Από τη μάχη του 1866 στις πρώτες φωτογραφίες
Η φωτογραφία που δημοσιεύθηκε το 1929 μαζί με το οδοιπορικό του Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ προς τη Μονή Σέλτσου έχει ιδιαίτερη αξία. Από όσο τουλάχιστον έχω μπορέσει να εντοπίσω μέχρι σήμερα, είναι η παλαιότερη γνωστή φωτογραφική απεικόνιση της Γέφυρας Κοράκου.
Κοιτάζοντάς την όμως προσεκτικότερα, ένα δεύτερο στοιχείο τραβά την προσοχή. Πάνω από τη γέφυρα, στην πλευρά της Θεσσαλίας, διακρίνεται ένα κτίριο. Είναι η Κούλια, το φυλάκιο που έλεγχε το πέρασμα.
Η ιστορία της, όπως και της δεύτερης Κούλιας που υπήρχε στην απέναντι πλευρά, προς τις Πηγές της Άρτας, είναι αρκετά πιο σύνθετη απ’ όσο δείχνουν οι σύντομες αναφορές που συναντά κανείς σήμερα.
Δύο Κούλιες για ένα σημαντικό πέρασμα
Η Γέφυρα Κοράκου δεν ήταν απλώς ένα εντυπωσιακό γεφύρι του Αχελώου. Για αιώνες αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα περάσματα που συνέδεαν την περιοχή της Άρτας και του Ραδοβιζίου με τα Άγραφα και τη Θεσσαλία.
Τη γέφυρα φρουρούσαν δύο Κούλιες – φυλάκια ή «καζάρμες», όπως επίσης αναφέρονται σε νεότερες πηγές – μία σε κάθε πλευρά του ποταμού.
Η μία βρισκόταν προς τη Συκιά και την Αργιθέα και είναι αυτή που σώζεται, έστω ερειπωμένη, μέχρι σήμερα. Η άλλη βρισκόταν προς τις Πηγές Άρτας, την παλιά Βρεστενίτσα, στην πλαγιά του Τσολάκη.
Για τη δεύτερη γνωρίζουμε πολύ λιγότερα. Σύμφωνα με την καταγραφή του Μενέλαου Παπαδημητρίου, μέχρι το 1979 σώζονταν ακόμη κατάλοιπά της – συγκεκριμένα η γωνία του δυτικού και του βόρειου τοίχου – και τότε τραβήχτηκε σχετική φωτογραφία. Τη φωτογραφία αυτή δεν έχω μέχρι στιγμής καταφέρει να εντοπίσω.
Μια Κούλια στη μάχη του 1866
Η παρουσία Κούλιας στη Γέφυρα Κοράκου τεκμηριώνεται ήδη τον 19ο αιώνα και συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική σημασία του περάσματος.
Τον Δεκέμβριο του 1866, κατά την εξέγερση στο Ραδοβίζι και τα Άγραφα, η γέφυρα βρέθηκε στο επίκεντρο πολεμικών επιχειρήσεων.
Ιδιαίτερα πολύτιμη είναι η αναφορά του Ρώσου υποπροξένου της Άρτας Ν. Βαρζέλη, της 30ής Δεκεμβρίου 1866, προς το Ρωσικό Προξενείο Ιωαννίνων. Περιγράφοντας τις συγκρούσεις αναφέρει την Κούλια που κατείχαν οι επαναστάτες και την προσπάθεια των οθωμανικών δυνάμεων να την καταστρέψουν με πυροβολικό.
Σε μεταγενέστερη αφήγηση του Δημητρίου Φ. Καρατζένη αναφέρεται επίσης ότι οι επαναστάτες του Αλεξανδρή κατείχαν το αριστερό μέρος της γέφυρας και την «Τουρκική Κούλια».
Χρειάζεται όμως εδώ μια επιφύλαξη: η μαρτυρία του 1866 αποδεικνύει την ύπαρξη Κούλιας, δεν μας επιτρέπει όμως ακόμη να την ταυτίσουμε με βεβαιότητα με το σωζόμενο κτίριο που βλέπουμε αργότερα στις φωτογραφίες.
Και ο λόγος βρίσκεται σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μαρτυρία λίγες δεκαετίες αργότερα.
Ο Alfred Philippson στη Γέφυρα Κοράκου, το 1893
Το 1893 πέρασε από εδώ ο Γερμανός γεωγράφος και γεωλόγος Alfred Philippson, κατά τη μεγάλη ερευνητική περιοδεία του στη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Το ταξίδι του πραγματοποιήθηκε το 1893 και τα αποτελέσματά του δημοσιεύθηκαν το 1897 στο έργο Thessalien und Epirus. Reisen und Forschungen im nördlichen Griechenland.
Ο Philippson ερχόταν προς τη Γέφυρα Κοράκου από τα δυτικά, από την πλευρά της Άρτας, και κατευθυνόταν προς τη Θεσσαλία.
Η περιγραφή του είναι πολύτιμη, γιατί δεν καταγράφει μόνο τη γέφυρα. Καταγράφει και τα δύο φυλάκια.
Πριν εισέλθει στη γέφυρα από τα δυτικά γράφει ότι πέρασε από:
«τα ερείπια ενός φυλακίου»
(Ruinen eines Wachthauses).
Επομένως, το 1893 το φυλάκιο της δυτικής, αρτινής πλευράς ήταν ήδη ερειπωμένο.
Όταν όμως πέρασε τον Αχελώο, η εικόνα ήταν διαφορετική. Λίγα βήματα μετά τη γέφυρα συνάντησε ένα:
«νέο φυλάκιο»
(neues Wachthaus).
Και εδώ ο Philippson μάς δίνει μια σπάνια και λεπτομερή περιγραφή της λειτουργίας του.
Το κτίριο καταλάμβανε ολόκληρο τον στενό χώρο ανάμεσα στον βράχο και τον ποταμό. Ο δρόμος δεν περνούσε δίπλα του αλλά μέσα από το ισόγειό του.
Πάνω ακριβώς από το πέρασμα βρισκόταν ο χώρος διαμονής των στρατιωτών, οι οποίοι είχαν ως αποστολή να φυλάσσουν τη στενή δίοδο.
Η εικόνα είναι χαρακτηριστική: όποιος περνούσε τη Γέφυρα Κοράκου και ήθελε να συνεχίσει προς τη Θεσσαλία ήταν υποχρεωμένος να περάσει μέσα από την Κούλια.
Ο Philippson μάλιστα σχολιάζει και μια αδυναμία της κατασκευής. Το πέρασμα κάτω από τον χώρο της φρουράς δεν ήταν θολωτό και θεωρούσε ότι μια ομάδα ληστών θα μπορούσε να ανάψει φωτιά από κάτω και με τον καπνό να αναγκάσει τους στρατιώτες να εγκαταλείψουν τον επάνω όροφο.
Και κλείνει την περιγραφή του με μια μικρή, αλλά εξαιρετικά ζωντανή λεπτομέρεια:
εκείνη τη στιγμή στο φυλάκιο βρισκόταν μόνον ένας στρατιώτης.
Η μαρτυρία του Philippson έχει ιδιαίτερη σημασία και για έναν ακόμη λόγο. Το 1893 χαρακτηρίζει το φυλάκιο της θεσσαλικής πλευράς «νέο».
Αυτό δημιουργεί ένα ενδιαφέρον ερώτημα για τη χρονολόγησή του. Μήπως επρόκειτο για σχετικά πρόσφατη τότε κατασκευή; Μήπως είχε αντικαταστήσει κάποιο παλαιότερο φυλάκιο;
Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε.
Και αξίζει να σημειωθεί κάτι ακόμη. Ο Philippson δεν αποκαλεί το συγκεκριμένο κτίριο «τελωνείο». Χρησιμοποιεί τον όρο Wachthaus, δηλαδή φυλάκιο, και περιγράφει τους στρατιώτες που είχαν ως αποστολή τη φύλαξη του περάσματος.
Σήμερα το Υπουργείο Πολιτισμού τοποθετεί γενικά το σωζόμενο κτίσμα στον 19ο αιώνα και αναφέρει τη χρήση του ως τελωνείου. Ωστόσο, σε τεχνική αυτοψία της ΔΑΒΜΜ του 2017 σημειώνεται ρητά ότι το έτος κατασκευής της Κούλιας δεν έχει προσδιοριστεί.
Και μια επιστολή του 1710 που χρειάζεται προσοχή
Με την Κούλια έχει συνδεθεί και μια πολύ παλαιότερη επιστολή, γραμμένη στο Πετρίλο τον Ιούλιο του 1710 και απευθυνόμενη στον ηγούμενο της Μονής Δουσίκου Αθανάσιο.
Η επιστολή είναι πράγματι πολύτιμη για την ιστορία της Γέφυρας Κοράκου. Αναφέρεται στην ανακαίνιση της γέφυρας και στην ανάγκη να διορθωθεί ένα επικίνδυνο σημείο της οδού, μια «σκάλα», ώστε να εξασφαλιστεί η ασφαλής διέλευση.
Σε νεότερη παρουσίαση του τεκμηρίου διατυπώθηκε η άποψη ότι η επιστολή περιγράφει πιθανότατα την κατασκευή της Κούλιας.
Το ίδιο το κείμενο όμως δεν αναφέρει Κούλια, φυλάκιο ή κατασκευή τέτοιου κτιρίου.
Γι’ αυτό θεωρώ ασφαλέστερο να μη χρησιμοποιείται η επιστολή του 1710 ως τεκμήριο για τη χρονολόγηση της Κούλιας.
1929 – η Κούλια μπροστά στον φωτογραφικό φακό
Και ερχόμαστε πάλι στη φωτογραφία του οδοιπορικού του Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ.
Το 1929 δεν έχουμε πλέον μόνο περιγραφές. Έχουμε την εικόνα.

Η μεγάλη καμάρα της Γέφυρας Κοράκου χαμηλά και, ψηλότερα, σχεδόν σφηνωμένη ανάμεσα στον βράχο και το πέρασμα, η Κούλια της θεσσαλικής πλευράς.
Η φωτογραφία μάς βοηθά να καταλάβουμε πολύ καλύτερα όσα είχε γράψει ο Philippson λίγες δεκαετίες νωρίτερα. Βλέπουμε πόσο απότομο ήταν το ανάγλυφο, πόσο περιορισμένος ο διαθέσιμος χώρος και πόσο αποτελεσματικά μπορούσε το συγκεκριμένο κτίριο να ελέγχει την κίνηση από και προς τη γέφυρα.
Και, από όσο έχω μέχρι σήμερα μπορέσει να εντοπίσω, πρόκειται για την παλαιότερη γνωστή φωτογραφία της Γέφυρας Κοράκου.
Και ύστερα ήρθε ο Σπύρος Μελετζής
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1937–1938, ο Σπύρος Μελετζής βρέθηκε στην περιοχή και φωτογράφισε και αυτός τη Γέφυρα Κοράκου.

Σε μία από τις λήψεις του η Κούλια διακρίνεται καθαρά, δεξιά από τη γέφυρα. Η φωτογραφία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, γιατί το κτίριο φαίνεται αρκετά καλά ώστε να διακρίνεται η σχέση του με τον δρόμο, τον βράχο και το ίδιο το πέρασμα.
Σε αρκετές αναπαραγωγές της φωτογραφίας που κυκλοφορούν σήμερα, το κάδρο έχει περιοριστεί κυρίως στη γέφυρα, με αποτέλεσμα η Κούλια να μη διακρίνεται. Στην πληρέστερη όμως λήψη βρίσκεται εκεί, αποτελώντας μέρος της συνολικής εικόνας του περάσματος.
Και δεν είναι ίσως τυχαίο. Ο Μελετζής, που κατέγραφε με τον φακό του όχι μόνο τα τοπία αλλά και τα ίχνη της ζωής και της ιστορίας ενός τόπου, δύσκολα θα άφηνε απαρατήρητο ένα τέτοιο κτίσμα.
Μικρές λεπτομέρειες που δεν πρέπει να χαθούν
Οι νεότερες τοπικές καταγραφές διασώζουν και ορισμένες μικρότερες πληροφορίες για την Κούλια.
Στη βόρεια πλευρά του σωζόμενου φυλακίου υπήρχε τζάκι, η βάση του οποίου ξεκινούσε από το ισόγειο και η καπνοδόχος έφθανε έως τη στέγη. Η πληροφορία ταιριάζει με την περιγραφή του Philippson για τον χώρο διαμονής των στρατιωτών στον επάνω όροφο.
Υπάρχει επίσης προφορική μαρτυρία της Αργυρώς Ν. Παπαδημητρίου ότι μέσα στην Κούλια υπήρχε καμπανάκι. Ο Μενέλαος Παπαδημητρίου διατυπώνει την υπόθεση ότι ίσως επρόκειτο για παλαιότερο καμπανάκι της γέφυρας που είχε μεταφερθεί εκεί. Αυτό όμως παραμένει υπόθεση. Το ασφαλές στοιχείο είναι η προφορική μνήμη για την παρουσία του καμπανακιού μέσα στην Κούλια.
Στην πλευρά των Πηγών, πριν από την είσοδο στη γέφυρα, αναφέρεται ακόμη ότι υπήρχε εικόνισμα αφιερωμένο στον Άγιο Βησσαρίωνα, τον οποίο η παράδοση συνδέει με την κατασκευή του γεφυριού.
Μικρές λεπτομέρειες, ασφαλώς. Είναι όμως αυτές που μας επιτρέπουν να δούμε το πέρασμα όχι μόνο ως ένα μεγάλο τεχνικό έργο, αλλά ως έναν χώρο που λειτουργούσε καθημερινά.
Από τη γέφυρα έμεινε η Κούλια
Στις 28 Μαρτίου 1949, μέσα στις συγκρούσεις του Εμφυλίου, η Γέφυρα Κοράκου ανατινάχθηκε.
Η Κούλια της θεσσαλικής πλευράς επέζησε, αν και σήμερα βρίσκεται σε κακή κατάσταση. Η επίσημη αυτοψία του 2017 καταγράφει την κατάρρευση της στέγης, την απώλεια των κουφωμάτων και σοβαρές ρηγματώσεις στην τοιχοποιία.
Από την άλλη Κούλια, προς τις Πηγές, είχαν απομείνει το 1979 μόνο τμήματα δύο τοίχων. Σήμερα δεν σώζεται.
Έτσι, κοιτάζοντας σήμερα τη φωτογραφία του 1929 και εκείνη του Σπύρου Μελετζή λίγα χρόνια αργότερα, δεν βλέπουμε απλώς ένα γεφύρι που χάθηκε.
Βλέπουμε ολόκληρη τη λειτουργία ενός παλιού περάσματος: τη γέφυρα, τον Αχελώο, τον δύσβατο δρόμο, τον βράχο και την Κούλια που έλεγχε τη διάβαση.
Και ίσως αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που οι μεταγενέστερες, συχνά περικομμένες φωτογραφίες της Γέφυρας Κοράκου δεν μας άφησαν εύκολα να δούμε.
Σημ.: Οι παλιές φωτογραφίες που συνοδεύουν την ανάρτηση, λόγω της παλαιότητας και της κατάστασης των πρωτοτύπων, έχουν υποστεί ήπια ψηφιακή επεξεργασία για τη βελτίωση της ευκρίνειας και της αναγνωσιμότητάς τους, χωρίς αλλοίωση του περιεχομένου τους.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Alfred Philippson, Thessalien und Epirus. Reisen und Forschungen im nördlichen Griechenland, herausgegeben von der Gesellschaft für Erdkunde zu Berlin, Berlin, W. H. Kühl, 1897. Το ταξίδι στο οποίο βασίζεται το έργο πραγματοποιήθηκε το 1893. Ιδιαίτερα σημαντική για το θέμα είναι η διαδρομή από την Άρτα μέσω Καλεντίνης και Μηλιανών προς τη Γέφυρα Κοράκου και τη Θεσσαλία.
Ψηφιοποιημένο έργο του Alfred Philippson
Ν. Βαρζέλης, Ρώσος Υποπρόξενος Άρτας, αναφορά προς το Ρωσικό Προξενείο Ιωαννίνων, Άρτα, 30 Δεκεμβρίου 1866, αρ. 40. Η αναφορά χρησιμοποιείται σε μελέτη δημοσιευμένη στον Σκουφά και αποτελεί την πρωτογενή μαρτυρία για την Κούλια που κατείχαν οι επαναστάτες κατά τις συγκρούσεις του 1866.
Δημήτριος Φ. Καρατζένης, Αι Επαναστάσεις της Άρτης του 1866 και 1878, Αθήνα 1974, σ. 33–34. Αναφέρεται στην κατάληψη του αριστερού μέρους της γέφυρας και της «Τουρκικής Κούλιας» από τους επαναστάτες του Αλεξανδρή.
Επιστολή ανώνυμου επισκόπου προς τον ηγούμενο της Μονής Δουσίκου Αθανάσιο, Πετρίλο, Ιούλιος 1710. Αφορά την ανακαίνιση της Γέφυρας Κοράκου και τις εργασίες στην οδό. Η ίδια η επιστολή δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ασφαλές τεκμήριο για την κατασκευή της Κούλιας.
Μενέλαος Παπαδημητρίου, «Γέφυρα Κοράκου: 64 χρόνια από την ανατίναξή της». Περιλαμβάνει πληροφορίες για τις δύο Κούλιες, τη χαμένη Κούλια των Πηγών και τη φωτογράφηση των καταλοίπων της το 1979, καθώς και για το τζάκι, το καμπανάκι και το εικόνισμα του Αγίου Βησσαρίωνα.
Κείμενο του Μενέλαου Παπαδημητρίου
Σ. Παπατζανή – Χρ. Κολλιάκος, ΔΑΒΜΜ, Αναφορά στα πέτρινα γεφύρια του Δήμου Αργιθέας Ν. Καρδίτσας, Έκθεση Αυτοψίας, Δεκέμβριος 2017. Στην ενότητα «Κούλια (φυλάκειο) στην ανατιναγμένη γέφυρα Κοράκου» καταγράφεται ότι σώζεται μία από τις δύο Κούλιες και ότι το έτος κατασκευής της δεν έχει προσδιοριστεί.
Έκθεση αυτοψίας της ΔΑΒΜΜ
Οδοιπορικό του Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ προς τη Μονή Σέλτσου, 1929. Από τη δημοσίευση προέρχεται η φωτογραφία της Γέφυρας Κοράκου με την Κούλια.
Σπύρος Μελετζής, φωτογραφική αποτύπωση της Γέφυρας Κοράκου, 1937–1938. Σε πλήρη λήψη της γέφυρας διακρίνεται καθαρά και η Κούλια της θεσσαλικής πλευράς.







