεφτεί την Άρτα και να απαθανατίσει με το φακό του κτίσματα και τοπία. Τον ευχαριστούμε πολύ που είχε την ευγενική διάθεση να μας στείλει τις φωτογραφίες του από την περιοχή της Άρτας στις αρχές της δεκαετίας του ’80.

“……..Στην Άρτα υπήρχαν πολλοί λούστροι. Σήμερα (το βιβλίο εκδόθηκε πριν σχεδόν 20 χρόνια, το 2004) υπάρχει μόνο ο συμπαθέστατος Θεόδωρος Κάλλιας. Το επάγγελμα του λούστρου, πέρα από τα μικρά κέρδη, θεωρούνταν υποτιμητικό να το ασκεί κανείς. Αν καμιά φορά οι γονείς φοβέριζαν τα παιδιά τους γιατί δεν διάβαζαν, τους έλεγαν για παράδειγμα : «Εσύ ούτε για λούστρος δεν κάνεις», ενώ για την ατίθαση κόρη έλεγαν : « Με τα μυαλά που έχεις, ούτε λούστρος δεν σε παντρεύεται».
Άνθρωποι που έκαναν το επάγγελμα του λούστρου ήταν οι : Χ. Νταλάκας, Ε. Βασίλης, Β. Ντάρης, Θ. Καψάλης, Σ. Μπίκας, Δ. Κοντός (Τσάκα Τσούκας), Π. Μπέσας, Κ. Πλάκας, Δ. Λαγός, Θ. Βαγγέλης, Ι. Ρόιμπας, Σ. Μαργώνης, Λ. Κουτσός, Λ. Μιχέλης, Α. Τσουκάρης”. (Πηγή σχολίου & φωτογραφίας : ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ, Γ. Κουτσούμπας, Αθήνα, 2004)
Στη φωτογραφία ο Θεόδωρος Κάλλιας, ο τελευταίος λούστρος της Άρτας.

1935 – Μαθητές και καθηγητές του Γυμνασίου Αγνάντων (Φωτο από αρχείο Μιχάλη Κ. Ευταξία, όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ, Καταρράκτης ‘Αρτας, 2021)

Συνεχίζουμε την ανάρτηση του Μητρώου Δήμου Αγνάντων με τα έτη 1861, 1862, 1863 και 1864. (Πηγή : ΓΑΚ Άρτης)
Έτος Γέννησης 1861

Έτος Γέννησης 1862


Έτος Γέννησης 1863

Έτος Γέννησης 1864

Πίνακας του 1507 μ.Χ. με τίτλο “Giovanni Maria da Treviso/ Alessandro da Padova, Μεταφορά του Ιερού Οίκου στο Loreto – Giovanni Maria da Treviso/ Alessandro da Padova, Trasporto della santa casa a Loreto” που βρέθηκε στην Ιταλία και παρουσιάζει με λεπτομέρεια το πέρασμα του Ιερού Οίκου από την πόλη της Άρτας. Απεικονίζονται το καμπαναριό (ρολόι) της Άρτας, ο ποταμός από τις πηγές του και η χαρακτηριστική γέφυρα της πρωτεύουσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου και της Θεσσαλίας του Άγγελου Κομνηνού Δούκα.

Ο πίνακας του 1507 μ.Χ. με τίτλο “Giovanni Maria da Treviso/ Alessandro da Padova, Μεταφορά του ιερού οίκου στο Loreto”, όπως παρουσιάζεται στην Ακαδημία των Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών “Angelica Costantiniana” της Ρώμης, “…….επιβεβαιώνει ότι από το 1294 έως το 1507 και μετά, ο Ιερός Οίκος του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου βρισκόταν στην Άρτα για 3 χρόνια και 4 μήνες (9 Μαΐου 1291 – 8 Σεπτεμβρίου 1294). Αυτός ο πίνακας είναι πολύ ακριβής. Όποιος το έφτιαχνε, είτε είχε μοντέλα από το πανόραμα της Άρτας, είτε είχε πάει στην Άρτα”. Η Ακαδημία Angelica Costantiniana των Γραμμάτων Επιστημών και Τεχνών, ιδρύθηκε το έτος 1949 από τον Καθηγητή Δικηγόρο Μάριο Μπερνάρντο Άγγελο Κομνηνό (Mario Bernardo Angelo-Comneno) της Θεσσαλίας, ως ένα πολιτιστικό και μορφωτικό ίδρυμα, διεθνούς χαρακτήρα. Είναι ένας Οργανισμός Δημόσιας Χρήσης στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας και έχει χαρακτήρα καθαρά επιμορφωτικό, μη κερδοσκοπικών σκοπών. Είναι μη πολιτικού χαρακτήρα και δεν κάνει καμία διάκριση λόγου εθνικότητας, υπηκοότητας, ράτσας, θρησκεύματος ή κοινωνικής κατάστασης.


Η ανάρτηση στο facebook της Accademia Angelico Constantiniana σχετικά με την εικόνα που έχει την εξής περιγραφή : “Πίνακας του 1507 που βρέθηκε στην Ιταλία και απεικονίζει με λεπτομέρεια το καμπαναριό της Άρτας και τη χαρακτηριστική γέφυρα της πρωτεύουσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου και της Θεσσαλίας του Angelo Comneno Ducas πριν και μετά των Τόκκων. Ο πίνακας απεικονίζει το ποτάμι που στη συνέχεια χύνεται στη θάλασσα, το γεφύρι της Άρτας και τον πύργο του ρολογιού κοντά στο Κάστρο”.
(Πηγές : 1. https://www.accademiaangelicocostantiniana.org/, 2.https://www.studiorientecristiano.com/, 3.https://www.facebook.com/accademiaangelica.costantiniana/photos/5488299724524427, 4.http://catalogo.fondazionezeri.unibo.it/scheda/opera/22849/Giovanni%20Maria%20da%20Treviso%20Alessandro%20da%20Padova%2C%20Trasporto%20della%20santa%20casa%20a%20Loreto)
Πεισσότερα για το θέμα στο λινκ https://doxesdespotatou.com/o-dromos-ton-aggelon-pernoyse-apo-tin-a/
Έτσι ονομάστηκε η διαδρομή που ακολουθήθηκε για να μεταφερθούν οι ιεροί λίθοι πάνω στους οποίους χτίστηκε ο καθολικός ιερός ναός «Σάντα Κάζα ντι Λορέτο», από τη Ναζαρέτ στην Ιταλία.
Σύμφωνα με τη επικρατούσα μέχρι πρόσφατα Ρωμαιοκαθολική παράδοση, οι ιεροί λίθοι (πρόκειται για τρεις πλίνθινους τοίχους) της Αγίας Οικίας της Θεοτόκου, πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε ο ναός «Santa Casa» του Λορέτο, προέρχονται από την επίγεια οικία της Παναγίας που βρίσκονταν στην Ναζαρέτ και μεταφέρθηκαν με θαυμαστό τρόπο (πάνω στα φτερά Αγγέλλων), στο Λορέτο της Ιταλίας, όπου και χτίστηκε η «Αγία Οικία», που θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα Θεομητορικά προσκυνήματα των Παπικών.
Αρχικά από ένα έγγραφο στα μέσα του 15ου αιώνα είχε διαδοθεί από τον Τζιάκομο Ρίτσι (Giacomo Ricci) κατά το έτος 1468 – 1469 και τον Πιέτρο ντι Τζιόρτζιο Τολομέι (Pietro di Giorgio Tolomei, τον ονομαζόμενο Τεραμάνο (Teramano), κατά το έτος 1472, πως η Αγία Οικία του Λορέτο είναι το ίδιο το “Δωμάτιο της Παναγίας”, που υπήρχε στην Ναζαρέτ, το οποίο αποκομμένο από τα θεμέλιά του το 1291, μεταφέρθηκε, “δια μέσου λειτουργήματος των Αγγέλων”, πρώτα στην Ιλλυρία (στο Τερσάττο, στην σημερινή Κροατία) και έπειτα στο έδαφος του Λορέτο Ιταλίας (10 Δεκεμβρίου 1294). “…..Ήταν κατά τη διάρκεια της Ποντιφίκειας του Σελεστίνου Ε΄, το 1291, όταν οι Χριστιανοί είχαν χάσει αμετάκλητα τους Ιερούς τόπους της Παλαιστίνης, που ο Οίκος, όπου επιτεύχθηκε το μυστήριο της Ενσάρκωσης στη μήτρα της Μαρίας, μεταφέρθηκε από τους Αγγέλους από τη Ναζαρέτ στη Δαλματία ή Σκλαβονία, και τοποθετήθηκε από αυτούς πάνω σε ένα λόφο κοντά σε μια μικρή πόλη που ονομάζεται Tersatto….».

Πολύ πρόσφατα όμως, ο ακαδημαϊκός Χάρης Κουδούνας και ο ιστορικός ερευνητής Fernando Frazzotti απέδειξαν ότι οι Άγγελοι, που μετέφεραν τις πέτρες σύμφωνα με την παράδοση της Ρωμαιοκαθολικής παράδοσης, δεν ήταν άγγελοι του ουρανού όπως ανέφερε η παράδοση, αλλά οι Άγγελοι Κομνηνοδουκάδες του κράτους (Δεσποτάτου) της Ηπείρου. Τις πέτρες της Οικίας της Παναγίας τις πήραν οι Άγγελοι Κομνηνοί πριν πέσουν οι Άγιοι Τόποι στα χέρια των Μωαμεθανών και μέσω της Κύπρου και μετά μέσω Αθηνών τις μετέφεραν στην Παναγία Πόρτας (Πύλης) Τρικάλων. Από την Πύλη Τρικάλων οι πέτρες μεταφέρθηκαν στην Άρτα όπου φυλάχτηκαν στην Παρηγορήτισσα για τρία περίπου χρόνια. Αργότερα οι πέτρες δόθηκαν ως προίκα στην κόρη του Νικηφόρου Α’ Άγγελου Κομνηνού, πριγκίπισσα Ίθαμαρ (Θαμάρ), για τον γάμο της με τον Φίλιππο των Ανδεγαυών (Ανζού), γιο του Καρόλου Β’, βασιλιά της Νάπολης. Σήμερα, αυτοί οι τρείς τοίχοι που οι ορθόδοξες Εκκλησίες προστάτευσαν κατά τη διαδρομή τους, βρίσκονται στο Λορέτο της Ιταλίας (20 χμ. από το λιμάνι της Ανκόνα), στα εσωτερικά του καθολικού ιερού ναού «Σάντα Κάζα ντι Λορέτο» και δέχονται κάθε χρόνο, περίπου τέσσερα εκατομμύρια πιστούς από όλο τον κόσμο.

“…..Μετά το θάνατο του Σεβαστοκράτορα Ιωάννη Α’, στην περίοδο 1289-1294, τα ιερά κειμήλια ενδεχομένως πέρασαν στους γιούς του μαζί με τα αγαθά και τις κτηματικές ιδιοκτησίες του μοναστηριού της “Πόρτας Παναγιάς”, συμπεριλαμβανόμενης της ηγεμονίας της Θεσσαλίας και της Μεγάλης Βλαχίας. Τα παιδιά του (οι γιοί του), κληρονόμησαν τον ίδιο τίτλο του Σεβαστοκράτορα, μα σε σύντομο διάστημα, πολλά αγαθά και κτηματικές ιδιοκτησίες, κυρίως της περιοχής του Ασπροπόταμου, πέρασαν στο θείο τους, Νικηφόρο Α’ Άγγελο Κομνηνό. Μετά τον γάμο της κόρης του Θαμάρ στην οποία δόθηκαν σαν προίκα, ανάμεσα σε όλα τα άλλα, και οι πέτρες της Αγίας Οικίας, ήταν μετά αυτός ή πρόσωπα κοντά σε εκείνον,που οργάνωσαν την μεταφορά των ιερών κειμηλίων, που σύμφωνα με ορισμένες πηγές είχαν σαν προορισμό την Ιλλυρία, ειδάλλως, σύμφωνα με άλλους έφθασαν στην Αδριατική θάλασσα, από το λιμάνι της Άρτας. Αυτή η δεύτερη υπόθεση είναι αξιόπιστη, γιατί ο μοναδικός υπάρχων δρόμος σε εκείνη την περίοδο για την Άρτα και, ακολούθως, για την θάλασσα, δρόμος που συνέδεε την Θεσσαλία με την Ήπειρο, ήταν κυριολεκτικά ο δρόμος που αναχωρούσε από την Πύλη Πόρτας Παναγιάς “…..
(Πηγές : 1.Κουδούνας Χ., «Η βυζαντινή εκκλησία της Πόρτα Παναγίας και η Santa Caza της Μαρίας του Λορέτο- ο ρόλος της Βυζαντινής οικογένειας των Αγγέλων Δούκα Κομνηνών της Θεσσαλίας και της Ηπείρου στο “ Studi sull’oriente cristiano”, τεύχος 18/2014 σελ. 169-186)
3.https://ir.lib.uth.gr/xmlui/handle/11615/46445;jsessionid=C1C0C8119E464831EF5898A0ED4494A2