1953 : Η Νεολαία των Μελισσουργών στην Παναγιά. Όρθιοι ήταν η «παλιά σειρά» του 1930. Στην κάτω σειρά οι Νέοι….. Όλα τα ονόματα στο πρώτο σχόλιο.
(Φωτο από αρχείο Σοφίας Γ. Καραβασίλη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)


1953 : Η Νεολαία των Μελισσουργών στην Παναγιά. Όρθιοι ήταν η «παλιά σειρά» του 1930. Στην κάτω σειρά οι Νέοι….. Όλα τα ονόματα στο πρώτο σχόλιο.
(Φωτο από αρχείο Σοφίας Γ. Καραβασίλη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)


————————
“Ο πρώτος άνθρωπος που επισκέφτηκα
μαζί με τον στρατηγό Ρός,
ήταν ο στρατηγός
Γεώργιος Καραϊσκάκης
από την Άρτα”.
Απόσπασμα από το ημερολόγιο του Κόμη Τζουζέπε Πέκκιο που εξιστορεί τις εντυπώσεις του και τους ανθρώπους που γνώρισε κατά την περιοδεία του στην Ελλάδα από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 1825.
Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο όπου ζούσε, αμέσως με την επιστροφή του εκεί το ίδιο έτος.
Επιτέλους κυκλοφόρησε πάλι στα ελληνικά (πρώτη φορά το 1885), από τις εκδόσεις ‘λαβύρινθος’ σε μετάφραση Θαλή Ν. Καραγιαννοπούλου.
Και συνεχίζει ο Πέκκιο..
(Σημ: η συνάντηση έγινε στην Τρίπολη).
Καιγόμουν από περιέργεια να γνωρίσω αυτούς τους σκληροτράχηλους ορεσίβειους που αντί να μένουν με τους τούρκους, προτιμούσαν να μένουν με τα άγρια θηρία στη μοναξιά τους και στις καρδιές των βουνών.
Εμενε σε ένα ταπεινό κατάλυμα πέρα από την πύλη του Άργους.
..…….………………………………………..
Το δωμάτιο ήταν γεμάτο από στρατιώτες που κάποιοι από αυτούς δεν εγκατέλειπαν ποτέ τον αρχηγό τους ακολουθώντας τον παντού.
Ο Καραϊσκάκης ήταν επαγγελματίας κλέφτης πριν από την επανάσταση.
Ήταν μετρίου αναστήματος στεγνός στην όψη, με δαιμόνια έκφραση και πολύ ετοιμόλογος στις απαντήσεις του.
……………………………………………………..
Ο οικοδεσπότης μας με έναν αέρα ειρωνίας και με μεγάλη επιδεξιότητα, έκανε μία επίδειξη της ευγλωττίας του πάνω στα πιό ευαίσθητα σημεία.
…………………………………………………….
Παρατηρήσεις:
Ο Πέκκιο δεν πήγε για συνέντευξη όπως λανθασμένα πιστεύαμε μέχρι τώρα.
Στην Τρίπολη πήγε συνοδευόμενος από τον Γάλλο φιλέλληνα στρατηγό Ρός που γνώριζε ελληνικά και έκανε τις μεταφράσεις, στο πλαίσιο ταξιδιού του προς το Ναυαρίνο για να γνωρίσει τον ναύαρχο Κουντουριώτη που ήταν ο πρόεδρος της κυβερνήσεως.
Έμαθε πως βρίσκονται στην Τρίπολη προσωπικότητες του αγώνα και θέλησε να τους γνωρίσει.
Εκεί γνώρισε τον Δημήτριο Υψηλάντη και τον Κώστα Μπότσαρη.
Η αναφορά του για τον Καραϊσκάκη ως Αρτινό και ορεσίβιο ήταν από πληροφορίες που του έδωσαν προφανώς ο στρατηγός Ξύδης που τον προϋπάντησε ως αρχηγός της φρουράς και ο οποίος τον φιλοξένησε κιόλας αλλά και ο Δημήτριος Υψηλάντης τον οποίον επισκέφτηκε νωρίτερα.
Άρα είναι προφανές πως όλοι εκείνη την εποχή, γνώριζαν τον Καραϊσκάκη ως Αρτινό και βουνίσιο .
Δηλαδή, όλοι ήξεραν πως ήταν Σκουληκαρίτης.
Αφού δημοσιεύτηκε αμέσως την ίδια χρονιά αυτή η πληροφορία για την καταγωγή του, σημαίνει πως ήταν αληθινή.
Αλλιώς, ο ίδιος που ακόμα ζούσε, θα φρόντιζε να την διαψεύσει.
Και μην πεί κανείς πως ο Καραϊσκάκης δεν ήξερε Αγγλικά.
Ήξεραν πολλοί άλλοι Έλληνες που στελέχωναν το φιλελληνικό κομιτάτο του Λονδίνου οι οποίοι ενήργησαν για το πρώτο δάνειο της Αγγλίας και παρακολουθούσαν πολύ στενά ότι γράφονταν και ότι λέγονταν στην Αγγλία.
Προφανώς, και αυτοί γνώριζαν την καταγωγή του Καραϊσκάκη και δεν βρήκαν τίποτα το μεμπτόν στο ημερολόγιό του.
(Ευχαριστούμε τον κ. Δημήτρη Κραμπή (@Δημήτρης Κραμπής) για τον σχολιασμό…..

——————–
“Τα βασικά προβλήματα πού απασχολούσαν τούς κατοίκους τής πόλης μας κατά την διάρκεια τού πρώτου καλοκαιριού τής κατοχής, ήταν ή επισκευή τών σπιτιών τους καί ή εξασφάλιση τροφίμων. Καί τότε ό πληθυσμός χωρίστηκε σέ δυό κατηγορίες. Στήν πρώτη — τών εχόντων —ανήκαν οί κτηματίες πού φύτεψαν τά κτήματά τους μέ καλαμπόκι καί εξασφάλισαν έτσι τό ψωμί του σπιτιού τους καί ταυτόχρονα καί μέσο ανταλλαγής καί οί έμποροι πού είχαν αποθέματα εμπορευμάτων πού κρυφά τά αντάλλασσαν μέ τρόφιμα καί στήν δεύτερη — τών μή έχόντων — ανήκαν οί δημόσιοι υπάλληλοι, οί συνταξιούχοι καί οί έργάτες. Ο πληθωρισμός προχωρούσε μέ ραγδαίο ρυθμό μιά καί οί Ιταλοί είχαν εκδόσει δικό τους νόμισμα γιά χρήση τών στρατευμάτων τους, πού είχε τήν ίδια αγοραστική δύναμη μέ τό Ελληνικό, καί μέ τόν τρόπο αυτόν εξασφάλιζαν τήν ανέξοδη διατροφή τού στρατού τους σέ βάρος τού υπόδουλου πληθυσμού. Ή έντονη παρουσία τής Ιταλικής κατοχής εκδηλώνονταν κάθε απόγευμα μέ τό κατέβασμα τής Ιταλικής σημαίας άπό τό φρουραρχείο. Λόχος Βερσαλιέρων απέδιδε τιμές, ενώ μόλις ή σάλπιγγα ηχούσε «προσοχή» όλοι όσοι περπατούσαν στήν οδό Σκουφά, τήν ώρα εκείνη, έπρεπε νά σταθούν προσοχή, άν δέν ήθελαν νά κακοποιηθούν από τούς μελανοχίτωνες πού στέκονταν σέ κάθε γωνιά του δρόμου. Από τά μέσα τού καλοκαιριού τού 41 άρχισαν νά έρχονται στήν πόλη μας καί νέοι κάτοικοι. Οί περισσότεροι ήταν αξιωματικοί τού Ελληνικού Στρατού πού είχαν αποστρατευτεί καί κατάγονταν από τήν Άρτα ή είχαν γυναίκες αρτινιές ή δημόσιοι υπάλληλοι, ακόμα καί δικαστικοί, πού πέτυχαν μετάθεση στήν Άρτα , μέ τήν ελπίδα ότι κοντά στούς συγγενείς τους θά βρίσκαν βοήθεια γιά νά λύσουν τό πρόβλημα τού επισιτισμού τών οικογενειών τους. Η παρουσία τών νέων αύτών κατοίκων έκανε ακόμα πιό δύσκολο τό πρόβλημα τής στέγης, πού ήταν ήδη οξύ υστέρα από τούς βομβαρδισμούς. Έτσι πέρασε τό καλοκαίρι καί ήρθε τό φθινόπωρο καί μαζί μέ αυτό καί ή μεγάλη πείνα. Μάταια, οί, κάτω άπό Ιταλικό έλεγχο, Ελληνικές αρχές, προσπαθούσαν μέ τό παρακράτημα τού 10% στά αγροτικά προϊόντα, νά σχηματίσουν αποθέματα γιά τήν δημιουργία συσσιτίων γιά τούς μαθητές καί τούς υπαλλήλους. Οί παραγωγοί μηχανεύονταν χιλιάδες τρόπους γιά νά καταστρατηγήσουν τίς σχετικές διατάξεις καί νά κρύψουν τά τρόφιμα, μιά καί ή ύπαρξη τροφίμων στίς αποθήκες τους τούς εξασφάλιζαν τά μέσα γιά τήν διαβίωσή τούς. Οί Αρτινοί πού δέν είχαν κτήματα υποχρεώθηκαν νά καταφύγουν στά χωριά καί νά αγοράζουν, όσο-όσο, ότι τρόφιμο βρίσκαν. Αλλά τά χρήματα δέν είχαν πιά καμμιά αξία καί έτσι υποχρεώθηκαν νά κάνουν ανταλλαγή είδος μέ είδος. Πολλές οικογένειες αντάλλαξαν τά κοσμήματά τους αντί πινακίου φακής, ενώ άλλες αναγκάστηκαν νά πουλήσουν αστικά ακίνητα γιά νά ζήσουν. Αλλά δέν αντιμετώπιζαν τό φάσμα τής πείνας μονάχα οί Αρτινοί. Χιλιάδες κάτοικοι τών γύρω πόλεων ήρθαν στόν κάμπο τής Άρτας καί πρόσφεραν ότι είχαν καί δέν είχαν γιά λίγο καλαμπόκι. Προίκες, έπιπλα, ρούχα επίσημα, ανταλλάχτηκαν μέ τρόφιμα, τρόφιμα πού ήταν δύσκολο νά μεταφερθούν. Γιατί εκτός από τήν διαταγή ότι απαγορεύονταν ή εξαγωγή από τήν Άρτα τροφίμων βάρους περισσότερο από 5 οκάδες καί τά μεταφορικά μέσα ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Τά κινούμενα μέ αέριο αυτοκίνητα (γκαζοζέν) ήταν ελάχιστα, ενώ, σπάνια, βρίσκονταν ζώα, γιά νά κινήσουν τά κάρα. Μοναδικό μέσο μεταφοράς σέ μεγάλες αποστάσεις ήταν ή αουτοκοριέρα, πού περνούσε δυό φορές τήν εβδομάδα από τήν πόλη μας καί σταματούσε γιά λίγο στόν σταθμό ελέγχου τών διοδίων. Η αυτοκοριέρα ήταν μιά φάλαγγα στρατιωτικών αυτοκινήτων πού ξεκινούσε από τά Τίρανα, σταματούσε στήν Αυλώνα καί τά Γιάννενα καί έφθανε στήν Αθήνα μεταφέροντας υλικά γιά τά Ιταλικά στρατεύματα κατοχής. Η μεταφορά ιδιωτών καί εμπορευμάτων μέ τά αυτοκίνητα αυτά ήταν απαγορευμένη, όμως παρά τήν απαγόρευση αυτή, πολλές φορές οί Ιταλοί στρατιώτες πού τήν συνόδευαν, επέτρεπαν τήν επιβίβαση καί Ελλήνων στά αυτοκίνητα αυτά, όχι βέβαια χωρίς αντάλλαγμα. Οί άνθρωποι πού είχαν έρθει από τίς άλλες πόλεις γιά νά αγοράσουν τρόφιμα από τόν κάμπο τής Άρτας, τρόφιμα πού δέν είχαν μέσο νά τά μεταφέρουν στόν τόπο τους, περίμεναν ολόκληρες μέρες καί νύκτες γύρω από τά πόστα ντι μπλόκο, προσφέροντας τό παν γιά νά τούς επιτραπεί ή επιβίβαση στά Ιταλικά αυτοκίνητα.” (Πηγή : Άρθρο του Στράτου Πατσαλιά στο περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, Τόμος Ζ’, τχ. 64-65, Ιούνιος 1983)
Στη φωτογραφία “1941 – Μεικτό Δημοτικό Σχολείο Κομποτίου. Η δασκάλα Ειρηνούλα Παπαπέτρου, σύζυγος του δασκάλου Βασιλείου Τζουμάκα, διανέμει συσσίτιο στους μαθητές, στο πρώτο έτος Κατοχής από τους Γερμανοιταλούς (Πηγή : “Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ 1881-1941”, Κ. Τσιλιγιάννης, AΘΗΝΑ, 2013)

Ο Γεώργιος Ζέρβας, Μαιευτήρας- Γυναικολόγος, Επίατρος (Τ/ρχης) Εφέδρων ( αργότερα διατηρούσε την φημισμένη μαιευτική κλινική στην Άρτα ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ) και ο Χριστόφορος Τσαντούλας από τον Ωρωπό Πρεβέζης, Λοχαγός (Ιατρός) Εφέδρων, Υγιεινολόγος. Ο συγκεκριμένος είχε φέρει το 1929 από το Παρίσι τα ψαράκια «Γκαμπούδας» το οποία έριξε στο Βάλτο της περιοχής για να τρώνε τις προνύμφες κουνουπιών.
(Φωτο από αρχείο Ανδρέα Γ. Ζέρβα – Πληροφορίες και παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

“….Αύτη η Μονή ωκοδομήθη, εν έτει Α.Κ.Κ.6730, ήτοι Α.Χ. 1212 υπό τινος Αρχιεπισκόπου Γρηγορίου, εντός βαθέως μονολίθου σπηλαίου αξίου όντος επισκέψεως και παρατηρήσεως, ης η μικρά μεν αλλά λίαν κανονική και ωραία Εκκλησία, λατομηθείσης της πέτρας κανωνικώτατα, φαίνεται ότι ιδίως εκτίσθη υπό κτιστών. Έξω δε αυτής προς το αριστερόν μέρος υπάρχει πύλη τις, ήτις περικλείει βαθύτατον σπήλαιον, εις όπερ προ τινων ετών, η ο εν Πρεβέζης πρόξενος της Αγγλίας κ. Σάνδερ, ή ο εν Ιωαννίνοις κ. Στούαρτ, εις δηλονότι εκ των δύω, ακολουθήσας την προς τον Θησέως συμβουλήν της Αριάδνης εισήλθε περιπατήσας εν φωτί λαμπάδος ώρας τινάς, αλλά μη ευρών τέρμα του σπηλαίου και φοβηθείς επέστρεψε, τη βοηθεία του μίτου, όθεν εισήλθε. Γνωστοί ηγούμενοι αυτής εισίν, ο κτήτωρ Αγάπιος, Αρχιερεύς Γρηγόριος, Χρύσανθος, Διονύσιος, Αβέρκιος, Ιωαννίκιος, Δανιήλ, Καλλίνικος, Συμεών και ο ήδη Χρύσανθος Χουλιάρας….…..” (Πηγή : ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ του Σεραφείμ Ξενόπουλου του Βυζαντίου, Εν Αθήναις, 1884)
Στη φωτογραφία “Η Μονή Κηπίνας κοντά στους Χρστούς. Το ναίδριο της μονής καταλαμβάνει επίμηκες σπήλαιο που ανοίγεται σε ορθοπλαγιά -1960ς” ( Φωτο & σχόλιο από το φωτογραφικό αρχείο του Απόστολου Βερτόδουλου, Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννινα, 1995)

“Απέναντι του προς άρκτον ποταμίσκου των Καλαρρυτών, εν τω μέσω κρημνώδους όρους επί εδάφους Τουρκικού, υπάρχει αρχαία Ιερά Μονή της Θεοτόκου, Κηπίνα καλουμένη, εν ή εισέρχεται ο οδηπόρος διά τινος κινητής γεφύρας, επί μεγίστου χάσματος κειμένης, ήτις ξύλινος ούσα, εν καιρώ ανάγκης , δι’ εσωτερικής μηχανής, αίρεται διό και λίαν απόρθητος εστίν…..”
(Πηγή : ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ του Σεραφείμ Ξενόπουλου του Βυζαντίου, Εν Αθήναις, 1884)
Στη φωτογραφία “Βαδίζοντας προς τη Μονή Κηπίνας -1960ς” (Από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, φωτογραφικό αρχείο του Απόστολου Βερτόδουλου, Γιάννινα, 1995)

“Ο πανηγυρισμός του Δεκαπενταύγουστου συνεχίζεται και την επομένην, εορτήν του Αγίου Μανδηλίου, του εικονίζοντος το πρόσωπον του Ιησού. Εάν όμως η μεθεπομένη -17η Αυγούστου- συμπέση εις ημέραν Κυριακήν, ο πανηγυρισμός παρατείνεται εις τριήμερον.
Κατά την 16ην Αυγούστου ο εκκλησιασμός γίνεται πανδήμως, εν τω ιερώ ναώ Αγίου Νικολάου, πολιούχου του χωρίου, μετά πάσης επιδείξεως και αίγλης. Ενδιαμέσω της ακολουθίας του Όρθρου και της λειτουργίας τελείται η Αρτοκλασία εις ανάμνησιν του δια του χορτασμού των πεντακισχιλίων θαύματος του Σωτήρος, εις υγείαν δε και ευημερίαν των κατοίκων του χωρίου. Οι εν κανίστρω – επί τραπέζης τοποθετημένης εν τω μέσω του ναού – πέντε μεγάλοι άρτοι, οίνος και έλαιον, ευλογούνται κατά τους κανόνας της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, υπό των συλλειτουργούντων ιερέων, οίτινες λειγούσης της ιεράς ταύτης τελετής επανέρχονται διά της Ωραίας Πύλης εις το Ιερόν ψάλλοντες το «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού».
Κατά το μέσον της θείας λειτουργίας και αμέσως μετά την διά της μεγάλης εισόδου εκφοράν των Αγίων Δώρων αναγινώσκονται υπό του ιερέως -από της Ωραίας Πύλης- τα ονόματα των ελεοθετών υπέρ αγαθοεργημάτων του χωρίου………
Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας και την εκ της Εκκλησίας απόλυσιν ο λαός εκχύνεται ανά τα καταστήματα της αγοράς και το χωρίον. Η ευθυμία και διασκέδασις εν παντί, υπερβαίνει την της χθεσινής, υπό τον αυτόν πάντοτε ρυθμόν και τάξιν. Κατά την συνήθη όμως 5ην μεταμεσημβρινήν ώραν, άπαντες οι κάτοικοι ευρίσκονται εις το έτερον χοροστάσι, έχουσιν ήδη καταλάβη το επικλινές αμφιθεατρικόν μέρος, της άνω πλατείας «Κάμπος». Θέαμα γραφικώτατον. Ο παλλαϊκός κυκλικός χορός – ως και χθες- υπό τους ήχους των οργάνων κατ’ αρχάς, κατόπιν δε συνοδεία ασμάτων. Εύρυθμοι και ζωηρότεραι κινήσεις διακρίνουσιν αυτόν σήμερον. Αναπτυσσόμενος εις αναδιπλώσεις ελίσσεται εις το πάτριον «διπλοκάγκελο», η δε αντήχησις του τραγουδιού εις τα πέριξ βουνά και εδάφη προσδίδει χροιάν ρωμαντικήν. Και συνεχίζεται υφ’ όλων, υπό την οδηγίαν του κορυφαίου σύροντος, σεβαστού και ευυπόληπτου προσώπου, με το απαραίτητον επιχώριον τραγούδι « Τώρα κι’ ήλιος έγειρε, κι’ ο σταυραετός κουρνιάζει……..»
Ότε αφ’ ου μετά ελιγμούς (δίπλες και στεφογυρίσματα) επαναφερθή εις τον απλούν κυκλικόν χορόν, διά συριγμών δίδεται το σύνθημα της διαλύσεώς του. Σφυρίγματα- πανδαιμόνιον. Κατόπιν επακολουθούν συγκροτήματα μικροτέρων κυκλικών χορών, ανδρών και γυναικών, υπό την ανάκρουσιν οργάνων ή την συμφωνίαν αρμονικών, τον ρυθμόν κανονιζόντων ασμάτων και υπό τον θαυμασμόν των κύκλω ισταμένων παρατηρητών. Εκ των κατά την ώραν ταύτην χορευομένων είναι και ο διπλούς συμπτυσσόμενος και αναπτυσσόμενος εν είδει «Τράτας» χορός, ο λεγόμενος «Γαιτανάκι» (όχι το αποκριάτικον) μετά πολλής ζωής, ρυθμού και χάριτος τελούμενος.
Το επερχόμενον σκότος διαλύει και τους μερικούς τούτους χορούς υπό τας αμοιβαίας ευχάς «και του χρόνου με υγεία και καλύτερα», αλλ’ η συνέχεια της διασκεδάσεως μεταφέρεται εις τας συνοικίας, από των οποίων – και μέχρι βαθείας νυκτός – αντηχούν, ευφραίνοντα την ακοήν, άσματα νεανίδων.
Ούτω λήγει η ωραία αύτη ποιητική και υπό πάσαν έποψιν αναψυχής ευχάριστος πανήγυρις, αφίνουσα ανεξιτήλουςτας ωραιοτέρας των εντυπώσεων και αναμνήσεων.”
(Πηγή : ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ, Ν. Παπακώστα, Αθήναι, 1967)
Στη φωτογραφία “Χωριανοί και ξένοι στο επικλινές, αμφιθεατρικό μέρος της άνω πλατείας των Μελισσουργών Κάμπος, παρακολουθούν τα δρώμενα – Δεκατία του ‘60”. (Φωτο από αρχείο Ε.Κ.)

“Η πρωία της 15ης Αυγούστου ευρίσκει όλους τους κατοίκους επί ποδός. Λαμπροφορούντες ούτοι, συν γυναιξί και τέκνοις, προσέρχονται εις τη εκκλησίαν, ότε και, μετά την λήξιν της θείας λειτουργίας, παρακολουθούσιν ή μετέχουσι της εν τη πλατεία διασκεδάσεως. Αλλ’ η -κάτω αυτή – συνοικία ενεργητικώτερον συμπανηγυρίζει. Καθήκον εις πολλούς επιβάλλει και την εις φιλικάς ή συγγενικάς οικογενείας επίσκεψιν, ίνα χαιρετίζοντες αυτάς ευχηθώσι την επί « έτη πολλά» υγείαν και ευτυχίαν. Συνήθως δε οι νέοι καθ΄ομάδας προσερχόμενοι ευρίσκουσι φιλικωτάτην υποδοχήν και φιλόφρονα περιποίησιν : τράπεζα μεστή προκλητικών εδεσμάτων, πρόχειρα γλυκά εις τεμάχια, χυμονικό, πεπόνι, μεζέδες από κοκορέτσι, σπληνάντερο και κρέας ψητό, ποτήρια ρακής και οίνου άπαντα εις την διάθεσίν των. Αποχαιρετίζοντες δε, σκόπιμον κρίνουσι να χορεύωσι προς στιγμήν ελληνικόν χορόν «με τραγούδι» ή τη συμφωνία οργάνων, εάν έχωσιν. Σπεύδουσι να περατώσωσι τας απαραιτήτους επισκέψεις, διότι έτερον καθήκον καλεί αυτούς. Οφείλουσι να περιποιηθώσι τους εκ γειτονικών χωρίων ελθόντας να μετάσχωσι του πανηγυρισμού.
Οι δε ευπορούντες και δυνάμενοι περισσοτέρους να φιλοξενήσωσι πανηγυριστάς, καλούσι και την -μόνην ενίοτε- ομάδα μουσικών οργάνων, υπό την ηθικήν όμως υποχρέωσιν, ίνα, κατά την ώραν ενάρξεως του πανδήμου χορού, ευρίσκωνται ταύτα – διαθέσιμα πλέον εις το κοινόν – εις την πλατείαν όπου και το «χοροστάσι» και τούτο προς αποφυγήν ανωμάλου εξελίξεως της πανηγύρεως.
Όθεν αι πανηγυρίζουσαι οικογένειαι φθάνουσι κατά την συνήθη (5η μ.μ.) ώραν αποτελούσι ούτως ειπείν, τον πυρήνα του χορού, όστις τη βαθμιαία συμμετοχή και άλλων, ανδρών και γυναικών ( αι γυναίκες λαμβάνουσι θέσιν εις το τέλος, άπαντες άνευ επαφής χειρός κρατούνται δια μανδηλίων, κατά δε τους ελιγμούς αποσύρονται), εξελίσσεται εις τον μέγαν κυκλικόν χορόν, τη συνοδεία πάντοτε μουσικών οργάνων.
Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, άπαντες οι κάτοικοι , καταλαβόντες το περιθώριον της πλατείας, μετ’ ενδιαφέροντος παρακολουθούσι τους χορεύοντας. Ο εκάστοτε αριθμός των μετεχόντων εγγίζει τους 150, το θέαμα είναι εξαιρετικόν, χάρμα ιδέσθαι! Υπερεκατόν, εν συνεχεία ευσταλείς φουστανελλοφόροι με τας ωραίας αυτών ελληνικάς ενδυμασίας, με τας χιονολεύκους φουστανέλλας εις εκάστην ρυθμικήν και με χάριν γινομένην κίνησιν του χορού παρουσιάζουσιν ευχάριστον θέαμα, θέαμα λευκάζοντος αφρού, ελαφρώς κυματιζούσης θαλάσσης.
Ο πρώτος σύρας και περατώσας τον χορόν δεν αποχωρεί, αλλά παραχωρών εις τον δεύτερον την θέσιν του, ως είθισται, καταλαμβάνει την προ του τελευταίου θέσιν. Και τούτο διότι ως τελευταίος προτιμάται άκρως ευυπόληπτον πρόσωπον, ίνα, μετά θάρρους και άνευ συστολής προσερχόμεναι, μετέχωσι του χορού και αι γυναίκες. Ολίγον προ του τερματισμού, αποσυρομένων των μουσικών οργάνων, ο χορός εξακολουθεί με δημώδη άσματα, προσδίδοντα και κανονίζοντα την ευρυθμίαν εις τους απ’ άκρου εις άκρον συνοδεύοντας ταύτα χορευτάς, οίτινες – του πρώτου οδηγούντος- κυκλούντες άμα εις ελιγμούς μεταβάλλουσι τον απλούν κυκλικόν χορόν εις το επιχώριο «διπλοκάγκελλο».
Τούτον μετά ημισείαν περίπου ώραν διαλυθέντα, διαδέχονται συγκροτήματα μικρότερων κυκλικών , ανδρών και γυναικών, χορευόντων υπό την ανάκρουσιν μουσικών οργάνων, και νεανίδων χορευουσών συνωδία επιχωρίων, κατά πάντα επιχαρίτων ρυθμικών ασμάτων. Αλλ’ η διάρκεια αυτών παρατείνεται, εφ’ όσον η μέριμνα διά την κατ’ οίκον φιλοξενίαν και περιποίησιν των ξένων επιτρέπει, άμα δε και η διά την επομένην ημέραν του πανηγυρισμού συνέχεια…..”
(Πηγή : ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ, Ν. Παπακώστα, Αθήναι, 1967)
Στη φωτογραφία “Καγκελάρι στους Μελισσουργούς στις αρχές της δεκαετίας του ’50 (;)” (Φωτο από αρχείο Ε.Κ.)

“Γλυκείς ήχοι δονούσι την ατμόσφαιραν, γνώριμοι εις όλους τους κατοίκους του χωριού. Είναι ώρα 4η της 14ης Αυγούστου. Η καμπάνα της Παναγιάς καλεί τους πιστούς εις τον εσπερινόν, εις προσευχήν. Καλεί τους πάντας να μετάσχωσι και της χαράς να πανηγυρίσωσιν επί τη αυριανή εορτή Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Μικροί, μεγάλοι σπεύδουν. Νεάνιδες όμως από πρωίας είχον επιδοθή εις γενικήν καθαρειότητα του ναού, των εικόνων, μανουαλίων, πολυελαίων κτλ., ιδία δε εις τον στολισμόν της θαυματουργού εικόνος της. Εκεί εις την απέραντον και ρομαντικήν πλατείαν, υπό την δροσεράν σκιάν του άλσους, των αιωνοβίων πρίνων, της υψιλοκόρμου καρυάς και των ευσκιοφύλλων πλατάνων, λίαν ενωρίς οι καφεποτοπώλαι είχον εγκαταστήση τα υπαίθρια, προσωρινά αυτών καταστήματα. Τράπεζαι και ανάλογα καθίσματα ανέμενον τους πανηγυριστάς, οργανοπαίκται δε εγχωρίων μουσικών οργάνων υποτονθορίζοντες γαργαλιστικούς σκοπούς δημωδών ασμάτων και ελληνικών χορών ερευνητικόν έρριπτον βλέμμα προς τους συγκεντρούμενους νέους. Αλλά και οι κρεοπώλαι εκ παραλλήλου είχον εκθέση – από των δένδρων κρεμάμενα – κρέατα διαφόρου ηλικίας και φύλου προβάτων και τράγων, λίαν προκλητικά και δη μετά δεκατετραήμερον αυστηράν -ενίοτε- νηστείαν. Πρόθυμοι και αυτοί ίνα προμηθεύσωσιν εις τους πελάτας τα δια το αρτύσιμον φαγητόν των οικογενειών των απαραίτητα.
Οι κάτοικοι επί τη εις προσευχήν άμα και πανηγυρισμόν προσκλήσεως, ο εις μετά τον άλλον, ως από συνθήματος συγκεντρούνται, εισέρχονται εις την Εκκλησίαν, τινές δε και χάριν αναψυχής κατευθύνονται προς την πλατείαν της Παναγίας. Οι παρακολουθήσαντες τον εσπερινόν και μετασχόντες της προ την Παναγίαν ψαλλείσης παρακλήσεως, μάλλον ηυχαριστημένοι επί τη εκλπηρώσει και του θρησκευτικού αυτών καθήκοντος, εξέρχονται. Συναντώνται μετά φίλων και συγγενών, φιλοφρόνως χαιρετίζουσι “ξένους“, τους εκ γειτονικών χωρίων ελθόντας επισκέπτας, συνδιαλέγονται, περιπατούσι μετ’ αυτών ή κάθηνται ευχαρίστως αποθαυμάζοντες τους νεώτερους, χορεύοντας και σκορπίζοντας χαράν και ευθυμίαν. Το επερχόμενον σκότος υπενθυμίζει εις πάντας την εις την οικίαν των επάνοδον και την μέριμναν ετοιμασίας διά την επομένην……” (Πηγή : ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ, Ν. Παπακώστα, Αθήναι, 1967)
Στη φωτογραφία : 15η Αυγούστου 1954 – Οι νεαροί Ευέλπιδες Δημ. Κ. Ρίζος, Ξεν. Β. Χαρίσης και οι Χρ. Ζουμπούλης, Σταθ. Χαρίσης, Δημ. Παπαγιάννης, και Κ. Χαρίσης. (Φωτο από αρχείο Δ. Κ. Ρίζου, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Σέρνει το χορό ο γιατρός Χρ. Κομπορόζος κι ακολουθούν ο νομάρχης Άρτης Π. Βασιλάκης, ο δικηγόρος Δ. Καρατζένης, ο γιατρός Ι. Τσιρογιάννης. Μπροστά σέρνει το χορό η Κική Κοτσαρίδα και ακολουθεί η Αγνή Κομπορόζου.(Πηγή : ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ ΑΡΤΑΣ, Ρ.Γ. Σκουτέλας, Αθήνα, 2006)
