Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ

“…..Μπάλωσε μια κάλτσα και κανά δυο φανέλες στο φως του τζακιού κι απ’ έξω το χιόνι, γυάλινο πια, είχε καλύψει για τα καλά πέτρες, πουρνάρια και ρίζες. Άπλωσε τα πόδια της στην αρχή της φωτιάς, ίσιωσε την πλεξίδα της κάτω απ’ το μαντήλι, έλυσε την ποδιά. Αποκοιμήθηκε γρήγορα. Ξύπνησε νύχτα από ένα φως άστραφτε μπλε, σχεδόν παραμυθένιο. Διαγώνια στο νάιλον είχε γεμίσει το φεγγάρι, μπλε στο κέντρο και στη άκρη ασημένιο. Σα λαμπερό άστρο, είπε δυνατά και έκανε τον σταυρό της. Όπως ήταν σκεπασμένη κρύωνε. Σηκώθηκε στα σκοτεινά, έριξε ένα σάλι πάνω απ’ το μαντήλι, φόρεσε τη χοντρή της ζακέτα και μετά τις γαλότσες, πήρε το ξύλο της και βγήκε στο λαμπερό χιόνι. Πάνω απ’ το κεφάλι της ακίνητα, χιλιάδες παγωμένα αστέρια άστραφταν ατελείωτα στον ουρανό και της φώτιζαν τον δρόμο. Ξαστεριά μες τον Νοέμβρη!
Τα πόδια της άνοιγαν αργά βαθιές τρύπες στο πάχος του χιονιού, στεκόταν δυο λεπτά στη θέση της ασάλευτη, χάζευε τον έναστρο θόλο και ύστερα ετοίμαζε το επόμενο βήμα. Όμορφη που ‘ναι η νύχτα, σκέφτηκε και συνέχισε να σκάβει μες το χιόνι. Έτσι, διέσχισε αργά ολόκληρο τ’ αλώνι ως πέρα τα γκρεμίσματα. Κάποτε εδώ κατοικούσαν γείτονες, κόσμος καλός, αντάμωναν σε γιορτές και πένθη και έπαιζαν μαζί τα παιδιά τους, μα τώρα τούτος ο τόπος πλάκωσε σπίτια κι ανθρώπους, χάθηκε και η τελευταία της παρέα. «Δεν θα ξαναρθούνε άνθρωποι εδώ πάνω» φώναξε δυνατά η γριά και βούλιαξε μονάχη και αβοήθητη στο χιόνι…………….΄
Έσυρε απ’ την τριχιά την κατσίκα της, σχεδόν αγκαλιά, ως μέσα στο σπίτι, της σκούπισε χιόνια και υγρασία και άρχισε να της μιλάει. Απ’ τις φλόγες του άγνωστου χώρου η γίδα τρόμαξε, μα γρήγορα ξεθάρρεψε σα ζεστάθηκε και έφερε χαρούμενες βόλτες μες το δωμάτιο. «Δε μιλάς και συ, γρι από λέξεις καταλαβαίνεις, μα δεν πειράζει. Ακούω την ανάσα σου και αυτό φθάνει. Υπάρχει ένας παράξενος βυθός για μένα στο μυαλό μου. Από καιρό κοιμάμαι στο ενδιάμεσο θανάτου και πραγμάτων κι ύστερα, ξύπνια, ονειρεύομαι εκείνα που κάποτε είχα, όλες τις περασμένες παρουσίες. Ώρες-ώρες κάτι μες το μυαλό μου βουίζει και γίνεται ανυπόφορο, μα υπάρχουν και φορές που εκεί μέσα κατοικεί ένα πουλί, σαν τα αηδόνια από εκείνα τα υπέροχα τραγούδια, ένα τόσο δα πουλάκι, βγαίνει μες το καταχείμωνο χρωματίζοντας τον μαύρο ουρανό, λυγίζει το κλαδί στον παγωμένο φράχτη και γίνεται άνοιξη. Ξέρω πως εδώ στο σπίτι η μυρωδιά του ξύλου αύριο θα καεί και αυτή, και τότε όλα θα παγώσουν. Μέχρι να γίνει αυτό, μονάχη περπατώ πάνω-κάτω στην κάμαρα και ο χρόνος μου, θαμμένος κάτω από τόσο καυτό χιόνι, έγινε από καιρό κάτασπρος και ανυπόφορος. Μα να, η καρδιά μου ακόμη σαλεύει, ημίκλειστη μες το πλατύ φεγγάρι κι αυτού του χειμώνα, παρέα με ένα τόσο δα αστέρι. Να κοίτα της λέω, η νύχτα γίνεται ξαφνικά πλωτή, ένα υγρό μπλε μαγικό φως την φωτίζει, και έτσι χωνεύεται ευκολότερα ως το ξημέρωμα». Δέκα μέρες έμειναν γίδα και γριά μαζί μες το σπίτι και κάπως έτσι θα περνούσε και τούτος ο χειμώνας…..
(Από το πολύ όμορφο χρονογράφημα της Νίκης Κόλια με τίτλο ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ 03, Η ΑΡΚΟΥΔΑ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ, όπως δημοσιεύτηκε στο Protagon.gr στις 23 Νοεμβρίου 1913. Μπορείτε να διαβάσετε όλο το άρθρο στο λινκ https://www.protagon.gr/…/tzoumerka-3-0-i-arkouda-tis… )

Η φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα με τίτλο « Δουλειές του σπιτιού πριν τους κλείσει ο καιρός» είναι από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ.

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ

Κι ύστερα ήρθαν τα χρόνια πάνω στα μόνιππα της μοναξιάς,
κι ήρθε κι ο σιωπηλός χειμώνας ντυμένος με τα λευκά ενδύματά του,
κι έμοιαζε να είναι ένας αιώνας με άχρωμα εσπερινά ηλιοβασιλέματα…….

(Φωτογραφία του Βασίλη Γκανιάτσα από το Λεύκωμα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΕΣ, ΑΘΗΝΑ, 2007, απ’ όπου και το σχόλιο) 

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΤΟ ΙΒΑΡΙ ΣΤΟ ΛΟΥΡΟ

——————
“Τον 18ο αιώνα είναι γνωστό ότι κατασκευάστηκαν ιχθυοτροφεία, τα οποία λειτούργησαν για μικρό χρονικό διάστημα, όπως παραδείγματος χάριν το ιχθυοτροφείο κοντά στις εκβολές του Λούρου. Η ασφάλεια των ιβαριών εξασφάλιζε την ασφαλή διαβίωση των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής πέριξ του Αμβρακικού. Για τον λόγο αυτό σε πολλές περιπτώσεις τη φύλαξη των ιχθυοτροφείων την αναλάμβαναν οι αρματολοί του Λούρου και της Άρτας.
Το καλοκαίρι του 1732 ο αρματολός Γεώργιος Ανασιώτης δέχθηκε επίπληξη από τις οθωμανικές αρχές της Άρτας γιατί ο ληστής Κατσούλης λανθάνοντας της προσοχής του έκλεψε τις βάρκες από το ιβάρι του Λούρου, οι οποίες ανήκαν σε Οθωμανούς υπηκόους. Με αυτές προέβη σε εγκληματικές ενέργειες σε βάρος τόσο των Βενετών όσο και των Οθωμανών. Παρά τη φύλαξη των ιβαριών δεν έλειψαν οι επιθέσεις εναντίων των ιχθυοτροφείων και των όσων εργάζονταν σε αυτά……Επειδή το συμβάν δεν ήταν μοναδικό αλλά συχνά επαναλαμβανόμενο, οι βενετικές και οθωμανικές αρχές προσπάθησαν από κοινού να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, χωρίς όμως επιτυχία, όπως φαίνεται από την καταγραφή πολλών συμβάντων στο πέρασμα του 18ου και 19ου αιώνα.” (Πηγή : Μεταξύ δύο κόσμων: Τα ιχθυοτροφεία του Αμβρακικού κόλπου τον 18ο αιώνα, Χ. Παπακώστα, Πρεβεζιάνικα Χρονικά, τχ. 47-48, 2021)

Στη φωτογραφία «Φύλακας διβαριού στο Λούρο ποταμό στις αρχές του 20ου αιώνα» (Φωτογραφία του Fred Boissonnas, 1913)

Δημοσιεύθηκε στη Περί Τμήματος Καραβοσαρά και Λάκκας | Σχολιάστε

ΟΤΑΝ Ο ΛΟΥΡΟΣ ΗΤΑΝ ΠΛΩΤΟΣ

——————-
“Στο β’ μισό του 19ου αιώνα, ο Λούρος είχε τραβήξει την προσοχή… επενδυτών, που ήθελαν να βάλουν ένα ατμόπλοιο για τη μεταφορά εμπορευμάτων από το λιμάνι της Πρέβεζας. Τότε το βασικό λιμάνι της περιοχής ήταν η Σαλαώρα. Οι «επενδυτές», με τις ευχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναζητούσαν προφανώς μια εναλλακτική λύση μεταφοράς εμπορευμάτων στα Ιωάννινα.

Ἐφημερίδα Ἰωάννινα, φ. 111, 2 Αὐγούστου 1871

Πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ ἐμπορίου, ὅπερ ἐστίν ἡ πηγή τοῦ πλούτου καὶ τῆς εὐδαιμονίας, συστηθήσεται ἐταιρία, σκοπόν προτιθεμένη τὴν ἀσφαλῆ καὶ εὔκολον μεταφορά τῶν ἐξ Εὐρώπης ἐμπορευμάτων καὶ ἐπιβατῶν, διά τοῦ μεταξύ Ἄρτης καὶ Πρεβέζης ποταμοῦ Λούρου. Ἡ Ἐταιρία αὕτη θέλῃ θέσῃ προκαταρκτικῶς εἰς ἐνέργειαν ἕν ἀτμόπλοιον ἀνάλογον πρὸς μεταφοράν ἐμπορευμάτων καὶ ἐπιβατῶν, δυνάμενον νὰ πλέῃ ἐπί τοῦ ποταμοῦ Λούρου, ἀφοῦ πρῶτον ἐκκαθαρίσῃ αὐτόν καὶ ἄρῃ πᾶν ἐμπόδιον δυνάμενον νὰ κωλύσῃ τὴν ἐλευθέραν διάβασιν τοῦ ἀτμοπλοίου……..

Από το δημοσίευμα αυτό φαίνεται ότι είχε συσταθεί στα Ιωάννινα εταιρία, μάλλον ιδιωτικών συμφερόντων, για τη δημιουργία συνθηκών διαπλεύσεως του ποταμού Λούρου και προνομιακή εκμετάλλευση των μεταφορών.
Ο ποταμός Λούρος είναι ο μοναδικός πλωτός ποταμός της χώρας και λειτούργησε ως πλωτός για μικρά σκάφη, μέχρι περίπου τις αρχές της δεκαετίας 1960, και μέχρι τη θέση Πέτρα, όπου και η γέφυρα προς Στρογγυλή. Λειτουργούσε εκεί κρατικό μονοπώλιο, το οποίο εφοδιαζόταν με το αλάτι του μονοπωλίου μέσω του ποταμού. Παλαιότερα, μέχρι τη θέση αυτή μεταφέρονταν και εμπορεύματα και αυτόν τον σκοπό, κυρίως, θα εξυπηρετούσε η εκκαθάριση και η διάπλευσή του από την εταιρία. Υπάρχει, μάλιστα, και μια μαρτυρία του συμμαθητή μου στο Γυμνάσιο Γιώργου Μπάκα, ότι αυτήν τη διάπλευση του ποταμού Λούρου είχε κάνει μεταπολεμικά με το καΐκι του πατέρα του καπετάν Ντίνου, μεταφέροντας στην Πέτρα φορτίο αλατιού
Διαφαίνεται η προσπάθεια να βάλουν το λιμάνι της Πρέβεζας στο κύκλωμα των μεταφορών προς Ιωάννινα, εργασία η οποία γινόταν μέχρι τότε από τη σκάλα της Σαλαώρας προς Ιωάννινα αποκλειστικά με το σινάφι των αγωγιατών. Ο σταθμός και το τελωνείο που προβλέπονταν στη Φιλιππιάδα με τη διάπλευση του Λούρου άλλαζε ριζικά αυτήν την κατάσταση και εξυπηρετούσε καλύτερα και ίσως οικονομικότερα το εμπόριο στα Γιάννενα.
Το εγχείρημα όμως δεν προχώρησε. Ο εκσυγχρονισμός των συγκοινωνιών και των μεταφορών προς Ιωάννινα και Άρτα, δεν έγινε.
Μία από τις διάφορες παραμέτρους που δυσκόλευαν τον εκσυγχρονισμό των συγκοινωνιών εκείνη την εποχή ήταν το σινάφι των αγωγιατών που μετέφεραν τα εμπορεύματα από τη Σαλαώρα στα Ιωάννινα και είχαν το μονοπώλιο……(Πηγή : Πρεβεζάνικες σελίδες σε εφημερίδες της προαπελευθερωτικής περιόδου, Kωστούλας Κωνσταντίνος Πρεβεζάνικα Χρονικά, τεύχος 55-56, 2019)

Στη φωτογραφία της Ε. Παπαδημητρίου «Οι εκβολές του Λούρου Ποταμού γύρω στο 1928-30» (Πηγή : ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ – ΗΠΕΙΡΟΣ, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Αθήνα, 1977)

Δημοσιεύθηκε στη Περί Τμήματος Καραβοσαρά και Λάκκας | Σχολιάστε

ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΣΤΟΝ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ

——————
“Τα πλοία της τοπικής ναυτιλίας στον Αµβρακικό κόλπο που εξυπηρετούσαν τις τοπικές µεταφορές ή εκτελούσαν τις µεταφορές εµπορευµάτων από και προς τα Επτάνησα ήταν συνήθως το καΐκι (caichio) , και οι βάρκες (barca , barche). Τo καΐκι ήταν µικρό σκάφος , που έφερε δύο βραχύτατους ιστούς µε λατίνια. Τα τριγωνικά αυτά πανιά προσδένονταν σε µακρές κεραίες. Το καΐκι ήταν χωρητικότητας 8 µε 10 τόνων. Οι barche ήταν µικρά µεταφορικά πλοιάρια µεγαλύτερου µεγέθους από τα σκάφη που σήµερα ονοµάζονται βάρκες˙ χρησίµευαν κυρίως για τη µεταφορά των φορτίων από τα πλοία προς τις αποβάθρες, όταν υπήρχε πρόβληµα προσέγγισης των πλοίων σ’ αυτές , ενώ µεγαλύτερες βάρκες µετέφεραν και εµπορεύµατα στη Λευκάδα….. Άλλα πλοία , επίσης , που χρησιµοποιούνταν στην τοπική ναυτιλία ήταν η κέκια (chechia ή chichia), οι σακολέβες , οι φελούκες , οι φρεγάτες , οι γόνδολες και τα µονόξυλα. (Πηγή : Η ∆ΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΒΕΝΕΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ, Ε. Βέτσιος, 2004)

Στη φωτογραφία “Οι εκβολές του Αράχθου”. – Γκραβούρα WORDSWORTH, Christopher. Greece pictorial, descriptive, & historical by Christopher Wordsworth, D.D. Lord Bishop of Lincoln, with numerous Engravings illustrative of the Scenery, Architecture, Costume, and Fine Arts of that Country and a History of the Characteristics of Greek Art by George Schraf, F.S.A. Director, Keeper, and Secretary of the National Portrait Gallery. A New Edition revised. With Notices of recent Discoveries by H.F. Tozer, M.A. Fellow and Tutor of Exeter College, Oxford, Author of the “Highlands of Turkey”, “Lectures on the Geography of Greece”, Λονδίνο, John Murray, 1882.του George Frederick Sargent, (1838) https://el.travelogues.gr/

Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | Σχολιάστε

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ & ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 2022…..με μια ευχετήρια κάρτα του Αθλητικού Ομίλου Άρτης ΑΕΤΟΣ, του 1956.

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Αετού | Σχολιάστε

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΡΤΑ

“Την πρωτοχρονιά την περιμέναμε παρόλο που ξέραμε ότι και σ’ αυτή τη γιορτή δεν θα παίρναμε δώρα. Και δεν πιστεύαμε στον άγιο Βασίλη. Το φαγητό της πρωτοχρονιάς ήταν χοιρινό με σέλινο, ή αρνάκι στο φούρνο. Τα παιδιά πίναμε για το καλό του νέου χρόνου λίγο κρασί που μας το βάζανε σε φλιτζάνια του καφέ. Για βασιλόπιτα φτιάχναμε κέικ και βάζαμε ένα κέρμα μέσα. Μόνο που τις περισσότερες φορές λόγω του βάρους του έπεφτε στο πάτο του ταψιού κι αναγκάζονταν η μαμά μας να το χώνει μετά στο ψημένο κέικ.
Γενικά στις γιορτές τραπέζι είχαμε μόνο το μεσημέρι. Τα βράδια τρώγαμε πρόχειρα όπως όλες τις άλλες μέρες. Την πρωτοχρονιά το βράδυ μαζευόμασταν στα σπίτια γειτόνων και παίζαμε τυχερά παιγνίδια, τριάντα ένα και πάρτα όλα, όχι με λεφτά αλλά με φασόλια. Διασκεδάζαμε πολύ μ’ αυτούς που κέρδιζαν, μ’ αυτούς που έχανα και μ’ αυτούς που έκλεβαν, γιατί υπήρχαν κάποιοι που μπροστά στα μάτια μας κάνανε κόλπα και έβρισκαν πάντα το χαρτί που ήθελαν.
Μέχρι τα Θεοφάνεια δεν επιτρέπονταν να λούσουμε τα μαλλιά μας. Την παραμονή των Θεοφανείων, το πρωί περιμέναμε να περάσει ο παπάς από το σπίτι να κάνει αγιασμό. Αργά το βράδυ, βγαίναμε στο μπαλκόνι και περιμέναμε να ανοίξουν οι ουρανοί να κάνουμε ευχές. Ο ένας παρέσερνε τον άλλο και τελικά κάτι βλέπαμε στο στερέωμα που το νομίζαμε για θαύμα και κάναμε ευχές. Τρία κορίτσια μια χρονιά ξεροσταλιάζαμε στο μπαλκόνι και μόλις νομίσαμε πως είδαμε κάτι, η πρώτη ζήτησε ευτυχία, η δεύτερη πλούτο και η τρίτη δεν πρόλαβε να πει τίποτα γιατί νόμισε ότι οι ουρανοί κλείσανε.
Το πρωί στην εκκλησία παίρναμε το αγιασμένο νερό και το φέρναμε στο σπίτι. Ραντίζαμε τα δωμάτια, τα λουλούδια της αυλής κι όταν πηγαίναμε στο κτήμα που είχαμε έξω από την πόλη ρίχναμε κι εκεί λίγο νεράκι να ευδοκιμήσουν τα δέντρα μας.
Οι διακοπές ήταν ευχάριστες για τα παιδιά, που παίζανε όλη μέρα στη γειτονιά κρυφτό, κυνηγητό, σκλέντζα, μέχρι να έρθει η μέρα της επιστροφής στο σχολείο….”
(Aφήγηση της κυρίας Πηνελόπης Παλάντζα – Σαρλή όπως δημοσιεύτηκε από τον Σωτήρη Σαρλή στο ιστολόγιό του στο φβ)

Στη φωτογραφία η οικογένεια Παλάντζα μπροστά στο σπίτι τους, στην οδό Γριμπόβου, εκεί που σήμερα είναι η Dacosta και η Βαγγελιώ, από την ίδια δημοσίευση.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

ΤΑ ΚΑΦΕ & ΤΑ ΜΠΑΡΑΚΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’80

DISCO SMILE
Διαφήμιση της Ντισκοτέκ SMILE στον Τουριστικό Οδηγό Ηπείρου το 1986.

 CHARLIE BAR

—————–
Διαφήμιση του CHARLIE BAR στον Τουριστικό Οδηγό Ηπείρου, 1986.

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΤΑ ΓΙΟΡΤΑΣΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΓΡΑΙΚΙΚΟ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ

“……..Εμένα βέβαια με συγκινούσαν ιδιαίτερα και οι γιορτές «τ’ Άισπυρίδωνα» και «τ’ Άιλευτεριού», λίγοι ήταν οι εορτάζοντες στη γειτονιά και μικρές οι προσδοκίες μας για κάνα λουκούμι ή και καμιά νηστίσιμη τηγανίτα, όμως οι γιορτές αυτές σήμαιναν ότι κοντοζυγώνουν τα Χριστούγεννα, όπου θάρχονταν ο πατέρας μου απ’ το ταξίδι, είχα να τον δω απ’ το προηγούμενο Πάσχα. Εκεί την προπαραμονή ανεβαίναμε στην πλατεία να τον υποδεχτούμε, όπου θάρχονταν με το λεωφορείο (καρνάβαλο), φίσκα στους ταξιδιώτες, κάμποσοι στη γαλαρία και κάνα δυο -τρεις, οι πιο νέοι, στο φτερό, και νάρχονται έτσι απ΄ την Άρτα, 5-6 ώρες δρόμο τότε, με στάση στη Μπουλιάνα (Καλλονή) για φαγητό. Η χαρά μας απερίγραπτη καθώς βλέπαμε τον πατέρα μας να κατεβαίνει απ΄ το λεωφορείο, πάντα καλοντυμένος με κουστούμι και γραβάτα, όπως οι περισσότεροι τότε, του φιλούσαμε το χέρι, μας χάιδευε στα μαλλιά, άγγιγμα θεού, ανεβαίναμε στα επουράνια, και μετά στο σπίτι, καθώς άνοιγε τη μεγάλη κοκκινόμαυρη καρώ βαλίτσα – ακόμα έχω τη μυρωδιά της στη μύτη μου – και έβγαζε από μέσα τα καινούργια κουστούμια, τα καινούργια πουκάμισα, τα καινούργια παπούτσια και τα δοκιμάζαμε, η απόλυτη ευτυχία, αυτές τις μέρες αισθανόμασταν πλούσιοι, και ήμασταν πλούσιοι, πλούσιοι σε συναισθήματα, σε χαρές σε μικροαπολαύσεις…..
Στις διακοπές των Χριστουγέννων, ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά – γυμνασιόπαιδα – είχε κάθε βράδυ χαρτοπαιξία. Με το που έπιανε να σουρουπώνει, μαζευόμασταν στο καφενείο τ’ Γιάν’ Ντούλα και στρωνόμασταν στο τζόγο, φόρο τριανταένα. Ο Γρηγόρης, τζογαδόρος από μικρός – είχε πάρει απ’ τον μπάρμπα μας τον Αλέξ’ – τα είχε χάσει όλα, λέει στον Κώστα Ντ. «δεν έχω άλλα να ποντάρω, μου δίνεις δανεικά;», ο Κώστας, έπαιζε μάννα, τα έπαιρνε χοντρά, «τεράστια κωλοφαρδία», «τί να σου δώσω ρε μαλάκα, εγώ χάνω απ’ τα κερδισμένα», βγάζει ο Γρηγόρης το σακάκι, που τούχε πάρει ο πατέρας για τις γιορτές – ένα μπεζ, με μικρές καφέ μαργαρίτες – το βάζει πάνω στο χαρτί «παίζω ρέστα το σακάκι μου», το χάνει, δεν του το παίρνει η μάνα.
Δεν έχει σημασία, μετά όλη η παρέα μαζί συνεχίζαμε στη χασαποταβέρνα του Βασίλ’ Ντούλα, με τα έξοδα πληρωμένα απ’ τους κερδισμένους – πλήρωνα σχεδόν πάντα – κοκορέτσι και φριγαδέλι απ’ τα χέρια του Βασίλη του «Μερακλή», θεός πεντανόστιμα, κρασί Δεμέστιχα (πολυτελείας τότε), σερβίρισμα απ’ την υπέροχη Μαρία, τραγούδια στο ηλεκτρόφωνο με το φοβερό ρεπερτόριο, πρώτα λαικά, μετά δημοτικά, χορός γλέντι, σπασίματα κάτω απ’ το τραπέζι, τα μπουκάλια και τα ποτήρια «γόνα», χαμός μέχρι αργά μετά τα μεσάνυχτα…..μια φορά τύφλα στο μεθύσι, πετάξαμε και τη σόμπα με τα μπουριά απ’ το παράθυρο, και νάμαστε 15χρονοι, όμως έτσι φτιάχτηκαν οι παρέες και οι φιλίες, έτσι μάθαμε να γλεντάμε…. (Πηγή: ΜΝΗΜΕΣ, Χ. Θ. Καραβασίλης, Άρτα, 2021)

Στη φωτογραφία “Ιούλιος 1964, στην πλατεία του Γραικικού, μπροστά στο βακούφικο μαγαζί και το λεωφορείο καρνάβαλο της γραμμής Άρτα – Γραικικό, μεταξύ άλλων διακρίνονται οι χωριανοί από αριστερά κάτω : Γιαννούλα Τριανταφύλλου, Χρήστος Τριαντάφυλλος…..στη μέση Μαρία Ντούλα, Βασίλης Ντούλας, ο μικρός Κώστας Β. Ντούλας, Γιωργίτσα Ντούλα, Νούσιω Σβεντζούρη, πίσω μπάρμπα Μήτσος Λιάπης”
(Φωτο από το αρχείο Κώστα Β. Ντούλα όπως δημοσιεύτηκε στο ίδιο βιβλίο)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΤΑ ΚΑΦΕ & ΤΑ ΜΠΑΡΑΚΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’80

LA CITE

Διαφήμιση του La Cite στον Τουριστικό Οδηγό Ηπείρου, 1986.

ΤΑΒΕΡΝΑ “ΠΕΤΣΑΣ”
—————
Διαφήμιση της οικογενειακής ταβέρνας Κώστα Πέτσα στον Τουριστικό Οδηγό Ηπείρου, 1986.

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε