—————-
Μάιος 1992 : Ο Μελισσουργιώτης τσέλιγκας γέρο-Μήτρο Καψάλας “έρουσε” τα τραιά του κοπαδιού του κάπου κοντά στον κάμπο της Άρτας . (Φωτο από το αρχείο Νίκου Καρατζένη)

—————-
Μάιος 1992 : Ο Μελισσουργιώτης τσέλιγκας γέρο-Μήτρο Καψάλας “έρουσε” τα τραιά του κοπαδιού του κάπου κοντά στον κάμπο της Άρτας . (Φωτο από το αρχείο Νίκου Καρατζένη)

—————-
“……Φύλαξα ο ίδιος τα πρόβατα. Τα είδα να «ροβολούν» ήσυχα – ήσυχα βόσκοντας, να «σκαπετούν» σε κάποιον αυχένα και να εξαφανίζονται σαν να τα κατάπινε η γη. Τα «σαλάγησα» για να φθάσουμε γρηγορότερα στο μαντρί. Τα «στόμωσα» για να βοσκούν καλύτερα και εκεί που ήθελα εγώ. Τα είδα να «μαρκηώνται» στο «στάλο», να «λαϊάζουν» το βράδυ όταν κοιμόνταν και να ακούγεται μόνο το ομαδικό αναμάσημα της τροφής τους. Είδα μερικά πρόβατα να «φιδιάζονται» και τον τσοπάνο να τρυπάει με βελόνα το φιδιασμένο μέρος, να το πιέζει απ’ όλες τις πλευρές για να βγει το δηλητήριο μαζί με το αίμα και μερικές φορές να ρουφάει το φιδιασμένο μέρος και να φτύνει τα υγρά που έβγαιναν. Άλλα να είναι «βούρλα» και να γυρίζουν ασταμάτητα γύρω-γύρω. Παρακολούθησα εγχείριση του βούρλου, κόψιμο του κρανίου εκεί που ήταν πολύ μαλακό, αφαίρεση της «τρέλας», που ήταν μια κύστη γεμάτη άσπρα σπυριά και ράψιμο πάνω στην τρύπα του κομματιού του κόκαλου που αφαιρούσαν και ενός μάλλινου υφάσματος. Ξεχώριζα γρήγορα ποιες προβατίνες ήταν η «μπροσνέλα» του κοπαδιού και ποιες η «κοντνέλα», ποιες οι «μαρμάρες» και ποιες τα «γηροκόμια». Γνώριζα τα σημάδια τους στα αυτιά, τα «πισωκλείδικα», τα «μπροστοκλείδικα», τα «φουρκάφτκα», όσα είχαν «κόκκα» ή «ξουραφιά», τα «τρυπάφτκα» τα «κουτσιάφτκα». Μου άρεσαν πιο πολύ τα «κάλεσια» πρόβατα και τα «ορθοκέρατα» γίδια. Τα «πισωκέρατα» μου φαίνονταν πιο ήσυχα και πιο αδύναμα.Έφαγα «γιομίδια» με «μεσαρκά» από τα πρόβατα «ξυνόγαλο» από το «γαλατσάκι» ή από τη «βούρτσα», χτυπώντας ο ίδιος την «κορφή» που είχε με το «βουρτσόξυλο». Έφαγα «νυρστά», «καπετάνο», «στριφτόπτα», «ψαρόπτα», «λαχανόπτα», «γαλατόπτα», «ζμάρι», «κουσμάρι», γάλα «ίγκυρο», «τραχανά», «χυλό», που ήταν «χλιος» και δεν με έκαψε στο στόμα. Βρέθηκα μακριά από τη στάνη και με έκοψε «λόρδα» από την πείνα και «λίμαξα» για μια «χαψιά» ψωμοτύρι. Πέταξα αγανακτισμένος τη «φολλίνα», όταν είδα ότι δεν έχει ούτε ένα σπυρί τυρί. «Χάλεψα» ένα κομμάτι ψωμί από το «σύντροφό» μου στο κοπάδι. «Μάργωσα» όταν αναγκάσθηκα να κοιμηθώ βρεμένος και «χαύδωσα» στη φωτιά για να μπορέσω να στεγνώσω. «Χάβωσα» όταν είδα ένα ανθρώπινο «κφάρι».
Έπαιξα «τριότα», «ενηάρα», «φίτσια» με «αμάδα», «σκλαβάκια», «σέγκια», «γιαλάκα», «γρούνα»”.
(Απόσπασμα από το πρώτο βιβλίο του Νίκου Κατσαρού «Οι αρχαιοελληνικές Ρίζες του Σαρακατσιάνικου Λόγου» όπως δημοσιεύτηκε στην ομάδα ΟΡΕΙΝΟΣ ΒΑΛΤΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ)
Στη φωτο ο Τόλης Δ. Μολώνης, πενήντα χρόνια τζιομπάνος, από τα Πράμαντα των Τζουμέρκων με τη γυναίκα του Χρύσω τον Ιούνιο του 1992, όπως τον απαθανάτισε ο Νίκος Καρατζένης.

Από αριστερά : Ιουλία Παπαδημητρίου (δασκάλα από το Βουργαρέλι), Μαριάνθη Κοντογιάννη, Αγνή Κομπορόζου, Σοφία Τσακωμένου, Ελισσάβετ Λακκοπούλου, Αικ. Παπαδημητρίου, Μαρίνα Τσιρογιάννη, Σπυριδούλα Μαντέλλου, Κική Χάιδου.
( Η φωτο είναι του Σπ. Μελετζή και οι πληροφορίες από το βιβλίο του κ. Σκουτέλα ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ ΑΡΤΑΣ, Αθήνα, 2006).

———————–1932 : Σπιτοκάλυβο με σκεπή από άχυρα και τσατμά και δίπλα αχυροκαλύβα, σε ένα χωριό κοντά στην Άρτα όπως το αποθανάτισε με το φακό της η Doreen Canaday Spitzer, όταν πέρασε απ’ την περιοχή… ο τίτλος της φωτογραφίας στη συλλογή της είναι : Peasant village near Arta with thatched huts . Collection: Doreen Canaday SpitzerEdit

1313
Οι άσχημες καιρικές συνθήκες και η φτώχια ανάγκαζαν πολλούς Θεοδωριανίτες να ξεχειμωνιάζουν σε άλλα μέρη. Κατέβαιναν κυρίως στην περιοχή της Άρτας αλλά και αλλού, όπως στο Βόλο και στο Ξηρόμερο. .Όσο ο Άραχθος αποτελούσε το σύνορο, ως το 1913, δεν πήγαιναν μακριά και ξεχείμαζαν στα λόγκια γύρω απ’ την Άρτα, με κυριότερα στέκια τα Κομίτσιανα, το Πλατανόρεμα, το Πουρνάρι, το Θεοτοκιό, το Καραμούτσι κ.α. Ακόμη και σήμερα σώζονται μερικά τέτοια Θοδωριανίτικα στέκια. Εκεί έστηναν τα κονάκια τους, το νοικοκυριό τους, βοσκούσαν τα κοπάδια τους και με τα μουλάρια τους ή ζαλιγκωμένοι κουβαλούσαν καυσόξυλα και τα πουλούσαν στην Άρτα για τις ασβεσταριές, που ήταν αρκετές τότε στην περιοχή. Δυνατότητα για κάποιο μεροκάματο στον κάμπο τότε δεν υπήρχε, γιατί πέρα απ’ τον Άραχθο ήταν τούρκικο.
Ύστερα από το 1913 που δημιουργήθηκαν προϋποθέσεις για απασχόληση στον κάμπο της Άρτας, οι πιο πολλοί Θοδωριανίτες – εκτός απ’ τους κτηνοτρόφους- κατέβαιναν στην Άρτα. Εκεί άρχιζαν να στήνουν τα αχυροκαλύβια τους με καλάμια και άχυρα, ανάμεσα στα βράχια της Βαλαώρας, σε σχήμα τρούλου (σούρλας), γι αυτό τις έλεγαν και σουρλωτές ή σουρλοκαλύβες. Εκεί, σε ένα χώρο 12-15 τετραγωνικών μέτρων ζούσαν πολύτεκνες οικογένειες των 8 και παραπάνω ατόμων. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στη θέση Καναράς (γι αυτό τους έλεγαν και Καναριώτες), ανάμεσα από τον αμυντικό στρατώνα στο λόφο της Περάνθης, το μοναστήρι της Αγίας Φανερωμένης και το εβραϊκό νεκροταφείο, ενώ στη δυτική πλευρά προς το γεφύρι, ήταν τα Μελισσουργιώτικα και στα βόρεια τα Πραμαντιώτικα.
Απ’ τους πρώτους που εγκαταστάθηκαν στον Καναρά ήταν οι Τατσαίοι, οι Τζουβαραίοι, οι Φακαίοι κι οι Κολτουκαίοι. Σιγά σιγά άρχισαν να παραχειμάζουν εκεί όλο και περισσότεροι μέχρι που λίγο πριν τον πόλεμο του 1940, ο Καναράς έγινε ένα είδος μόνιμου χειμαδιού. Σκέψη για μόνιμη κατοικία στον Καναρά δεν υπήρχε ακόμη , γιατί έκανε θραύση η ελονοσία κι όλοι περίμεναν την άνοιξη ν’ ανοίξει ο Σταυρός για να γυρίσουν στο χωριό που διατηρούσαν και το χειμώνα τα ζωντανά. Έτσι, μια κι ο Καναράς έγινε μόνιμο χειμαδιό, εκτός απ’ τα σουρλωτά αχυροκάλυβα, άρχισαν σιγά σιγά να εμφανίζονται και τα σπιτοκάλυβα. Αυτά ήταν ένα είδος σπιτιού με τοίχους από τσατμά με καλάμια και λάσπη απ’ το κοκκινόχωμα του Καναρά και σκεπή αχυρένια σε δυό πλάκες που ενώνονταν με καβαλάρη. Μόνο ο Δήμο- Λιούκας είχε σπίτι με πέτρα και κεραμίδια του ενός δωματίου……
Απόσπασμα από άρθρο του κ. Κώστα Τζαλοκώστα για τον Καναρά, όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του κ. Σκουτέλα ΤΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ ΑΡΤΑΣ, Αθήνα, 2006. Στη φωτο η Ελένη Τασιά έξω από το καλύβι της στον Καναρά από τη συλλογή του Π. Λάκκα, στο ίδιο βιβλίο)

1968 : ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ ΠΙΣΤΙΑΝΩΝ
Το χωριό Πιστιανά (Νέας Ελλάδας) είχε τρία σχολεία : ένα στα Πλατάνια ( που εικονίζεται στη φωτογραφία), ένα στο κέντρο των Πιστιανών, δίπλα στην εκκλησία και ένα στον συνοικισμό Ποτιστικά που σήμερα έχει σκεπαστεί από τα νερά του Αράχθου. Σήμερα δεν έχει κανένα.

——————-
1960ς :Τρεις συνάδελφοι δάσκαλοι, που υπηρέτησαν στα τρία σχολεία των Πιστιανών για αρκετά χρόνια στις δεκαετίες 1960-70. Αριστερά ο κ. Γιώργος Καρράς που υπηρέτησε στα Πλατάνια, στο κέντρο ο κ. Θανάσης Βούλγαρης, που υπηρέτησε στο σχολείο του κέντρου και δεξιά ο κ. Μπάμπης Ανυφαντής που υπηρέτησε στο σχολείο των Ποτιστικών. Εδώ διασκεδάζουν στο πανηγύρι του Αγίου Κωσταντίνου στο χωριό. (Φωτο από συλλογή Α. Καρρά)

1952 : Ο Γιάννης Μόραλης με τον γιό του Κωσταντίνο στην Κηφισιά (H φωτο είναι από την Εταιρεία Μελέτης, Έρευνας και Προβολής της Νεοελληνικής Τέχνης, Εργαστήριο Γιάννης Μόραλης)

————————
16 Ιουνίου 1937 : “Η εμφάνισις του Πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά εις Πλατείαν Σκουφά, συνοδευομένου υπό των κ.κ. υπουργών Συγκοινωνίας και Πολιτικού Γραφείου και Νομάρχου Άρτας”
(Φωτο από το ΛΕΥΚΩΜΑ ΝΟΜΟΥ ΑΡΤΗΣ, 1938)

16 Ιουνίου 1937 : “Γεύμα δοθέν υπό των αγροτών προς τιμήν του κ. Πρωθυπουργού εις τον κήπον “Ι. Μεταξά”.
( Φωτο από ΛΕΥΚΩΜΑ ΝΟΜΟΥ ΑΡΤΗΣ)


Απέναντι από του Κακαβά στη γωνία οδών Νόρμαν και Σκουφά. Στο βάθος αριστερά ο Β. Τσολιάς – Σινέ ΚΙΛΚΙΣ (μετέπειτα ΟΡΦΕΑΣ). Διακρίνονται επίσης οι : Λεωνίδας Βλάχος – υποδηματοποιός, Χρ. Μαιδάσης – μουσικός, Λάλος Ιωάννης και Τσόγκας Νικόλαος που είχαν το εξοχικό κέντρο Βελούχι, Αριστείδης Χρηστίδης και Πέτρος Κατσάνος
( Η φωτο είναι από το αρχείο του κ. Κ. Μπανιά ο οποίος έκανε και την σχετική έρευνα)
——————
Το πρώτο λεύκωμα του Νομού Άρτης εκδόθηκε το 1938 από τον εκδοτικό οίκο Α. Διαλησμά στην Αθήνα. Από τις 119 σελίδες του ένα μεγάλο μέρος καταλαμβάνουν τα ρεπορτάζ για την “Μεγαλειώδη υποδοχή του εθνικού αρχηγού κ. Ιωάννη Μεταξά εις Άρταν, η προσφώνησις του κ. Δημάρχου και ο ιστορικός λόγος του κ. Προέδρου εις τον λαόν της Άρτης”. Κατόπιν ακολουθεί “Διάλεξις περί κομμουνισμού του Νομάρχη Άρτας κ. Π. Βασιλάκη”, “Λόγοι του κ. Νομάρχου προς την Νεολαίαν και προς τους Αθλητάς” και τέλος ακολουθεί ιστορική επισκόπηση της Άρτας με αρκετές πληροφορίες για τα ιστορικά μνημεία, τις συγκοινωνίες, τα διάφορα έργα που είχαν γίνει, την γεωργία και κτηνοτροφία, τα προιόντα κτλ. Δεν πρέπει βέβαια να μας διαφεύγει το πολίτευμα και το πνεύμα της εποχής που εκδόθηκε το παρόν λεύκωμα καθώς κυριαρχούν τα εθνικοσοσιαλιαστικά συνθήματα και ένας τρόπος έκφρασης που σήμερα μας φαίνεται μάλλον “ανυπόφορος”. Το λεύκωμα περιέχει αρκετές φωτογραφίες οι οποίες είναι κακής ποιότητας, ωστόσο θα δημοσιεύσουμε μερικές για να σας μεταφέρουμε το πνεύμα της εποχής.
