Χωρίον Σκούπα περιέχον οικ 84 περίπου, εκκλησιαζομένας εις τρεις Ιεράς Εκκλησίας, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του αγίου Γεωργίου και αγίου Νικολάου. Εντός του περιβόλου του ναού της Θεοτόκου υπάρχει και το κοιμητήριον μετά Ναΐσκου τινος εις τιμήν του Αναργύρου Τρύφωνος. Εν τοις ναοίς τούτοις εφημερεύουσι δύω εντόπιοι Ιερείς, υπάρχει δε εν τω χωρίω τούτω και κοινόν σχολείον. (Από ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ, Σεραφείμ Βυζάντιος, Αθήνα, 1884)
Στη φωτογραφία το παλιό ραφτάδικο του Αλέξη και της Ευτυχίας Κατσιάνα στη Σκούπα (Φωτο από Μικρό Φιλολογικό Ιστολόγιο του Π. Μυλωνά)
2ο ΜΕΡΟΣ : Από Πλάκα εις Ιωάννινα και Καλαρρύτας Από του χωρίου Βρονδόν η οδός διακλαδούται εις δύο, και ο μεν Β.Δ. κλάδος ανερχόμενος αποτόμως το όρος Πλάκα κατέρχεται πάλιν προς το χωρίον Καλέντζι μετά 4 ώρας από του χωρίου Βρονδού. Αυτόθεν διερχόμενος δυτικώς του χωρίου Φορτέσι (400 ΄Έλλ. κάτ.) και δια του χωρίου Νέστωρα (200 Έλλ. κάτ.) φθάνει μετά 5 ωρών άνοδον και κάθοδον εις το χωρίον Κουτσουλιόν, αφού προηγουμένως διέλθει ανατολικώς του παρακειμένου χωρίου, Μαχαλά Γουρίτσα…………….. Ο έτερος κλάδος της οδού από Βρονδόν έχει Β.Α. διεύθυνσιν και κατερχόμενος ελικοειδώς μέχρι του ποταμού της Άρτης διέρχεται επί λιθοκτίστου γεφύρας εις την απέναντι δεξιάν όχθη. Εκείθεν το έδαφος είναι διακεκομένον και κατάφυτον από άγρια δένδρα. Μετά 2 ώρας από του χωρίου Βρονδόν διέρχεται διά του χωρίου Κουρσοβίτσα (250 Έλλ. κάτ.). Ανατολικώς του τελευταίου τούτου τμήματος της οδού βρίσκεται το χωρίον Άγναντα (1000 Έλλ. κάτ.). Από το χωρίον Κουρσοβίτσα η οδός διερχομένη εις απόστασιν τινα δυτικώς του χωρίου Πράμαντα (2000 Έλλ. κάτ. και 1 ώραν πέραν της Κουρσοβίτσης) διευθύνεται προς βορράν και μετά 4 ώρας λήγει εις Καλαρρύτας (1300 Έλλ. κάτ). (ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ , Επιτελικό Γραφείο Υπουργείου Στρατιωτικών, Αθήνα, 1880).
Στη φωτογραφία ο Άραχθος και η γέφυρα της Πλάκας (Φωτο από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Α. Βερτόδουλος, Γιάννινα, 1995)
ΑΜΦΙΛΟΧΟΣ, 1929 : Μπορεί ο θρυλικός Αμφίλοχος να ήταν ομάδα της Αμφιλοχίας, διέθετε όμως αρκετούς παίκτες από τα Τζουμέρκα. Π. Παπαζέκος. Ζ. Σβέτσας, Βασιλ. Τσούνης (από Θεοδώριανα – Παναμβρακικός), Θ. Πατσόπουλος, Γ. Ανδριανός, Ι. Στράτος (1ος Γκολκήπερ του Παναμβρακικού 1929-31), Γ. Τσικνιάς, …Σβέτσας, Δ. Γκανιάτσας, Ν. Ευαγγελίου, Δ. Καμινάρης, Ν. Μάσας, Ν. Τρομπούκης (από Καταρράκτη), Χ. Σωτηρίου (είχε αργότερα το πρακτορείο του ΚΤΕΛ Άρτα-Αθήνα στο Μεταξουργείο) (Φωτο από αρχείο Βασίλη Τσούνη, έρευνα Κ. Μπανιάς)
1935 : 1ο Γυμνάσιο Άρτας. Δεξιά διακρίνεται ο καθηγητής Απόστολος Σέρρης – Μαθηματικός και αριστερά ο Χρήστος Λαμπράκης – Φιλόλογος. ‘Όλα τα ονόματα των μαθητών στο πρώτο σχόλιο, ανάμεσά τους και πολλά γνώριμα ( Φώτο και έρευνα Κ. Μπανιάς)
Μεθαύριο το Σάββατο έχουμε του Λαζάρου. Τον λέει και φτωχολάζαρο ο λαός μας, μ’ έναν τόνο ξεχωριστής συμπάθειας και στοργής. Είναι ο ταπεινός φίλος που αξιώθηκε ν’ ακούσει απ’ το στόμα του Χριστού, μες στη νύχτα του τάφου του «ζωντανός, σαβανωμένος –και με το κερί ζωσμένος», το χαρμόσυνο λόγο του, το αναστάσιμο μήνυμα: Δεύρο έξω, Λάζαρέ μου, φίλε και αγαπητέ μου! Είναι ένα πρόσωπο που, όπως τα περισσότερα του Ευαγγελίου, βρίσκεται πολύ κοντά στο λαό και στην ψυχή του. Συμβολίζει τη φτώχια του, την πατροπαράδοτη λιτότητά του, αλλά μαζί και τον πλούτο των αισθημάτων του, την εγκάρδια πρώτα πρώτα φιλοξενία του. Γι’ αυτό και τον αγαπούν πολύ το Λάζαρο και τον γιορτάζουν, ιδιαίτερα τα παιδιά. Με την ημέρα της μνήμης του συνδέεται ένα από τα ωραιότερα και ποιητικότερα έθιμά τους. Πολύ πριν φτάσουμε σ’ αυτή την εβδομάδα, τα χωριατόπουλα, εκείνα που βρίσκονται στην ηλικία του σκολιού, δηλαδή από εφτά ως δεκαπέντε χρονών, μπαίνουν σε μεγάλη κίνηση και έγνοια. Ετοιμάζονται για το Λάζαρο. Συγκροτούν διαβούλια, προβαίνουν σε βολιδοσκοπήσεις, καταρτίζουν τους συνδυασμούς των, τις ομάδες περιοδείας που στη γλώσσα τους λέγονται «μάγκες». Την πρωτοβουλία την έχουν πάντα οι μεγαλύτεροι, αυτοί που διαθέτουν δύναμη και επιρροή αλλά και πείρα απ’ τις προηγούμενες φορές. Κοντά σ’ αυτούς προσκολλούνται, σαν υπασπιστές, σα βοηθοί τους, οι μικρότεροι. Κάθε ομάδα έχει τον αρχηγό της, τον πιο άφοβο ας πούμε, αλλά δίπλα του κι έναν άλλο για σύμβουλο, σαν επιτελή του. Καμιά φορά διοικεί και τριανδρία. Οι υπόλοιποι δεν έχουν γνώμη, είναι για να πλαισιώνουν το αρχηγείο και να βαστούν το καλάθι, ξαλλάζοντάς το εννοείται, στις ατέλειωτες ώρες που βαστάει η περιοδεία. –Θα με πάρετε κι εμένα; ζητούν παρακαλεστικά οι πιτσιρίκοι τους πιο τρανούς. –Θα ιδούμε, ακόμα δεν αποφασίσαμε, τους απαντούν με υπεκφυγές. Υπάρχουν και παρέες που καταρτίζονται μυστικά, χωρίς ν’ ανακοινωθεί η σύνθεσή τους, έτσι για να αιφνιδιάσουν τις αντίζηλες ομάδες, τους ανταγωνιστές των. Αλλά οι περισσότεροι σχηματίζουν μια κανονική εταιρία, ανάλογα με τους φιλικούς δεσμούς και τα συμφέροντά τους. Σ’ αυτή την εταιρία άλλος προσφέρει την παλικαριά του –απέναντι των σκυλιών, στην περίπτωσή μας–, άλλος τις συγγενικές γνωριμίες του, άλλος την ηχηρή, έστω και φάλτσα φωνή του, άλλος δανείζει κυπριά και κουδούνια, όπως θα ιδούμε, και οι πιο πολλοί διαθέτουν την παθητική αρετή που λέγεται υπακοή και που τη λογαριάζουν κι αυτήν οι φιλόδοξοι αρχηγοί. Εννοείται πως η μοιρασιά στο τέλος γινόταν με δημοκρατική ισοτιμία, ένα σου και ένα μου, χωρίς διακρίσεις για τον έναν ή τον άλλο. Στο τριγύρισμα των παιδιών ως Λαζαρούδια λάβαιναν μέρος όλα τα παιδιά ανεξαίρετα. Την περίμεναν πώς και πώς αυτή την ημέρα, από βδομάδες και μήνες, μες στη μονοτονία της οικογενειακής και σχολικής ζωής τους. Κανένα εμπόδιο, ούτε ακόμη και η ανημπόρια, δεν μπορούσε να τα συγκρατήσει από το ευχάριστο αυτό καθήκον τους, που συνδεόταν κάπως με την ιδέα του κέρδους, γιατί τόσος κόπος είναι σωστό να πληρώνεται κάπως στο τέλος. Λογής λογής υπολογισμοί κυριαρχούσαν κι εναλλάσσονταν μέσα στο ασχημάτιστο μυαλό τους. Να πάρουμε και τον τάδε; Μα είναι απ’ τον άλλο μαχαλά. Δεν πειράζει: θα γνωρίζεται με σπίτια που αλλιώς δε θα μας έβγαναν αυγά. Αμή και τον δείνα; Καλός είναι κι αυτός, γιατί θα βαστάει το καλάθι χωρίς να γκρινιάζει. Έτσι ξεσκονίζονταν όλοι προκαταβολικά, για να ‘χει γερή συνοχή η παρέα και πιο πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Την παραμονή του ξεκινήματος μαζεύονταν κάπου απόμερα, μακριά από τα σπίτια, κι έκαναν δοκιμές στο τραγούδι του Λαζάρου, για να ξαναθυμηθούν όλα τα λόγια ως το τέλος και ν’ ασκήσουν τη φωνή τους, να τη βάλουν σε λογαριασμό, μέσα στις απαιτήσεις του πλαισίου, χωρίς γνώσεις μουσικής, έτσι με ένστικτο, δίνοντας οδηγίες στους παράτονους να συμμορφωθούν, για να μη γελάει ο κόσμος μαζί τους και πρώτοι βέβαια οι αντίζηλοι. Εκεί, λοιπόν, κάτω απ’ τα δέντρα παίρναν τον παμπάλαιο πολυειπωμένο σκοπό με μια σοβαρότητα, σχεδόν εμβρίθεια τόσο αταίριαστη με τις δροσερές τους φωνές. Σήμερον έρχετ’ ο Χριστός, ο επουράνιος Θεός εις την πόλη Βηθανία και με κλάδους, με βαΐα… Λίγο παράξενα τους φαίνονταν τα λόγια, αλλά τα καταλάβαιναν καλά. «Κλάδοι» θα ήταν φυσικά τα ανθισμένα κλαδιά, να, σαν κι αυτά που έκοβαν από τις ανθισμένες κερασιές και τις κορομηλιές (κάνοντας κάποτε αληθινή χαλάστρα στα λιγοστά τους καρπόκλαρα) για να στολίσουν όπως έπρεπε τα ζηλευτά τους καλάθια. Και «Βαΐα» δεν μπορεί να ήταν άλλα από τα βάγια, τους ανθισμένους κίτρινους κλώνους της δάφνης με το ευωδερό τους άρωμα. Έκοβαν φούντες ολόκληρες απ’ το κοντινό δάσος, που ήταν ο πλούτος των φτωχών ανθρώπων –ένας απέραντος δαφνώνας. Άλλη φροντίδα τους ήταν να προμηθευτούν από τα σπίτια τους γερά, φαρδιά καλάθια πλεγμένα από καλάμια ή άλλες βέργες λυγερές. Δύσκολα βρίσκονταν απ’ αυτά στα φτωχοχώρια κι η εξοικονόμηση καλαθιού προϋπόθεται μια μικρή θυσία∙ αδυναμία πάντως από μέρος τής μητέρας για χάρη του γιου της. Η παρέα που δεν μπορούσε να διαθέσει παραπάνω από ένα, μόλις γέμιζε αυτό, άφηναν το περιεχόμενο σ’ ένα έμπιστο συγγενικό τους σπίτι και συνέχιζαν την περιοδεία τους προσπαθώντας να το ξαναγεμίσουν. Φρόντιζαν, τέλος, πριν ξεκινήσουν, να εφοδιαστούν όλοι τους με χοντρά ραβδιά, μακρύτερα απ’ το ανάστημά τους, που τα διάλεγαν μόνοι τους μέσα στο λόγγο πελεκώντας τα με υπομονή, καμιά φορά και κεντώντας τη φλούδα τους ή μπήγοντάς τους αποκάτω μια βελανιά για τ’ αδέσποτα σκυλιά. Όχι πως τα φοβόνταν, αλλά όσο και νάναι τους ενοχλούσαν με τ’ αλυχτήματά τους και καμιά φορά μπορούσαν να αιφνιδιάσουν τους καλαθοκράτες και να σπάσουν ή να ραγίσουν τίποτε αυγά. Τα σκυλιά εκεί πέρα, στα ορεινά προπάντων χωριά, με το να μην υπάρχουν αυλόγυροι, μένουν απολυτά μέρα νύχτα, φύλακες άγρυπνοι του σπιτιού, και πολύ λίγο διαφέρουν, στ’ αλύχτημα και στην ορμή τους, από μολοσσούς. Για να ξεκινήσουν περίμεναν να γίνει δειλινό, οι πιο μεγάλοι, και να σουρουπώσει. Το ‘χαν σε ντροπή τους αυτοί να γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι με το φως της ημέρας, προτιμώντας τον ερχομό του σκοταδιού, για να δείξουν καλύτερα την παλικαριά τους. Οι άλλοι όμως, οι μικρότεροι, που φοβούνται τα ισκιώματα και τις κακοτοπιές της νύχτας, αρχίζουν από νωρίς τη γύρα τους, για να μαζέψουν εκείνα τα λίγα ή πολλά και να τρυπώσουν πάλι από νωρίς, σαν απροστάτευτα πουλάκια, στην ασφάλεια του σπιτιού τους. Δεν έχουν αυτοί όρεξη για νυχτερινές περιπλανήσεις, καμιά φορά και συγκρούσεις με ισχυρές, προκλητικές μάγκες. Καλύτερα να πάρουν αποβραδίς ό,τι τους αναλογεί –λίγα ζευγάρια αυγά και τίποτε φραγκοδίφραγκα– και να κοιμηθούν ήσυχα, σίγουρα δίπλα στην καλή τους γιαγιά. Έτσι λοιπόν η νύχτα του Λαζάρου αφηνόταν όλη στη διάθεση των μεγάλων. Τι μουσική βακχεία ήταν εκείνη, τι συναγερμός ολονύχτιος με τα λαλήματα των κυπριών και τ’ αλυχτήματα των σκύλων! Κανένας σχεδόν δεν έκλεινε μάτι, ούτε από τα παιδιά που τριγυρνούσαν, μα ούτε καλά καλά κι απ’ τους νοικοκυραίους. Δεν πρόφταινε να φύγει η μια παρέα, φιλοδωρημένη φυσικά, κι αμέσως κόπιαζαν άλλοι. –Αγαπάτε Λάζαρο; αυτή ήταν η στερεότυπη καθιερωμένη εισαγωγή τους. Ποιανού χριστιανού, ποιανού χωριανού του βαστούσε η καρδιά να πει όχι; Το να μη δεχτείς τα Λαζαρούδια, μια φορά το χρόνο που γυρίζουν για να μολογήσουν τα θαύματα του Χριστού, είναι κρίμα απ’ το Θεό, σχεδόν αμαρτία και πάντως γρουσουζιά. Πώς να μην παραπονιούνται ύστερα τα παιδιά και να μην το θυμούνται όλη τη χρονιά και να μη σε δυσφημίζουν στο χωριό πως μόνο στο τάδε και στο δείνα σπίτι «δε μας έβαλαν», τάχα πως τους χάλαγαν τον ύπνο; Έτσι βγαίνει τ’ όνομα του σφιχτού και του τσιγκούνη και του διαστρεμμένου. Αυτοί έφευγαν λοιπόν κι άλλοι έρχονταν. Και τα κυπριά με τις βαριές κουδούνες αντηχούσαν αδιάκοπα κι οι φωνές ακούραστες επαναλάβαιναν το παλιό της Βηθανίας θάμα κι ήταν σα μια πρωτότυπη παράσταση, σαν θέατρο θρησκευτικό, εκεί στην πνευματική σκοτεινιά, στην έλλειψη κάθε ψυχαγωγίας. Τα τραγούδια κι οι κουβέντες στο τέλος απόδιωχναν τον ύπνο κι έτσι ο νοικοκύρης δε βαρυγκομούσε για τους εξακολουθητικούς, ως πέρα απ’ τα μεσάνυχτα, μουσαφιραίους. Τελευταία άφηνε κάθε συντροφιά τη γειτονιά της, τα συγγενικά τους σπίτια. Εκεί το είχαν σίγουρο μια φορά, όποιαν ώρα και να κατέληγαν. Εκεί δεν θα τους έβαναν ένα ζευγάρι αυγά, μα δυο και παραπάνω, όσα χωρούσαν οι δυο χούφτες μαζί της νοικοκυράς. Γι’ αυτό τα φύλαγαν όλη τη σαρακοστή, για να φιλέψουν τ’ ανεψίδια τους ή τους αναδεχτούς των που θα περνούσαν την ημέρα του Λαζάρου. Γι’ αυτό κι οι επικεφαλής της χορωδίας να πούμε, όσο βλέπαν τις κινήσεις και διαισθάνονταν τις διαθέσεις και πρόβλεπαν γενναιόδωρη την αμοιβή, άλλο τόσο δυνάμωναν τη φωνή τους και τόνιζαν τα λόγια, από ηθική ικανοποίηση περισσότερο παρά από άλλο κίνητρο. Κι η ευχετήρια επισφράγιση, τραγουδιστή πάντα, ήταν: Του χρόνου πάλι νάρθουμε, μ’ υγεία να σας βρούμε στα σπίτια σας χαρούμενοι κι όλοι να τραγουδούμε. –Σ’ έτη πολλά, κι από χρόνου, προσθέταν με ζωηρό οικείο τόνο, τοποθετώντας τα κάτασπρα στρογγυλά αυγά ανάμεσα στ’ άλλα. Έ, δόξα σοι ο Θεός, καλά πήγανε κι εφέτος. Αύριο πρωί πρωί θα μοιραστούνε τ’ αυγά, χώρια τα γερά, χώρια τα ραϊσμένα (που μπορεί να τα δώσουνε και στο μπακάλη), θα κάμουν το λογαριασμό και στα λεφτά, που με το μερίδιό τους θ’ αγοράσουν βαφή ή λαμπάδα, κι έτσι θάχουν με τι να υποδεχτούν την πολυπόθητη Λαμπρή. Φωτο : ΤΑ ΛΑΖΑΡΟΥΔΙΑ από το Λεύκωμα του Κ. Μπαλάφα “ΗΠΕΙΡΟΣ”
Σάν σήμερα γεννήθηκε ο Γιάννης Μόραλης Στην φωτογραφία του 1920, καθισμένος στα γόνατα του θείου του Θρασύβουλου Τσακαλώτου (Φωτο από Εργαστήριο Γιάννης Μόραλης – Εταιρεία Έρευνας & Μελέτης)
Η σύζυγός του Σ. Σαρλή, Φεβρωνία έχοντας στα πόδια της τον γιό τους Κωσταντίνο. Διακρίνονται επίσης οι κόρες του Κοραλία, Μαργαρίτα (Δασκάλα), Σοφία(Καθηγήτρια Γαλλικών), η Σαβούλα Βλάχου και ο Δημήτρης Σαρλής που απεβίωσε σε ηλικία 16 χρονών. Ο Κωσταντίνος Σαρλής ήταν απόφοιτος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. Έλαβε μέρος ως ανθυπολοχαγός στον πόλεμο του ’40. Αργότερα διώχτηκε για τις πολιτικές του πεποιθήσεις και εξορίστηκε στην Ακροναυπλία και την Μακρόνησο. (Φωτο από το αρχείο του Σ. Σαρλή, έρευνα κ. Κ. Μπανιάς)
Σε πολλά χωριά στα Τζουμέρκα της Νότιας Ηπείρου, απ’ όλες τις παιδικές γιορτές, η γιορτή του Λαζάρου έχει ξεχωριστή σημασία, γιατί τότε τα παιδιά βρίσκουν την ευκαιρία να γυρίσουν με την παρέα τους όλο το χωριό, ακόμη και συνοικίες γειτονικών χωριών και να ειπούν τα τραγούδια του Λαζάρου για να μαζέψουν αυγά και χρήματα. Απ’ το χειμώνα ακόμη τα παιδιά προσπαθούν να κάμουν τους συνδυασμούς, τις παρέες ή συντροφιές που θα πάνε μαζί “Λαζάροι”. Γιατί πρέπει να κάμουν ένα σωρό ετοιμασίες και προπονήσεις να φτιάξουν τα “σκόπια” τους για τα μαντρόσκυλα και για στηρίγματα των καλαθιών με τ΄αυγά, επίσης να βρουν “κύπρους” που θα χτυπούν ρυθμικά συνοδεύοντας τα τραγούδια. Ακόμη να αποστηθίσουν καλά τα τραγούδια και να συνηθίσουν να τα τραγουδάνε με καλόν ήχο, διπλά και χωρίς κόμπιασμα. Οι παρέες είναι πολλών ειδών. Πρώτα τα παιδιά που θα πάνε για πρώτη φορά. Αυτά στην αρχή πηγαίνουν στα γειτονικά και συγγενικά σπίτια χωρίς να λένε τραγούδι. Πάνε δυο-δυο με ένα καλάθι δειλά – δειλά και στα πρόσωπά τους αστράφτει η χαρά για τ’ αυγά και τις πενταροδεκάρες που μαζεύουν. Έπειτα είναι τα λίγο μεγαλύτερα, των κατώτερων τάξεων του σχολείου, που πάνε επίσης δυο-δυο με ένα καλάθι, κι αυτά ξέρουν ένα τραγούδι, το “Σήμερον έρχετ’ ο Χριστός”. Αυτά πηγαίνουν “με το ένα”, δεν πηγαίνουν “με τα πολλά”. Το πολύ να ξέρουν και την “Ξενιτειά” απ’ τα πολλά τραγούδια. Αυτά πηγαίνουν την ημέρα απ’ το πρωί της Παρασκευής, παραμονή του Λαζάρου, έως το βράδυ, οπότε γυρίζουν στα σπίτια τους. Τέλος τα μεγαλύτερα παιδιά που πάνε “με τα πολλά” (τραγούδια), κι αυτά πηγαίνουν συνήθως ανά τέσσερα με δυο καλάθια, αρχίζοντας από το απόγευμα της Παρασκευής και συνεχίζοντας και όλη τη νύχτα, έως το πρωί. Οι παρέες αυτές έχουν ως επί το πλείστον και ανά τέσσερες ή έξι “κύπρους” που τους χτυπούν ρυθμικά όταν τραγουδούν διπλά το τραγούδι που ζήτησε ο νοικοκύρης. Γυρίζουν όλη νύχτα σ’ όλο το χωριό με τη σειρά σ’ όλους τους μαχαλάδες που πολλές φορές χωρίζονται με δάση, ρέματα και ράχες και οι δρόμοι είναι σωστές γιδόστρατες με γκρεμούς και πέτρες. Απ’ το πρωί τα παιδιά κόβουν λουλούδια από κερασιά, κυδωνιά, αχλαδιά, μηλιά. Στολίζουν με όμορφες γιρλάντες τα καλάθια τους, παίρνουν και τα “σκόπια” τους και καλοντυμένα ξεκινάν για να πάνε “Λάζαροι”. Γεμίζουν τα μονοπάτια παρέες και παιδικές φωνές. Αλλού ανά δύο κι αλλού ανά τέσσερα πάνε τα “Λαζαρούδια”. Όπου υπάρχει άγριο, ζαβό σκυλί τα μικρά αποφεύγουν να πλησιάσουν. Τα μεγαλύτερα όμως επιδιώκουν να πολεμήσουν με τ’ αγριεμένα σκυλιά χρησιμοποιώντας τα γερά “σκόπια “όσο να μπουν στα σπίτια. Φαντάζεστε, προπαντός τη νύχτα, τί φωνές σκυλιών αντηχούν σ’ όλες τις γειτονιές. Μπαίνει η παρέα μέσα στο σπίτι. Καλημερίζουν ή καλησπερίζουν και εύχονται χρόνια πολλά. Η νοικοκυρά άλλοτε τους δίνει αυγά ή χρήματα ή κι απ’ τα δύο και φεύγουν χωρίς να τους ζητηθεί να τραγουδήσουν. Άλλοτε, συνηθέστατα, τους βάζει να καθίσουν στις κασέλες ή στα στρωμένα μιτάφια να ξεκουραστούν, τους φιλεύει ξηρά σύκα πασμάδες, καρύδια, λεφτοκάρια, συχνά τους δίνει να φάνε τίποτα σαρακοστιανό. Έπειτα τους λέει να τραγουδήσουν τα τραγούδια που θέλει. Αρχίζουν πρώτα οι μισοί και μετά τον ίδιο σκοπό και τα ίδια λόγια επαναλαμβάνουν οι άλλοι μισοί. Δηλ. το τραγούδι λέγεται διπλά. Οι “κύπροι” όμως χτυπιούνται ρυθμικά συνέχεια κι απ’ τις δυο ημιομάδες. Αν τα παιδιά είναι “με το ένα” ή “με τα λίγα” , θα ειπούν μόνο το Λάζαρο ή το πολύ και την “Ξενιτιά”. Αν όμως είναι “με τα πολλά” τους ζητάει ή μόνο το Λάζαρο και άλλα, ή μόνον άλλα. Το τραγούδι του Λαζάρου συνηθίζεται σε πολλά μέρη της Ελλάδας Σήμερον έρχετ’ ο Χριστός, ο επουράνιος Θεός Και στην πόλη Βηθανία Μάρθα κλαίει και Μαρία…….. Σε μερικά χωριά ένα παιδί ντύνεται Λάζαρος με άσπρο πουκάμισο και όσο λένε το τραγούδι είναι ξαπλωμένο κατά γης, όταν όμως ειπούν “Λάζαρος απελυτρώθη, αναστήθη και σηκώθη….” σηκώνεται πάνω και συνεχίζει κι αυτό το τραγούδι. Όταν ξημερώνει το Σάββατο, σταματούν οι παρέες και τα παιδιά κατάκοπα και αγρυπνισμένα, αφού μοιράστηκαν ότι μαζέψανε, γυρίζουν στα σπίτια τους. Τα τραγούδια του Λαζάρου είναι είκοσι τέσσερα (24) και το κάθε ένα – εκτός του Λαζάρου – λέγεται με “εισαγωγή”, “με ευχές” και με “τέλος”. Δηλαδή πρώτα τραγουδούν την εισαγωγή. Μετά ακολουθεί το τραγούδι ή τα τραγούδια που ζήτησε το σπίτι. Τα τραγούδια αυτά είναι 1. Της ξενιτειάς 2. Των Μελισσιών 3. Των γιδιών και των προβάτων 4. Του ζευγαριού ή των βοδιών 5. Του παιδιού που πηγαίνει στο σχολείο 6. Του σπιτιού 7. Του έτοιμου να νυμφευθεί ή του ανύπαντρου 8.Του Μωρού 9. Του μικρού παιδιού 10. Του Δέσποτα ή παπά 11. Του παλληκαριού 12. Του Αναγνώστη, Ψάλτη ή Γραμματικού 13. Αυτού που πρόκειται να νυμφευθεί 14. Της ανύπαντρης που θ’ αρραβωνιασθεί 15. Της θυγατέρας 16. Της περδικούλας 17. Της νιοστεφανωμένης 18. Του αφέντη 19. Της νοικοκυράς 20. Της συζύγου 21. Τ ‘άργαλειού 22. Της βάβως. Στο τέλος ακολουθούν οι στίχοι με τις ευχές. (Άρθρο του Κων. Αθ. Διαμάντη όπως δημοσιεύτηκε στην ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, ΤΧ. 33 & 37, 1955)
Στη φωτογραφία “ Τα Λαζαρούδια” (Φωτο από ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ – ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα, 2009)
Το γεγονός ότι ο νεοσυσταθείς Δραματικός Σύλλογος στην Άρτα αριθμούσε ήδη από τις πρώτες μέρες 80 μέλη ήταν πράγματι άξιο θαυμασμού. Κι αυτό γιατί οι θεατρίνοι στις αρχές του 20ου αιώνα στην Ελλάδα εθεωρούντο “συνεργοί του Σατανά”. Γράφει ο Ν. Λάσκαρης στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ(τ. Β’, σελ. 289) “……Τοιαύται δε ήσαν αι κατά του θεάτρου προλήψεις τότε, ώστε οι θεατρίνοι ελέγοντο συνεργοί του Σατανά και ο μετ’ αυτών συγχρωτισμός εθεωρείτο αμάρτημα.” Κάποιος ηθοποιός είχε ενοικιάσει στην Αθήνα ένα δωμάτιο. Όταν η σπιτονοικοκυρά του έμαθε ότι ο νοικάρης της ήταν ηθοποιός, τον παρακάλεσε να φύγει από το σπίτι, χαρίζοντάς του μάλιστα και τα δύο ενοίκια που της χρωστούσε. “Την επομένην, λίαν πρωί, η οικοδέσποινα έσπευσε να προσκαλέσει τον παπά της ενορίας της, όστις αφού έκαμεν αγιασμόν εις το κενωθέν δωμάτιον, την συνεβούλευσε να μην το ενοικιάση πριν παρέλθουν τεσσαράκοντα ημέραι, κατά το διάστημα των οποίων να το λιβανίζει το πρωί κατά τον όρθρον και το βράδυ κατά τον εσπερινόν, όπερ έπραξεν η θεοφοβούμενη οικοδέσποινα”. Τον Μάρτιο του 1903 άρχισε το χτίσιμο της σκηνής στο γυμναστήριο που ήταν στο σημερινό προαύλιο του Α’ Δημοτικού Σχολείου και η διαμόρφωση του χώρου για να στεγάσει το θίασο το καλοκαίρι. Τα σχέδια έκανε ο αρχιτέκτονας Ευάγγ. Χατζόπουλος. Συγχρόνως ο Σοφ. Κατσαδήμας αναχώρησε για την Αθήνα όπου παρακολούθησε τη θεατρική κίνηση, αγόρασε ορισμένα θεατρικά έργα καθώς και διάφορα υλικά απαραίτητα για τα σκηνικά. Τα έξοδα τα έκανε ο ίδιος βοηθούμενος από τον φιλότεχνο Δήμαρχο Α. Γαρουφαλλιά που με δική του εισήγηση το Δ.Σ. χορήγησε ενίσχυση 400 δρχ. Χαρακτηριστικό είναι το αιτιολογικό της πράξεως : “ Η πόλις Άρτης τείνει προς τον πολιτισμόν και δέον ίνα ο Δήμος Άρτης χορηγήσει ανάλογόν τι βοήθημα προς κατασκευήν αναγκαίων σκηνικών”. Στις 16 Απριλίου 1903 τυπώθηκε και ο εσωτερικός κανονισμός του Δραματικού Συλλόγου Άρτης όπου αναφέρονται και όλα τα ονόματα αυτών που αποτέλεσαν το πρώτο συμβούλιο του Συλλόγου, απ’ όπου και η πρώτη σελίδα στη φωτογραφία (Πηγή : ΤΟ ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ, Τ. Βαφιάς, Αθήνα, 1995)
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.