ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΑΡΑΠΕΤΣΗΣ : Φοροτέχνης – Λογιστής. Απόφοιτος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε.. Εκ των ιδρυτών του Εργατικού Κομμουνιστικού κινήματος στην Άρτα το 1928
(Φωτο από αρχείο Ανδρομάχης Θ. Καραπέτση, έρευνα Κ. Μπανιάς)

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΑΡΑΠΕΤΣΗΣ : Φοροτέχνης – Λογιστής. Απόφοιτος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε.. Εκ των ιδρυτών του Εργατικού Κομμουνιστικού κινήματος στην Άρτα το 1928
(Φωτο από αρχείο Ανδρομάχης Θ. Καραπέτση, έρευνα Κ. Μπανιάς)

———————————-
Σε σχέση με τις επιδημίες που τόσο ταλαιπώρησαν την περιοχή της Άρτας, αξίζει να αναφέρουμε την περιγραφή του λοχαγού Leake για την προσωπική υγιεινή των Ελλήνων, όντας στην αυλή του Αλή πασά τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα.. Ο Leake περιγράφει την ατομική φροντίδα των Ελλήνων, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, με μελανά χρώματα: “… Ακόμα κι αυτοί οι αφεντάδες δεν χαίρονται την πολυτέλεια να αλλάζουν φουστανέλλα κάθε εβδομάδα. Οι στρατιώτες την αφήνουν λερή ώσπου να λειώση επάνω τους. Κάπου-κάπου την βγάζουν και την απλώνουν πάνω από τη φωτιά έτσι που οι ψείρες, ζαλισμένες από τον καπνό, πέφτουν στις φλόγες. … Μερικές φορές, τις πρώτες δύο, τρεις εβδομάδες που φορούν την καινούργια φουστανέλλα, ή όταν θέλουν να φανούν περιποιημένοι, περνούν στο λαιμό τους ένα περιλαίμιο μπαμπακερό εμποτισμένο σε μερκουρόλη (οξείδιο του υδραργύρου). Στήνουν έτσι έναν φράχτη που δεν αφήνει τα ζωηρά ζωύφια να ξεμυτίσουν και ν’ αρχίσουν το σεγιάνι στο σβέρκο ή στην πατατούκα. Αυτή η έλλειψη πάστρας έχει ποτίσει όλες τις τάξεις του πληθυσμού στην καθημερινή ζωή του…” (Πηγή : Κ. Σιμόπουλος , ΞΕΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1810-1821), τόμος Γ2, Αθήνα, 1975)
Στη φωτογραφία “Η αίθουσα ακροάσεων στο ανάκτορο του Αλή πασά στα Ιωάννινα”. Λιθογραφία του G. Beresford,1885, από τη Συλλογή Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη. ( BERESFORD, George de la Poer, Captain. Twelve Sketches in double tinted Lithography of Scenes in Southern Albania, Λονδίνο, Day and Son, [1855])

————————-
Όπως προαναφέρθηκε, η επιδημία παρουσιάστηκε στην Άρτα στις 2 Μαΐου του 1816. Ο Ιταλός γιατρός που εξέτασε τα πτώματα των δύο πρώτων θυμάτων αποφάνθηκε ότι επρόκειτο για πανώλη, πράγμα που ανάγκασε τις Αρχές να λάβουν κι άλλα μέτρα. Ο Μητροπολίτης, μετά από υπόδειξη του Η. Pouqueville, απαγόρευσε τον τελευταίο ασπασμό, το χειροφίλημα του νεκρού, τις επικήδειες προσευχές που οι ιερείς έψαλαν δίπλα στο νεκρό και την ψηλάφηση του Τίμιου Ξύλου. Επίσης, ο Η. Pouqueville εμπόδισε την αναχώρηση των φοβισμένων αρχόντων που θα είχε συνέπεια να βρεθούν οι οικογένειες των κατώτερων τάξεων στη διάθεση των Αλβανών, που ήταν στρατοπεδευμένοι έξω από την πόλη, ενώ, για να τονίσει αυτή του την απόφαση, έμεινε και ο ίδιος στην Άρτα. Μέχρι τα μέσα του Μαΐου τα κρούσματα πολλαπλασιάστηκαν, οι εκκλησίες, τα καταστήματα, τα καφενεία και τα λουτρά έκλεισαν και η αντιπαράθεση μεταξύ των πλούσιων και των φτωχών οξύνθηκε ακόμη περισσότερο. Ο Μητροπολίτης διέταξε τριήμερη γενική νηστεία και την έκθεση των ιερών λειψάνων. Τα μεσάνυχτα της 16ης Μαΐου όλοι οι ιερείς συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας για να ψάλλουν κεκλεισμένων των θυρών παρακλητικές προσευχές για τη σωτηρία της πόλης. Τη λειτουργία ακολούθησε λιτανεία που έγινε σε μία σχεδόν έρημη πόλη, αφού ένα μπουγιουρντί του Αλή που είχε φθάσει την προηγούμενη μέρα, επέτρεπε, σε όσους ήθελαν να φύγουν και να εγκατασταθούν στο βουνό της Κάτω Παναγίας. Ως το πρωί η πόλη είχε εκκενωθεί τελείως. Στις 17 Ιουνίου 1816 προσβλήθηκαν τα χωριά της Άρτας Μαράτι, Γλυκόριζο, Λιμήνι, Λιότοπος και Βλαχέραινα, ενώ από τις 16 Αυγούστου και για σχεδόν δύο μήνες δεν παρουσιάστηκε νέο κρούσμα στην Άρτα. Το γεγονός αυτό εξαπάτησε τους κατοίκους της που ζήτησαν από τον Αλή πασά να τους επιτρέψει να επιστρέψουν στην πόλη. Ο Αλής έκανε δεκτό το αίτημά τους. Μόλις όμως επέστρεψαν, στις αρχές του Οκτωβρίου, η επιδημία αναζωπυρώθηκε κι εκείνοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για δεύτερη φορά. Αυτή τη φορά, όμως, η επιδημία τους ακολούθησε και στα μέρη όπου κατέφυγαν με αποτέλεσμα να πεθάνουν πάρα πολλοί.
Τη διετία 1815-1817 η Άρτα και οι γύρω της περιοχές γνώρισαν σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή. Για το ποσοστό θνησιμότητας στην πόλη οι πηγές δίνουν αντιφατικές πληροφορίες. Από τους επτά χιλιάδες κατοίκους της ο Σεραφείμ ο Βυζάντιος αναφέρει ότι η πανώλη “…ωδήγησεν εις τον Άδην περίπου των τριών χιλιάδων κατοίκων εκ των τριών γενεών της πόλεως”. Ο Η. Pouqueville ανεβάζει τον αριθμό των νεκρών στους τρεις χιλιάδες οκτακόσιους ενώ ο αδελφός του, Francois, στους τέσσερις χιλιάδες..
Η φρίκη που σκόρπισε η ασθένεια άργησε πολύ να ξεχαστεί. Οι Αρτινοί μάλιστα στιχούργησαν για την περίπτωση: ……….την Άρτα την εχάλασεν η έρημη πανούκλα κι οι Αρτινοί δεν άφησαν τα παλαιά κονσούλτα… (Πηγή : 1) Παπαγεωργίου Γ., Η επιδημία πανώλης στη Θεσσαλία, Ήπειρο και Αλβανία (1812-1823), Ηπειρωτικά Χρονικά, Ιωάννινα 1986, 2) Τσούτσινος I. Η μάχη της Άρτας, σύντομη. αναδρομή στο Δεσποτάτο και την Τουρκοκρατία, (1971), Αφιέρωμα (1821-1971)
Συσκευή πανώλης από λοιμοκαθαρτήριο στη Βενετία, που την χρησιμοποιούσαν για την απολύμανση ρούχων.(Πηγή : Wellcome Collection)

—————————–
Η επιδημία πανώλης ενέσκηψε στην Άρτα στις 2 Μαΐου 1816. Οι πληροφορίες για τον τρόπο που μεταδόθηκε η επιδημία στην Άρτα είναι αντιφατικές. Μία ενθύμηση στο εκκλησιαστικό βιβλίο “Ερμηνεία των Καθολικών Επιστολών του Νικοδήμου”, της βιβλιοθήκης της Μονής Κάτω Παναγιάς στην Άρτα, γραμμένη από τον Κατωπαναγίτη Κωνστάντιο, μας πληροφορεί ότι την πανώλη στην Άρτα “έφερεν ως λέγεται ο Αλή πασάς ο Τεπελενιώτης προς αποφυγήν του κινδύνου του. Έφερε ρούχα και πανιά μολυσμένα εξ Αιγύπτου και έδωσεν αυτά εις Αρταίους και ακαρεί διεδόθη εις πάντας”. Η ερμηνεία αυτή που θεωρεί την πράξη του Αλή αντιπερισπασμό προς την Πύλη, είναι μάλλον ανακριβής. Ο Η. Pouqueville που παρακολουθεί τα γεγονότα από κοντά, όχι μόνο δεν κάνει καμία νύξη εναντίον του Αλή, αλλά τονίζει και την αποστολή της προκήρυξης με την οποία ο πασάς προειδοποιούσε τους κατοίκους της πόλης για την εμφάνιση της επιδημίας στα Ιωάννινα. Μία άλλη άποψη που εκφράστηκε για το ξέσπασμα της επιδημίας στην Άρτα ήταν ο αναγκαστικός συγχρωτισμός των κατοίκων της πόλης που, σύμφωνα με την περιγραφή του Μητροπολίτη Σεραφείμ Ξενόπουλου, επιβλήθηκε με τον παρακάτω τρόπο: “Εν τη εποχή ταύτη ην βοεβόδας της Άρτας ο Αρταίος Αθανάσιος Άρτας όστις εδείχθη προς τους πάσχοντας αυτού συμπατριώτας όλως ανηλεής και άσπλαχνος συνάξας τους εκ της νόσου προσβληθέντας και μη και περικλείσας εντός του περιβόλου της διαλελυμένης Μονής Οδηγητρίας’ προσβληθέντες ουν εκ της επιμειξίας και της μεταδόσεως του μιάσματος και υγιείς, περίπου εκατόν οικογενειών άνθρωποι απεβίωσαν πάντες ανεξαιρέτως.” Η επικοινωνία μεταξύ των αρρώστων και της πόλης γινόταν με την βοήθεια των ξεμολιάρηδων (που αλλιώς ονομάζονταν μόρτες ή ξενοσευτάδες). Αυτοί ήταν άτομα που, επειδή είχαν επιζήσει από την επιδημία, είχαν αποκτήσει ανοσία. Μεταξύ των καθηκόντων τους ήταν η μεταφορά τροφίμων και άλλων εφοδίων στους αρρώστους και η ταφή όσων πέθαιναν.
Κατά τους χρονικογράφους της εποχής, τη μετάδοση της ασθένειας στην Άρτα βοήθησαν και οι ζέστες του καλοκαιριού, η άγνοια και η μοιρολατρεία των κατοίκων, ο χρηματισμός των δημοσίων υπαλλήλων, η έλλειψη καθαριότητας που εντάθηκε λόγω της καταστροφής των υδραγωγείων από τον οργισμένο λαό και τέλος η πείνα, γιατί η έλλειψη του νερού ακινητοποίησε τους νερόμυλους που άλεθαν το αλεύρι.
(Πηγές : 1) Καρατσιώλης Γ.Μ ., “Η επιδημία πανώλης στην Άρτα του 1816 ”, περιοδικό Σκουφάς ,1980 , τεύχη 54 -55
2) Παπαγεωργίου Γ., Η επιδημία πανώλης στη Θεσσαλία, Ήπειρο και Αλβανία (1812-1823), Ηπειρωτικά Χρονικά, Ιωάννινα 1986.
3) Σεραφείμ Βυζάντιος, Δοκίμιον Άρτης, Αθήνα, 1884)
Στη φωτογραφία προστατευτική στολή πανώλης του 19ου αιώνα (Πηγή : Wellcome collection). Ο γιατρός στο χέρι του κρατάει ραβδί υποκαπνισμού (fumigating torch).Τα γλυκά μυρωδικά βότανα που καίγονταν στην κορυφή του ραβδιού πιστεύονταν ότι παρέχουν προστασία από ασθένειες όπως η πανούκλα.

————————————
Οι τρεις πρώτες από τις 19 σελίδες του συμβολαίου εξαγοράς του χωριού Αστροχώρι από τους κατοίκους του, στις 3 Νοεμβρίου 1901.
Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το συμβόλαιο στο λινκ https://www.scribd.com/…/%CE%A3%CF%85%CE%BC%CE%B2%CF%8C…

Πληροφορίες επίσης στο λινκ
——————————–
“Καταβόθρα, οικούμενον εκ 35 σχεδόν οικογενειών αγιαζομένων εν εκκλησίαις δυσί της αγίας Βαρβάρας και του αγίου Δημητρίου, δι’ ιερέων της Βρετσίστας.” (Πηγή : ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΑΡΤΗΣ Σεραφείμ Βυζάντιου, Αθήνα, 1884).
Αρχειακό υλικό για το Αστροχώρι μπορείτε να δείτε στο λινκ της Ακαδημίας Αθηνών http://repository.academyofathens.gr/…/gr/listItems/149941
Στην φωτογραφία : Πίνακας του Χρήστου Καγκαρά “…

“Tο μουσουλμανικό στοιχείο, ψυχορραγώντας βέβαια, συνεχίζει να είναι παρόν στην Άρτα και μετά το 1881. Έτσι, το 1907 ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλης αριθμούσε μόλις έξι άτομα. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1920, σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του ελληνικού κράτους, 49 μουσουλμάνοι κατοικούσαν στο Νομό Άρτας, εκ των οποίων οι 20 στο τμήμα του Νομού που είχε απελευθερωθεί το 1881, ενώ οι 29 στο τμήμα της Υποδιοίκησης Φιλιππιάδας. Στην πόλη της Άρτας κατοικούσαν 19 μουσουλμάνοι. Από τους 49 μουσουλμάνους του Νομού οι 15 ήταν γεωργοί, επτά ασχολούνταν με το εμπόριο, δύο με τη βιομηχανία επεξεργασίας των προϊόντων του πρωτογενούς τομέα, ένας με τη βιομηχανία υπεδάφους, ενώ 19 μουσουλμάνοι δεν δήλωσαν επάγγελμα. Το μουσουλμανικό στοιχείο ενισχυόταν και από επτά οθωμανούς και 33 αλβανούς υπηκόους που απογράφηκαν στο Νομό Άρτας. Η Σύμβαση της Λωζάννης και η Ανταλλαγή των Πληθυσμών φαίνεται ότι δεν επιδρά στην πολύ εύθραυστη πληθυσμιακή ομάδα των μουσουλμάνων της Άρτας. Το 1928 η απογραφή που διενεργείται από το ελληνικό κράτος κατέγραψε 67 μουσουλμάνους στο Νομό Άρτας, πέντε εκ των οποίων μένουν στην πόλη της Άρτας.” (Πηγή : «Narda – Οθωμανική Άρτα: Η μετάβαση από την ύστερη οθωμανική περίοδο στην ελληνική πόλη», επιμ. Ηλίας Σκουλίδας, Σκουφάς τ. ΙΖ΄, τχ 106 (Άρτα 2016) βασισμένο στο βιβλίο του Γ. Γκλαβίνα ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ Της ΑΡΤΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 1881)
Στη φωτογραφία Έλληνες και Μουσουλμάνοι μαζί. Σύμφωνα με τον Ν. Καραβασίλη η φωτογραφία βρέθηκε σε σπίτι στους Μελισσουργούς “……και μαρτυράει πως και οι οχτροί υπάρχουν ώρες που νοιώθουν σαν άνθρωποι”. (Φωτο και σχόλιο από το βιβλίο του Νίκου Καραβασίλη ΧΑΘΗΚΑΝ ΑΜΝΗΜΟΝΕΥΤΟΙ, Άρτα)

“Η απογραφή του 1881 κατέγραψε στην Άρτα 45 μόνο μουσουλμάνους, 33 άνδρες και 12 γυναίκες. Αντλώντας στοιχεία από τον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Αρταίων του 1882 μπορούμε να εστιάσουμε ακόμα περισσότερο τον φακό πάνω σε αυτό τον ολιγάριθμο μουσουλμανικό πληθυσμό του οθωμανικού παρελθόντος της πόλης. Στον κατάλογο υπάρχουν 28 μουσουλμάνοι εκλογείς από τους οποίους, όμως, μόνο οι 17 έμεναν στην Άρτα. Οι υπόλοιποι 11 διέμεναν, κυρίως, στη Φιλιππιάδα και τα Ιωάννινα ή ήταν αγνώστου διαμονής. Εννοείται ότι δεν υπάρχουν πληροφορίες για τις γυναίκες και για όσους δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Ο εκλογικός κατάλογος δίνει πληροφορίες και για τα επαγγέλματα που ασκούσαν οι μουσουλμάνοι της Άρτας, ανάμεσα στα οποία σημειώνονται αυτά του κτηματία, του στρατιωτικού, καπνοπώλη, πεταλωτή, κουρέα και ενός νομικού. Το μουσουλμανικό στοιχείο ενισχυόταν παροδικά από το προσωπικό του οθωμανικού προξενείου, μουσουλμάνους που βρίσκονταν στην πόλη για λόγους εργασίας και εμπορίου ή ακόμα και από παράνομους έρωτες μεταξύ ετεροδόξων, όπως του Κιρκάσιου επιλοχία που ερωτεύτηκε Ελληνίδα από τα Ιωάννινα, λιποτάκτησε και κατέφυγε στην Άρτα όπου σκόπευε να βαπτιστεί και να την παντρευτεί. Εντοπίζεται ακόμη και μία περίπτωση εκχριστιανισμού μουσουλμάνας τον Ιούλιο του 1882, για την οποία μας πληροφορεί η εφημερίδα Άρτα.” [Στον πίνακα αναγράφονται τα επαγγέλματα των μουσουλμάνων της Άρτας σύμφωνα με την απογραφή του 1882]
(Πηγή : «Narda – Οθωμανική Άρτα: Η μετάβαση από την ύστερη οθωμανική περίοδο στην ελληνική πόλη», επιμ. Ηλίας Σκουλίδας, Σκουφάς τ. ΙΖ΄, τχ 106 (Άρτα 2016) βασισμένο στο βιβλίο του Γ. Γκλαβίνα ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ Της ΑΡΤΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 1881)

———————
Στην πάνω σειρά : Ηλ. Δημολένης, Λ. Σκούρας, Δ. Μπέκας, Δ. Σιακούφης, Δ. Χουλιάρας, Κ. Τζαχρήστας.
Στην κάτω σειρά : Λ. Νικολάου, Κ. Ευταξίας, Κ. Παπαγιάννης, Σ. Πέτσας, Χ. Κουτσογεώργος, Κίμων Παπαδημητρίου. (Αρχείο Κ. Μπανιά)

———————————
“Το πέτρινο κτήριο όπου στεγάζεται σήμερα το 1ο Δημοτικό, το 1ο Γυμνάσιο και το 1ο Λύκειο, άρχισε να λειτουργεί από το 1933. Στην αρχή φιλοξένησε και μαθητές και μαθήτριες σε ξεχωριστές βάρδιες.
Με την κήρυξη του πολέμου το 1940 η φοίτηση σταμάτησε για τρεις μήνες, ενώ κατά την κατοχή κάθε τάξη μαζευόταν σε μια εκκλησία κι εκεί έκανε μάθημα. Αν υπήρχαν μετακινήσεις των τάξεων από εκκλησία σε εκκλησία, αυτό γινόταν επειδή τα όργανα της φυσικής και χημείας ήταν πιο δυσκίνητα από τους μαθητές. Στο διάστημα αυτό το πέτρινο κτίριο λειτούργησε σαν νοσοκομείο.
Οι μαθητές επέστρεψαν στο σχολείο μετά την απελευθέρωση και δεν ξέρουμε αν βρήκαν εκεί γάζες και χλωροφόρμιο. Μετά το εμφύλιο τα κορίτσια εγκατέλειψαν το χώρο για να εγκατασταθούν στα τολ της Αγίας Θεοδώρας.
Έτσι στο πέτρινο κτήριο έμειναν μόνο τα αγόρια και αργότερα λόγω της πληθώρας μαθητών, συστεγάστηκαν δύο γυμνάσια.
Όταν το 1970 μπήκα για πρώτη φορά στο γυμνάσιο αρρένων αμέσως μετά την είσοδο στο κτήριο δεξιά είδα ένα ξύλινο κουβούκλιο που λειτουργούσε σαν κιλικίο. Ο επιστάτης Ιάσωνας μέσα από ένα άνοιγμα έδινε τα κουλούρια και τα σιμίτια στους κοντοκουρεμένους μαθητές που σχημάτιζαν ουρά.
Λίγο πιο κάτω στην ίδια πλευρά ήταν η πόρτα της αίθουσας τελετών. Αυτή ήταν μεγάλη επιβλητική με σκηνή προς βορρά και καμπίνα προβολής προς νότο. Μόνο που εκείνο τον καιρό ούτε τελετές γίνονταν ούτε προβολές. Είχε μετατραπεί κι αυτή σε αίθουσα διδασκαλίας, που φημιζόταν για το ψύχος που επικρατούσε τις μέρες του χειμώνα. Οι μαθητές την αποκαλούσαν ψυγείο κι όποιος έκανε μάθημα εκεί ξεπάγιαζε. Από την άλλη η σκηνή είχε χωριστεί με γυψοσανίδα και αποτελούσε διαφορετική τάξη, στενή και αποκλεισμένη, που την λέγανε κλουβί.
Ήταν πολλοί οι μαθητές τότε, οι αίθουσες του πέτρινου κτιρίου δεν επαρκούσαν, έτσι βγαίνοντας από την πίσω αυλή κι αφού περνούσαμε απέναντι την Μαξίμου Γραικού, σε μια διώροφη οικοδομή, έκαναν μάθημα τα τέσσερα τμήματα της Α’ τάξης. Αυτό ήταν το παράρτημα.
Κάτω από τη σκάλα που μας ανέβαζε στο πρώτο όροφο ήταν το γραφείο των καθηγητών. Ενδιάμεσα στο πλατύσκαλο ήταν το γραφείο του γυμνασιάρχη. Κανένας μαθητής δεν πήγαινε εκεί μόνος του, τον «πήγαινε» κάποιος καθηγητής, εφόσον είχε διαπράξει παράπτωμα και μετά έφευγε από κει με αποβολή.
Στο μεγάλο προαύλιο είχε γήπεδα μπάσκετ, βόλεϊ και ένα σκάμμα με άμμο για το άλμα εις μήκος και εις ύψος. Κάτω από τα δέντρα υπήρχαν μονόζυγα για γυμναστική και κρέμονταν σχοινιά για αναρρίχηση.
Έξω από την σιδερένια αυλόπορτα είχε μόνιμα τον πάγκο του με τα σάμαλι και τις καραμέλες, ο Πάνος Πέτσος. Στην πίσω πόρτα στεκόταν ένας βιοπαλαιστής που κουβαλούσε μια κλούβα από σήτα. Πουλούσε ψωμάκια πασπαλισμένα με ζάχαρη.
Ενδιαφέρον είχε το εργαστήρι φυσικών επιστημών. Εκεί μεταξύ των άλλων εποπτικών μέσων διδασκαλίας ήταν ένα τηλεσκόπιο και ένα σκελετός. Το τηλεσκόπιο ήταν αρκετά ισχυρό, κάναμε παρατηρήσεις σε μακρινά κτίρια.
Ο σκελετός δεν ήταν γύψινο πρόπλασμα, αλλά ανθρώπινα οστά συναρμολογημένα. Οι παλιότεροι έλεγαν ότι μία καθηγήτρια του σχολείου, κτυπημένη από ανίατη ασθένεια και γνωρίζοντας ότι θα πεθάνει, παραχώρησε με διαθήκη τα οστά της, για να τα μελετούν οι μαθητές.
Σήμερα εκεί που ήταν το ψυγείο και το κλουβί, υψώνεται η καινούρια πτέρυγα με επιπλέον αίθουσες και γραφεία. Ο σκελετός υπάρχει ακόμα.” (Κείμενο του Σωτήρη Σαρλή -Sotirios Sarlis. Αναδημοσίευση από τη σελίδα του στο facebook)
Στη φωτογραφία : Καρτ – ποσταλ του 1936. Προετοιμασία γιά παρέλαση του 40ου Σ.Ε. (Σύνταγμα Ευζώνων) μετά την ορκωμοσία. Διακρίνεται το προαύλιο του 1ου Δημοτικού και Γυμνασίου με χώμα και τον ξύλινο φράχτη για διαχωρισμό.
