ΤΑ ΧΤΗΡΙΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ – OI ΓΡΕΒΙΕΣ

————————-
“Σε πολλά μέρη του χωριού, στις άκρες των χωραφιών ή κοντά στα σημερινά σπίτια, υπάρχουν οι γρέβιες, δηλ. σπίτια μισογκρεμισμένα, ακατοίκητα ή τελείως γκρεμισμένα, όπου στους σωρούς των λιθαριών μαζεύονται φίδια και σαύρες και βλέπουμε συχνά τα «φιδοπ(ου)κάμ(ι)σα». Αλλού σώζεται μόνο ο σπιτότοπος με το πλακόστρωτο ή το δάπεδο που ήταν το κατώι και το στρωτό του σπιτιού. Εκεί ολόγυρα βρίσκονται πολλές φορές χωμένα στη γη, οικιακά σκεύη καζάνια, κακάβια, τεψιά, τεντζερέδες. Ποιος ξέρει γιατί είχαν φύγει οι κάτοικοι και δεν ξαναγύρισαν! Προφανώς διωγμοί από Τούρκους και Αρβανίτες ή πολεμικά γεγονότα τους ξεσπίτωσαν και τους κατέστρεψαν στην ξενιτειά. Σε πολλά τέτοια χαλάσματα ή ακατοίκητα σπίτια διηγούνται ότι έγιναν φόνοι και, όταν περνάη κανείς μόνος του τη νύχτα ή το μεσημέρι, ακούει να σκούζη το αίμα και ανατριχιάζει από το φόβο. Στο σπίτι του Μάνου ανάμεσα στην Παγώνα και την Πίτριτση, λησταί είχαν σκοτώσει με βασανιστήρια τον νοικοκύρη που ήθελαν να τους μαρτυρήση που έχει κρυμμένα τα χρήματά του. Παιδάκια περνούσαμε από εκεί τη νύχτα με την ψυχή στο στόμα, γιατί εφανταζόμαστε ότι ακούγαμε τον πεθαμένο να βογγάη. Για τον ίδιο και άλλους λόγους βρίσκονται κρυμμένα σε διάφορα μέρη λαήνια ή στάμνες ή τσουκάλια άδεια ή γεμάτα με νομίσματα που συνδέονται με τις διηγήσεις για την ανακάλυψη κρυμμένου θησαυρού. Όποιος ονειρευτεί τρεις νύχτες συνέχεια ότι βρίσκει βλισίδι, πρέπει να πάει στο μέρος που είδε και μαζί με εκείνον που είδε ότι ήταν μαζί και να σκάψουν. Αν δεν πάρη και τον άλλον το εύρημα θα γίνει φίδια ή νερό. Κοντά στον Άι-Νικόλα στη Λάψανα, ένας έσκαψε και είδε το καζάνι με τις λίρες και μόλις άπλωσε το χέρι του και τράβηξε το χερούλι, το καζάνι βούλιαξε και βγήκε νερό που βγαίνει και σήμερα σαν πηγή…..”
(Πηγή : Άρθρο με τίτλο ΤΑ ΧΤΗΡΙΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ, Κ. Διαμάντης, Αιξώνη, Τόμος Δ’, τχ. 37-38, 1954 – Οι τοποθεσίες που αναφέρονται είναι στο χωριό Νησίστα των Τζουμέρκων)

Στη φωτογραφία “Εγκαταλελειμμένο σπίτι σε χωριό των Τζουμέρκων” (Φωτο από το διαδίκτυο)

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

TO ΣΤΗΣΙΜΟ ΤΗΣ ΚΑΛΥΒΑΣ – ΚΑΛΥΒΟΣΠΙΤΟ

—————————–
“Το στήσιμο της σουρλωτής αχυρένιας καλύβας ήταν έργο εύκολο και γρήγορο γι’ αυτούς που ήξεραν τη δουλειά. Αν υπήρχαν τα υλικά, μέσα σε μια μέρα στήναν και μια καλύβα. Και τα υλικά ήταν καλάμια, ψαθί και σύρμα. Το μέρος λοιπόν που θα στήνονταν η καλύβα καθαριζόταν καλά και στο κέντρο, που είχε σχήμα μεγάλου αλωνιού, έμπηχναν ένα μικρό παλούκι, αφού προηγουμένως μετρούσαν με τα πόδια τη διάμετρο του κύκλου. Για να στεγαστεί μια οικογένεια 8-10 ατόμων έπρεπε να είναι 10-15 πόδια η διάμετρος. Μετά δέναν το ένα άκρο της τριχιάς από το μπηγμένο παλούκι και από τ’ άλλο άκρο μ’ένα ξυλαράκι σημάδευαν τη γραμμή του κύκλου με την τριχιά τεντωμένη.
Σ’ όλον τον κύκλο και σε απόσταση μισό μέτρο περίπου έμπηχναν στο έδαφος χοντρά καλάμια ύψους 3 μέτρων. Ένα συνηθισμένο καλύβι ήθελε 25-30 καλάμια για να καλύψουν μια περίμετρο 30 περίπου μέτρων. Τα μπηγμένα καλάμια τα λύγιζαν και τα ένωναν στην κορυφή και τα έδεναν. Κατ’ ανάλογες αποστάσεις έδεναν καλάμια και οριζόντια, κι έτσι ήταν έτοιμος ο σκελετός. Μετά γινόταν το σκέπασμα με χοντρό ψαθί που βοηθούσαν και οι γυναίκες.
Κάθε χειρόβολο ψαθιού απλώνονταν και τοποθετούνταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε κάθε χειρόβολο να καλύπτει τις κορυφές του προηγούμενου, για να διώχνουν τα νερά της βροχής προς τα έξω, και να πέφτουν στο αυλάκι που ήταν σκαμμένο γύρω-γύρω από το καλύβι. Το ψαθί το στερέωναν απ΄έξω και μ΄άλλα οριζόντια καλάμια ( ζωστάρια τα λέγαν) που τα δέναν και με τ΄απομέσα με σύρμα. Το δάπεδο το επίστρωναν με γλίνα. Και μια γωνιά δίπλα στην πόρτα. Όλα τα μέλη τρώγαν γύρω-γύρω απ’ τη γωνιά σταυροπόδι και ο ύπνος στρωματσάδα. Την πόρτα τη φτιάχναν από τη νότια πλευρά και την κατασκεύαζαν ως εξής : από τις δυο μεριές της πόρτας έμπηχναν από ένα ξύλινο παλούκι (ορθάρια). Η πόρτα γινόταν ή από καλά λουριά ή από ακατέργαστες σανίδες.” (Πηγή : ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΒΙΩΜΑΤΑ, Π. Σκουτέλας, Αθήνα, 2006)

Στη φωτογραφία “Καλυβόσπιτο στον κάμπο της Άρτας” (Φωτο από αρχείο Β. Γκανιάτσα) Μπορείτε μα διαβάσετε για τον Καναρά , την Θοδωριανίτικη παροικία στη Φανερωμένη της ‘Άρτας στο λινκ https://www.facebook.com/doxesagira…/posts/115340713868714

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

ΞΥΛΟΓΕΦΥΡΟ Ή ΛΕΙΑΣΑ ΣΤΑ ΡΕΤΣΙΑΝΑ

———————-
“Λειάσα (ή) κρεμαστό γεφύρι ύπεράνω ποταμού στερεωμένον εις τας δύο όχθας εις βράχους ή βαθύρριζα δένδρα κλπ. Κατασκευάζεται δε ή λειάσα ώς έξής: Καθ’ όλον το πλάτος τού ποταμού τοποθετούνται εναερίως εις ύψος ποικίλον από 4 ή 5 μ. μέχρι 10 μ. υπεράνω τής στάθμης τού ύδατος ακέραιοι (ατεμάχιστοι) κορμοί δένδρων προσδεδεμένοι εις τας όχθας με συρματόσχοινα. Εγκαρσίου προς τούς επιμήκεις κορμούς στερεώνονται μικράς διαμέτρου κορμίδια ή κλάδοι και η όλη κατασκευή περιτυλίσσεται με ευλύγιστους κλώνους. Το πλάτος της κατασκευαζομένης κατ’ αυτόν τον τρόπον γέφυρας είναι ολιγώτερον τού μέτρου. Επί των εκατέρωθεν πλευρών τής λειάσας στερεώνονται όρθιοι κλάδοι, συνδεόμενοι μεταξύ των κατά το ανώτερον άκρον δι’ άλλων κλάδων, δημιουργούμενου έτσι είδους παραπέτου. Το σύστημα δύναται να ανθέξη εις βάρος 100 κιλών περίπου, ώστε μόνον ένας διαβάτης δύναται εκάστοτε να περάση, ενώ ολόκληρος η λειάσα κατά την διάβασιν ταλαντεύεται κατά την έννοιαν της κατακορύφου.” (Πηγή : ΔΑΣΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Π. Γρίσπου, Ηπειρωτική Εστία, τχ. 219-220, 1970)

Στη φωτογραφία του Σπ. Μελετζή, “Ξυλογέφυρο στα Ρετσιανά Άρτας, 1937”
(Πηγή : ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 121, 1986) 

Δημοσιεύθηκε στη Τα Ραδοβίζια και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

————————–
“Τα κρεμασμένα χάλκινα κουδούνια (τα «κυπριά» = τα χάλκινα) στην αρχή της αγοράς, σε χαλκοματάδικο κοντά στην πλατεία «Κιλκίς», δηλώνουν αμέσως το πολυθόρυβον τής οδού Σκουφά, σέ όλο της το μήκος, όπου κυριαρχούσε ό θόρυβος από τα συνεχή σφυροκοπήματα της πληθώρας των χαλκοματάδων και καλατζήδων όπως τους λέγανε τότε. Ακολουθούσαν οι φωνές των πωλητών. («Κοκορέτς’ και ωραίο σπληνάντερο» φώναζε, γύρω στις δέκα το πρωί ο πλανόδιος και αεικίνητος πωλητής σ’ αυτή την ανυποψίαστη εποχή, ο οποίος διέσχιζε πάνω-κάτω την κεντρική αρτηρία της πόλης κρατώντας μάχαιραν με την δεξιάν χείρα και υπερυψώνοντας με την αριστεράν τη σούβλα και το οφιοειδές σ’ αυτή παρασκεύασμα δίκην τροπαίου το οποίο πωλούσε -μπονόρα σχεδόν- με το κομματάκι, σέ μικρό λαδόχαρτο). Συχνά διασταυρώνονταν η φωνή του μ’ εκείνη του ιχθυοπώλη Ζώη που διαλαλούσε: «Ψάρια Λογαρίσια-βιβαρίσια» καποσάνθες κ.ά. όντας συνεχώς όρθιος δίπλα στον πάγκο του μαγαζιού του με τον «βαρύγδουπο» τίτλο της ταμπέλας: «Το πεπρωμένον φυγείν άδύνατον». ’Ακολουθούσε ή συνυπήρχε η φωνή του τελάλη, δημοτικού υπαλλήλου τότε, φωνή Στέντορος: «Άααα-κούσατε Κύριοι!…». Επίσης, κορναρίσματα «άγοραίων» αυτοκινήτων «μπουικ» πού διέθεταν «κλάξον», το οποίο δεν διέφερε στην εμφάνιση και τόσο πολύ απ’ τις κορνέτες της φιλαρμονικής του «Σκουφά» με προεξάρχον σ’ αυτή το ισχυρό «μπάσο» του Αλκίδα σε μέρες εορταστικών παρελάσεων, όπου μόνο η σφυρίχτρα του Δερδεράκη και τα βροντώδη «εν-δυο» του Χαλκιά το συναγωνίζονταν. Τέλος, τα υπό μορφήν πρόσκλησης πελατών, ρυθμικά χτυπήματα που προκαλούσαν ταχυδακτυλουργικά κινούμενες οι βούρτσες των υπαίθριων και σε σειρά παρατεταγμένων στιλβωτών, σε αντίθεση με την σιωπηρή σοβαρότητα του κεντρικού μεγάλου Στιλβωτηρίου της, τότε, όπως λέγανε, … «Άρχουσας Τάξης» προς την οποία φαίνεται να απευθυνόταν και μια μεγαλογράμματη επιγραφή του μαγαζιού: «Μηδενί συμφορά όνειδίσης. Ή γάρ τύχη κοινή και το μέλλον αόρατον». Κι’ όλοι αυτοί οι θόρυβοι στον κεντρικό δρόμο της πόλης, ανάμεσα από ένα πλήθος κόσμου κάθε λογής· άστούς με σκληρά γλουτοειδή καπέλα, «πολύτιμα μπαστούνια μ ’ ασήμι», γκέτες, λουστρίνια παπούτσια ή λευκά με στουπέτσ’ παπιόν και μεταξωτά κασκόλ, ορεσίβιους με στραβά το φέσι και γκλίτσες, αξιωματικούς με σπιρουνάτες μπότες και μαστίγιο στο χέρι, με το οποίο και τις χτυπούσαν κατά τακτά διαστήματα, διακονιάρηδες, τσακνούδισσες μέ προσανάμματα και δαδί και καμπίσιους με ζωντανές κότες ή με φοράδες που στα καπούλια τους ακουμπούσαν φρέσκες ζαραγάνες, καμπίσιους αγροφύλακες και παπάδες. Κάρα, πολλά κάρα, και κόσμος πολύς σε διαρκή κίνηση ή χάσκοντες όπως Άγγλοι περιηγητές ( με κάσκα και φωτογραφικές μηχανές χιαστί κρεμασμένες. Δύο-τρία γιώτα-χι με ζελατίνες αντί για γυάλινα τζάμια και φορτηγά με τσουβάλια ή κολόνες πάγου αλλά και… προικιά. Έπρεπε να «περάσουν» κι’ αυτά λίγο πριν απ’ το γάμο, από τούτον τον κεντρικό, ένα και μοναδικό, δρόμο για να τα δουν όλοι και, από τα γεμάτα λουλούδια και κόσμο στα μπαλκόνια, να τους ρίξουν ρύζι, ροδοπέταλα ή λεμονανθούς. Να δουν μπαούλα, γιούκια, φλοκάτες, μαντανίες, καραμελωτές, στρωσίδια, λαβομάνα, μαγκάλια και «δοχεία νυκτός», νταμζάνες, κούκμες, τετζερέδια, κουνουπιέρες, τρόμπες για φλιτ, κλουβιά φαγητού, ραπτομηχανές Σίγκερ και τόσα ακόμη… Η «παρέλαση» αυτή γινόταν συνηθέστατα το απόγευμα σ’ ένα δρόμο τελείως διαφοροποιημένο απ’ εκείνον των πρωινών ωρών ένα δρόμο πέρα για πέρα άστικοποιημένο πιά. Σ ’ αυτόν ξεκάμπιζαν και οι κυρίες με τα καπελίνα, ενώ προηγούνταν οι οικιακές βοηθοί φορώντας ψηλό λευκό σκούφο και ωθώντας καμαρωτά το αμαξάκι με το «νεογέννητο» που είχε ήδη σαραντίσει. Είχε προηγηθεί η καταβρεχτήρα του Στρατή, που έκανε το δρόμο φρέσκο και λαμπερό, όπως και τα πεζοδρόμια, όπου οι Εστιάτορες (του «Αεροπλάνου» και άλλοι) τοποθετούσαν τα τραπεζάκια με τα ολόλευκα (κριτσαν’ στά) τραπεζομάντηλα και τους «καλόγερους για να κρεμούν τα παγιασόν (πλατύγυρα ψαθάκια) τύπου Μωρίς Σεβαλιέ….. (Πηγή Άρθρο του Γ. Μ. Καρατσώλη στο περιοδικο ΣΚΟΥΦΑΣ, τχ. 97, 2004)

Στη φωτογραφία του 1934 “Το μανάβικο του Αχιλλέα Κολοβή, στη Σκουφά απέναντι από τον Κακαβά”. (Η φωτο δημοσιεύτηκε από τον Φώτη Κατσαράμπη στην ομάδα Παλιές Φωτογραφίες Άρτας)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Νεαρές δεσποινίδες στο Κάστρο…

1939 : Νεαρές δεσποινίδες στο Κάστρο της Άρτας. Αριστερά πάνω η Ελπίδα Καλαμπόκη και η Λίτσα Κασιούκα, στη μέση η Ζωή Ρηγανέλλα και κάτω η Μαρία Παπακώστα και η Άννα Τολιά.
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

1877 : ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΡΩΣΣΙΚΟΥ ΥΠΟΠΡΟΞΕΝΕΙΟΥ ΑΡΤΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΡΑΔΟΒΥΖΙΑ ΣΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

————————–
“Του τμήματος τούτου τον πληθυσμόν άποτελούσι 640 οικογένειαι ή 3200 ψυχαί, πολεμικώτατοι άείποτε, τον πρώτον επαναστάντα, εδώ δεν είναι δυνατόν να γίνει εξαίρεσις αριθμού οπλιτών καθαρά, διότι καί αι γυναίκες αύται εν άνάγκη συμπολεμώσι. Δυνάμεθα όμως να υπολογίσωμεν εις 1600 άνδρας έξησκημένους καί έχοντας παλαιά όπλα. Το Ραδοβίζι έκκλησιαστικώς, εκτός των χωρίων Χόσιανα, Δημαριό και Σπανοπέτραις υπάγεται εις την δικαιοδοσίαν του Αγίου Λαρίσης, διοικητικώς δε ως προείπομεν μετά του Τζουμέρκου εις τον ποτέ εν Καλεντίνη εδρεύοντα Καϊμακάμην. Οι κάτοικοι ορεινοί και ολίγας πεδιάδας έχοντες, ασχολούνται κυρίως εις την κτηνοτροφίαν (μόνον το Βελεντζικόν έχει 10000 αίγας και πρόβατα) ιδίως των αιγών. Δεν υπάρχει τί το σημαντικόν εις το τμήμα τούτο εκτός των παρορίων σταθμών και η 1)2 ώραν απέχουσα προς ΒΑ του χωρίου Βρεστενίτζα Γέφυρα του Κοράκου επί του Αχελώου ή από το άνω Ραδοβίζι, ήτοι την επαρχίαν Λαρίσης, χωρίζουσα την επαρχίαν Άρτης, μέχρι τελευταίως 15 χωρία τα του Πετρίλου ήσαν συνηνωμένα πολιτικώς εις την Διοίκησιν Ραδοβιζίου άλλ’ ήδη άπεσπάσθησαν.
Το παραγωγικόν μέρος του τμήματος είναι:
Σίτος κιλά Κων)λεως 1000,
Κριθή 1000,
Αραβόσιτος 10000,
Βρίζα 500,
Κάστανα· οκάδες 3000,
Κάρυα 5000,
Τυρός 4000,
Βούτυρον 8000,
Μαλλιά 4000,
Αιγοπρόβατα 28 000,
Ίπποι— όνοι— ήμίονοι 8000.
Στον πίνακα που ακολουθεί καταγράφονται επίσης, εκτός από τις οικογένειες, οι εκκλησίες, τα σχολεία καθώς και ο ιδιοκτήτης του κάθε χωριού. (Πηγή : Περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, τχ. 21-22, 1962)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

ΧΩΡΙΟΝ ΚΑΛΕΝΤΙΝΗ

“Καλεντίνη, οικούμενον υπό 25 περίπου οικογενειών χριστιανικών. Έχει πρωτεύοντα Ιερόν Ναόν επ’ ονόματι της Μεταστάσεως της θεοτόκου ιερουργούμενον υφ’ ενός Ιερέως. Προς δυσμάς δε του χωρίου, ημισείαν σχεδόν ώραν μακρά αυτού, υπάρχουσι πλείστα αρχαία ερείπια οικειών και τις εκκλησία επ’ ονόματι του αγίου Γεωργίου όπου ην ποτέ, κατά την μαρτυρίαν των εγχωρίων, ανώνυμόν τι χωρίον καλούμενον Παλαιοχώριον. Εν τω χωρίω τούτω υπάρχουσι και έτεραι εκκλησίαι, οίον της αγίας Παρασκευής και του αγίου Νικολάου. Εκ του χωρίου διέρχεται ο εκ Βουργαρελίου πηγάζων ποταμός Σαραντάπορος καλούμενος, διά τους πράγματι όντας τεσσαράκοντα αυτού Πόρους, όστις ενούμενος μετά του κάτωθεν του χωρίου διερχομένου, του πηγάζοντος εκ τε Βελεντσικού και Σκουληκαριάς και ονομαζομένου, συνωνύμως τω χωρίω Ποταμού Καλεντίνη, εκβάλλει εις τον Ποταμόν Ιναχον.” (Πηγή : ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΑΡΤΗΣ Σεραφείμ Βυζάντιου, Αθήνα, 1884)

Στη φωτογραφία του Σπ. Μελετζή “Ο Άραχθος στην Άνω Καλεντίνη, 1937” (Πηγή ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 123, 1986)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΤΟΥ ΕΔΕΣ

——————–
“Η ίδρυσις του ΕΔΕΣ είχε το πρώτον οργανωθή το 1937. Περιελάμβανε αρκετά μέλη, υπό διοικητικήν επιτροπήν αποτελουμένην από τον νομάρχη ΗΛ. Σταματόπουλο, που ευρίσκεται εν ζωή, τον τότε αντισυνταγματάρχη Ν. Ζέρβα και εμένα. Εις την επιτροπή μετείχαν επί πλέον η δ/νις Λουκία Ι. Κουντουριώτη και η κυρία Αλεξάνδρα Αθανασιάδη, εις τα σπίτια των οποίων, κατά το πλείστον, ελάμβαναν χώρα οι μυστικές συσκέψεις των διαφόρων μελών της. Αντικειμενικός σκοπός του ΕΔΕΣ εις τον οποίο μετείχαν και αρκετοί αξιωματικοί εν ενεργεία, ήταν η ανατροπή της δικτατορίας Γεωργίου Β’- Μεταξά.
Ο ΕΔΕΣ ιδρύθη κατόπιν εντολής του εν Παρισίοις διαμένοντος Ν. Πλαστήρα, διαβιβασθείσης υπό του καθηγητού Κ. Πυρομάγλου, ο οποίος επί τούτου πηγαινοήρχετο συχνά εις το Παρίσι, μεταφέροντας οδηγίες του Πλαστήρα, που ήταν ο ουσιαστικός αρχηγός της οργανώσεως. Κατά τον αυτόν χρόνο, κατόπιν αποφάσεως της επιτροπής ασφαλείας, όργανον του Μανιαδάκη, ο οποίος φαίνεται πως κάτι είχε μυρισθεί, μ’ εξετόπισεν εις το χωρίον Μπάρμπισα της νήσου Πάρου.
Η οργάνωσις του ΕΔΕΣ είχε λάβει μεγάλη ανάπτυξι, αλλά μετά την υπό της Ιταλίας κατάληψι της Αλβανίας και κατόπιν εντολής του Πλαστήρα διέκοψε την προς ανατροπήν της δικτατορίας δράσιν της, διά να την επαναρχίση κατά το τέλος του 1941 με σκοπόν πλέον την απελευθέρωσιν της χώρας από τους κατακτητές, Ιταλούς, Γερμανούς και Βουλγάρους.
Το καλοκαίρι του 1942 μέρος του ΕΔΕΣ υπό την ηγεσία του Ζέρβα και Πυρομάγλου, εγκατέλειψε κρυφίως τας Αθήνας και εγκατεστάθη εις την περιοχήν Ηπείρου και Αιτωλοακαρνανίας, όπου άρχισε συνεχή αγώνα κατά των στρατευμάτων των κατακτητών. Εγώ ατυχώς δεν είχα προφθάσει να λάβω μέρος, διότι είχα ήδη φυλακισθή υπό των Ιταλών, όπως και ο αδελφός του Ζέρβα Τάσιος και διάφορα άλλα μέλη της οργανώσεως…..” (Πηγή : ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Λ. Σπαής, Αθήνα,1970.)

Στη φωτογραφία η Αλεξάνδρα Αθανασιάδη, το 4o μέλος του ΕΔΕΣ πριν ακόμη ξεκινήσει ο ένοπλος αγώνας.(Πηγή : https://eoeaedes.blogspot.com/2014/10/blog-post.html?m=1…)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Ο ΙΤΑΛΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ – ΜΑΙΟΣ 1941

————————
“Μετά από ένα μικρό μεταβατικό χρονικό διάστημα γερμανικής διοίκησης, οι Ιταλοί έρχονται στην πόλη της Άρτας. Οι Αρτινοί δεν είχαν για τους Ιταλούς τον ίδιο φόβο όπως με τους Γερμανούς, έτσι δεν ήταν λίγοι οι κάτοικοι που παρακολούθησαν την ομολογουμένως εντυπωσιακή παρέλαση της Ιταλικής φάλαγγας. Επί κεφαλής προχωρούσαν τρίκυκλες μοτοσυκλέτες με επιβάτες βερσαλιέρους, τους γνωστούς μας κοκορόφτερους, και ακολουθούσαν οι Μελανοχίτωνες, ο προσωπικός στρατός του Μουσολίνι….Επί δύο ώρες η παρέλαση συνεχίστηκε αμείωτη : Μηχανοκίνητα, τεθωρακισμένα, μικρά και μεγάλα φορτηγά, ποδηλάτες, πεζικάριοι, μουσικοί, αρτιλιέρηδες αλπίνοι. Την ένδοξη πορεία έκλεισε μια μονάδα έφιππων καραμπινιέρων, οι οποίοι προκάλεσαν εντύπωση με τα ναπολεόντεια καπέλα τους.
Την επόμενη μέρα άρχισαν οι επιτάξεις. Όλα τα δημόσια κτίρια καταλήφθηκαν για να στεγάσουν τις στρατιωτικές υπηρεσίες, ενώ ταυτόχρονα επιτάχτηκαν και ιδιωτικά κτίρια. Η στρατιωτική διοίκηση εγκαταστάθηκε στα κτίρια του Α. Γαρουφαλιά και του Α. Ζάρρα, η στρατιωτική αστυνομία στο κτίριο Καραπάνου, το τελωνείο στο κτίριο του Α. Κεχαγιά, ενώ στην Δημοτική Αγορά και τα καταστήματα κάτω από το σπίτι του Σ. Μιχάλη εγκαταστάθηκε ο εφοδιασμός και το στρατιωτικό ταχυδρομείο. Ο υπόλοιπος στρατός είχε εγκατασταθεί στους δύο στρατώνες, στα Σχολεία ή είχε στρατοπεδεύσει κάτω από τις ελιές στην περιοχή της Κάτω Παναγιάς, στα κτήματα της περιοχής του Τοπ-Αλτί μέχρι τις Κεραμάτες, στο πεδίο των ασκήσεων μέχρι την Γέφυρα Ζούτου, στο Ιμαρέτ, στην Γραμμενίτσα και στην Βλαχέρνα.
Για το έλεγχο των κινήσεων των κατοίκων τοποθετήθηκαν τρεις σταθμοί ελέγχου ( πόστα ντι μπλόκο), ένας στη Γέφυρα της Άρτας, ο άλλος στα διόδια και ο τρίτος, για λίγο μονάχα χρόνο, στο δρόμο προς το Κομμένο.
Η είσοδος και η έξοδος επιτρεπόταν μονάχα με την επίδειξη ταυτότητας, που την εξέδιδε η Ελληνική Χωροφυλακή και την θεωρούσε το Ιταλικό Φρουραρχείο, από τις 6 το πρωί μέχρι τις 8 το βράδυ, ενώ η κυκλοφορία μέσα στην πόλη επιτρεπόταν από τις 6 μέχρι τις 9…..” (Πηγή : Απόσπασμα από το βιβλίο του κ. Κ. Βάγια, Η ΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ Της ΚΑΤΟΧΗΣ, Έκδοση ΣΚΟΥΦΑΣ, Άρτα, 2004)

Στη φωτογραφία : Άποψη της οδού Σκουφά το 1941. Διακρίνεται η είσοδος της στρατιωτικής διοίκησης των Ιταλών στο κτίριο του παλιού ξενοδοχείου ΠΑΝΘΕΟΝ επί της Σκουφά. (Πηγή : Ιταλικό στρατιωτικό αρχείο LUCCE)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

1939, Άρτα…

1939, Άρτα : Από αριστερά : Παναγιώτης Λάκκας ή Λακόπουλος, Βασίλης Κ. Μπανιάς, Θεόδωρος Τζαλοκώστας (Στρατηγός Παλιούρας, σκοτώθηκε στους Μελάτες στις 27 Απριλίου του 1947 με άλλους 11) και Γεώργιος Σκαμπαρδώνης.
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς) 

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε