Ο πληθυσμός της περιοχής του Ξηροβουνίου το 1940

Ο πληθυσμός στα χωριά του Ξηροβουνίου στις παραμονές του πολέμου του 1940, ήταν κατανεμημένος σύμφωνα με τον πίνακα που ακολουθεί…(Πηγή : ΕΣΥΕ, Αποτελέσματα απογραφής 1940, όπως δημοσιεύτηκε στην διδακτορική διατριβή ΟΙ ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΙ ΤΟΥ ΕΔΕΣ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ, Βαγγέλης Τζούκας, Αθήνα, 2003)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Βουνό “ΖΟΥΡΑ”

Φωτογραφία με την πλαγιά του βουνού “Ζούρα”, χιονισμένου, στους πρόποδες του οποίου βρίσκονται τα χωριά Αστροχώρι και Μεγαλόχαρη. (Φωτο από αρχείο Κ.Κ.)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Προσωπική εργασία κατοίκων στα ορεινά της Άρτας

Φωτογραφία με στιγμιότυπο από την προσωπική εργασία των κατοίκων ορεινού χωριού της Άρτας.

Η φωτογραφία φέρει την παρακάτω σημείωση : “Επικονίζονται κάτοικοι της Κοινότητος, εργαζόμενοι εν διαλήματι της προσωπικής εργασίας εις Νεκροταφείον Κοινότητος. Φωτογραφούμενοι επί του υπ’ αρ’ 151073 Δ.Χ. αυτοκινήτου. Διακρίνονται εξ αριστερών προς τα δεξιά : Ο Πρόεδρος της Κοινότητος μετά του οδηγού του αυτοκινήτου, ο Γραμματεύς της Κοινότητος  εις το κουβούκλιον του αυτοκινήτου  και πολλοί κάτοικοι, άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι την 18 – 8 – 1968”. (Φωτο από αρχείο Κ.Κ.)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Το αγροτικό ζήτημα στην περιοχή της Άρτας

Εγκαινιάζουμε σήμερα μια νέα κατηγορία αναρτήσεων σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χωριών στην περιοχή της Άρτας και το αγροτικό ζήτημα που προέκυψε αμέσως μετά την απελευθέρωση της περιοχής το 1881 και αργότερα το 1913. Στην εν λόγω κατηγορία θα μπορεί κάποιος να βρει και ότι σχετικό έχουμε αναρτήσει γι’ αυτό το θέμα μέχρι σήμερα.

Τον πρώτο γραπτό σχολιασμό περί του αγροτικού ζητήματος στην Άρτα μπορεί κανείς να τον διαβάσει στο βιβλίο του Σ. Παγανέλη, στρατιωτικού ρεπόρτερ και αργότερα Νομάρχη Άρτης, Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΨΙΣ ΑΡΤΗΣ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ*. Εκεί ο συγγραφέας κάνει μια πρώτη αποτίμηση του ζητήματος που είχε ήδη αρχίσει να απασχολεί τον αγροτικό πληθυσμό της περιοχής αμέσως μετά την απελευθέρωση.

Γράφει μεταξύ άλλων στις 13 Ιουλίου 1881 : «…..Τα κτήματα αυτά, η μεταβίβαση της κυριότητας των οποίων έγινε, όπως μου είπαν με όλους τους κανόνες της ισχύουσας νομοθεσίας, τα αμφισβητούν ή προσπαθούν να τα αμφισβητήσουν από τους σημερινούς τους κατόχους οι καλλιεργητές τους, ισχυριζόμενοι ότι πριν από χρόνια αυτά ανήκαν στους προγόνους τους και ότι αφού «έγεινεν ελληνικό» θα πάρουν τα κτήματά τους πίσω. Άρχισαν ήδη να αρνούνται να πληρώσουν στους ενοικιαστές και τον φόρο που είχε συμφωνηθεί όταν υφίστατο η προηγούμενη διοίκηση. Παρατήρησα δε με κάποια λύπη ότι η πρώτη ιδέα που πέρασε από το νου μερικών, όχι όλων, ήταν, μετά τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους, να αρνηθούν να πληρώσουν τους φόρους και τα δοσίματα, ερμηνεύοντας την πολιτική μεταβολή καθαρά συμφεροντολογικά. Αυτό όσο άπορο και αν είναι και όσο κι αν δείχνει άγνοια της σύμβασης και των διαταγμάτων της ελληνικής κυβέρνησης σύμφωνα με τα οποία η διοίκηση θα εξακολουθήσει να λειτουργεί όπως με το προηγούμενο καθεστώς, με επουσιώδεις ίσως μεταβολές, δύναται να τύχει κάποιας μικρής συγνώμης και επιεικέστερης κριτικής μια και πρόκειται για χωρικούς οι οποίοι σκέπτονται, εκτιμούν και ερμηνεύουν τα πράγματα κυρίως από άποψη συμφέροντος. Το όνομα της κυβέρνησης, αναμεμιγμένο ασεβώς στην υπόθεση αυτή, φέρεται ως ασπίδα που προστατεύει όσους εισηγούνται αυτά τα θέματα, ουδεμία δε αμφιβολία δεν υπάρχει ότι ο κ. πρόεδρος της κυβερνήσεως, όταν το μάθει θα δηλώσει την δυσαρέσκειά του. Το άρθρο 4 της τελευταίας Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης ορίζει ρητά ότι «το της ιδιοκτησίας δικαίωμα επί των αγροκηπίων, βοσκών, λειβαδίων, νομών (κισλάκ), δασών και παντοίων γαιών ή άλλων ακινήτων, κατεχομένων υπό ιδιωτών και κοινοτήτων, δυνάμει φιρμανίων, χοτζετίων, ταπίων και άλλων τίτλων ή και κατά τας διατάξεις του οθωμανικού νόμου, εντός των εις την Ελλάδα παραχωρούμενων μερών, θέλει αναγνωρισθή υπό της ελληνικής κυβερνήσεως». Το δε β’ εδάφιο του 6ου άρθρου καθορίζει ότι «….ουδεμία τροποποίησις δύναται να επιτευχθή εις τας μεταξύ ιδιοκτήτου και καλλιεργητού σχέσεις, ειμή δια γενικού νόμου, εφαρμοστέου καθ’ όλον το βασίλειον». Μετά από τέτοια κείμενα και εφόσον δεν διευκρινιστούν επισταμένως τα ζητήματα που χωρίζουν τους χωρικούς και τους γαιοκτήμονες, όποια βάση κι αν έχουν μη θεσμικές εισηγήσεις που προκαλούν πονηρές σκέψεις και πόθους αχαλίνωτους ρίχνοντας τον σπόρο για να προκληθούν επικίνδυνα αγροτικά ζητήματα και πάνω απ’ όλα δημιουργούν δυσχέρειες στην κυβέρνηση που πρέπει να είναι ελεύθερη από τέτοια θέματα ώστε να ασχοληθεί με τα της οργάνωσης, εγείρει κατά τις παραμονές της εκχώρησης στη Ελλάδα της Θεσσαλίας υπόνοιες στα μυαλά των Οθωμανών γαιοκτημόνων της επαρχίας κυρίως εκείνης, ότι δηλαδή η ιδιοκτησία τους κινδυνεύει από – ποιος ξέρει τίνος – τις μηχανορραφίες. Βεβαίως αν υπάρχουν κτηματικές αμφισβητήσεις τα ελληνικά δικαστήρια που θα εγκατασταθούν σύντομα στη περιοχή αυτή θα επιληφθούν της κατάστασης με ζήλο και ακεραιότητα ώστε να λυθούν τυχόν διαφορές. Κανένας όμως δεν έχει το δικαίωμα να δημοκοπεί και να βλάπτει τα μεγάλα συμφέροντα του τόπου και κανείς δεν πρέπει να επαγγέλλεται ότι θα πρέπει να αποφασίσει η Βουλή για τη λύση ζητημάτων που υπάγονται καθαρά στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων….».

Σύμφωνα με το εισαγωγικό κείμενο του βιβλίου που θα αναρτήσουμε σήμερα και έχει το τίτλο ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΡΤΗΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΕΤΩΝ 1882 – 84, «…από πηγές είναι γνωστό, ότι στα τέλη του 13ου αι. οι αγρότες της περιοχής της Άρτας, όχι μόνον αρνιόνταν να δώσουν τους φόρους ή τα δώρα  που τους ζητούσαν οι γαιοκτήμονες, αλλά έπαιρναν και καλλιεργούσαν με τη βία χωράφια που ανήκαν σε Βυζαντινούς ή Φράγκους τιμαριούχους, με αποτέλεσμα να γίνουν ένοπλες συγκρούσεις που κατέληξαν σε φόνους παροίκων…». Μπορείτε να διαβάσετε τον πρόλογο και το εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου στο λινκ https://doxesdespotatou.com/wp-content/uploads/2024/02/ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ-ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ-ΑΡΤΗΣ-1882-84.pdf

*Το βιβλίο του Σ. Παγανέλη μπορείτε να το βρείτε στο λινκ https://doxesdespotatou.com/i-stratiotiki-katalipsis-artis-aposp/

Στη φωτογραφία το εξώφυλλο του βιβλίου «ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΡΤΗΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΕΤΩΝ 1882 – 84», Κατερίνα Πατσαλιά – Λόλα Τερζοπούλου, Άρτα, 1981. Ευχαριστούμε θερμά τον δικηγόρο Άρτης κ. Μιχάλη Νικολάου που μας παραχώρησε αντίγραφο του βιβλίου. 

Δημοσιεύθηκε στη Το αγροτικό ζήτημα στην περιοχή της Άρτας | Σχολιάστε

Σοκάκι δίπλα στο Κάστρο!

Το σοκάκι που διατρέχει την νότια πλευρά του Κάστρου της Άρτας με τα πετρόχτιστα, παλιά σπίτια…..

Δημοσιεύθηκε στη Ό,τι έχει απομείνει απ’ την Άρτα του χτες….. | Σχολιάστε

Άγιος Κωνσταντίνος – Χώσεψη

Το εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου στη Χώσεψη (νυν Κυψέλη) Άρτης, ένα όμορφο δείγμα πετρόχτιστης μικρής εκκλησίας από ντόπιους μαστόρους. Η φωτογραφία είναι από τη δεκαετία του ’60 – ’70. (Από συλλογή Κ.Κ.)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ – Οι Χτίστες – Πετράδες (β’ μέρος)

“…..Οι μάστοροι (χτίστες και πετράδες) προέρχονταν από τα ορεινά χωριά των Τζουμέρκων : Κτιστάδες, Άγναντα, Χριστοί, Ραφταναίοι, Γρετσίστα, Κουκούλια, Χουλιαράδες. Το κυριότερο .ομως χωριό ήταν η Πράμαντα, φημισμένο μαστοροχώρι της περιοχής, στο οποίο χρωστάμε μερικά από τα καλύτερα δείγματα της τέχνης τους. Οι Πραμαντιώτες ήταν οι καλύτεροι τεχνίτες, όχι μόνο στα Τζουμερκοχώρια, αλλά και στην Ήπειρο γενικότερα και λόγω της φήμης τους προσκαλούνταν και πήγαιναν και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Πρόσφεραν την τέχνη τους αρχικά στην Άρτα και αργότερα στην Αιτωλοακαρνανία, στη Φθιώτιδα και στη Βοιωτία. Τη δεκαετία 1930 – 40 ανοικοδόμησαν ολόκληρη σχεδόν την Ευρυτανία. Μεταπολεμικά εργάστηκαν στα Επτάνησα, στην Πελοπόννησο, στη Θεσσαλία.

Η συμφωνία για το χτίσιμο του σπιτιού ή ενός έργου ήταν προφορική : το έπαιρναν ξεκοπή, άλλοτε πανοφάι (με φαγητό) ή ξίψωμα  (χωρίς φαγητό).

Ο πρωτομάστορας, αφού άκουγε τη συμβουλή των γερόντων έφτιαχνε κάποιο σχέδιο. Η κατασκευή ξεκινούσε με τη θεμελίωση και ο παππάς διάβαζε τις σχετικές ευχές για να’ ναι ευλογημένο και στέρεο το έργο. Το έθιμο απαιτούσε οπωσδήποτε μάτωμα – ράντισμα των θεμελίων με αίμα (κόκορα ή άλλου σφάγιου) για να στεριώσουν. Από κει και πέρα ο καθένας ήταν στο πόστο του : οι νταμαρτζήδες έβγαζαν την πέτρα, τα ζώα την κουβαλούσαν – ακόμα και οι γυναίκες φορτώνονταν στις πλάτες τους τις πλάκες – οι πελεκάνοι πελεκούσαν αριστουργηματικά τις πέτρες, ο αρχιμάστορας επόπτευε τελετουργικά τη διαδικασία, γνωρίζοντας τα μύρια όσα της δουλειάς…..

Το πάχος του τοίχου ήταν συνήθως ένα μέτρο. Κάθε ενάμισι μέτρο ύψος τοποθετούσαν ξύλα, την ξυλοδεσιά, που δεν εξείχε εξωτερικά για να μην βρέχεται και σαπίζει. Τα ξύλα τοποθετούνταν όχι μόνο για ομορφιά και κομψότητα αλλά κυρίως για την ανθεκτικότητα της οικοδομής, ιδίως όταν το αρμολόγημα γινόταν με λάσπη. Συνήθως όμως η αρμολόγηση γινόταν με άμμο και ασβέστη, που την έπαιρναν από τις ασβεσταριές της Άρτας, που βρίσκονταν στο λόφο της Περάνθης κοντά στο ποτάμι και την άμμο από το ποτάμι.

Οι βοηθοί του πρωτομάστορα, τα τσιράκια δηλαδή, ετοίμαζαν τη λάσπη που τη μετέφεραν με το πηλοφόρι, την ειδική ξύλινη σκάφη που λεγόταν «γκόβατ», γι’ αυτό τους έλεγαν «γκοβατζήδες». Τον υπόλοιπο χρόνο έσπαγαν και κουβάλαγαν με τα ζώα πέτρες, ασβέστη, άμμο, αγκωνάρια και κατώφλια για πόρτες και παράθυρα.  Δούλευαν στους χώρους της δουλειάς από την ανατολή μέχρι τη δύση, ποτέ χωρίς φαγητό, υπολογισμένο στο μεροκάματό τους (το ξίψωμα).

Πάνω από τις πόρτες και τα παράθυρα μπαίνουν τα πλακώματα, ξύλινα ή πέτρινα. Η χρονολογία κατασκευής χαράσσεται σε εμφανές σημείο και αποτελείται από ένα Σταυρό ή άλλα σχέδια. Το ωράριο εργασίας όλων ήταν εξαντλητικό, γι’ αυτό όλοι τους ήταν ξερακιανοί, αδύνατοι, ηλιοκαμένοι και σπαθάτοι…

Η μεγαλύτερη χαρά τους ήταν η τελευταία μέρα της δουλειάς τους δηλαδή το Σάββατο. Πως και πως περίμεναν το Σάββατο οι μάστοροι  και τα τσιράκια να σχολάσουν και να πάρουν τον βδομαδιάτικο κόπο τους… «Σάββατο να’ ναι μάστορα κι ας είναι χίλιες ώρες»!

Οι περισσότεροι ήταν τελείως αγράμματοι, χωρίς την παραμικρή μηχανική και στατική γνώση. Δεν υπήρξαν απλώς μάστοροι, αλλά πρακτικοί μηχανικοί και αρχιτέκτονες δηλαδή δημιουργοί ανόθευτης και πηγαίας λαϊκής αρχιτεκτονικής παράδοσης. Δημιουργούσαν άλλοτε ξακουστά γεφύρια με παράτολμα τόξα, σκάλες, βρύσες, πλατείες, πέτρινες αυλές, όμορφες εκκλησίες με καλοπελεκημένες πέτρες, αγκωνάρια και αρχοντικά σφραγισμένα από την τέχνη τους που αποτελούσε συνέχεια της Βυζαντινής τέχνης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας”.  [Πηγή : ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ, Γ. Κουτσούμπας, Αθήνα, 2004]

Μπορείτε να διαβάσετε και παλαιότερη ανάρτησή μας σχετικά στο λινκ https://doxesdespotatou.com/oi-koydaraioi/

Στη φωτογραφία ” Συνεργείο μαστόρων στην Άρτα”. (Η φωτογραφία είναι από τη συλλογή Κ.Β.)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Το Γεφύρι της Πολιτσάς!

Η Γέφυρα Πολιτσάς στον Άραχθο, ανάμεσα στο Φορτόσι και το Αμπελοχώρι, έργο του αρχιμάστορα Νίκου Μάτζου από τους Ραφταναίους, σε φωτογραφία του Παναγιώτη Βοκοτόπουλου τον Μάιο του 1971. (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Π. Βοκοτόπουλος, Θεσσαλονίκη, 2011)

Μπορείτε να δείτε κι άλλες αναρτήσεις για το Γεφύρι της Πολιτσάς στο λινκ https://doxesdespotatou.com/to-gefyri-tis-politsas/

στο λινκ https://doxesdespotatou.com/to-gefyri-tis-politsas-2/

και στο λινκ https://doxesdespotatou.com/odos-apo-artas-eis-kalarrytas-dia-tis-a/

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

Τζουμερκιώτες μάστοροι στην Κεφαλλονιά…

Μάστοροι από το Δίστρατο στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς για τα έργα μετά τους σεισμούς του 1953. Από αριστερά : Νίκος Παπανικολάου, Νίκος Δοσούλας, Θεόφιλος Πάλλας, Γιώργος Κόκκινος (από τα Ποτιστικά), Βασίλης Ντάλας και κάποιος Κεφαλλονίτης. (Πηγή : ΤΟ ΔΙΣΤΡΑΤΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ, Χ. Ντάλας, Αθήνα, 2008)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ – Οι Χτίστες – Πετράδες

«Έστρωνε η Σαρακοστή κι άρχιζε μ’ αυτή η παστρική ζωή : δουλειά και φρονιμάδα….. Οι γιορτές είχαν περάσει και μ’ αυτές μαζί και τα γλέντια του χειμώνα. Τώρα στο χωριό σεργιάνιζε η άκαρδη «Διώχνω» με τη σκούπα….Έτσι είχαν βαφτίσει τη φευγάλα «Διώχνω». Τη φαντάζονταν γριά, κακιά, στριμμένη…άμα έρχονταν η μέρα της, ξύπναγε πρωί – πρωί. Άρπαζε τη σκούπα κι έφερνε γύρω το χωριό. Απ’ τα χέρια της κανένας δεν μπορούσε να γλυτώσει….».

Η Διώχνω, γριά κακιά που όλοι την αποστρέφονταν όπως τη χολέρα ή την πανούκλα, γύριζε και μάζευε με τη σκούπα της μαστόρους και μαστορόπουλα. Στα χωριά θα έμεναν μόνο οι γυναίκες, τα παιδιά, οι γέροι κι ο παπάς. Με ορμητήρια τα χωριά τους, τα μαστοροχώρια, οι τεχνίτες ανέπτυσσαν μια αξιοσημείωτη επαγγελματική κινητικότητα, έναν επαγγελματικό νομαδισμό, που εντυπωσιάζει αν σκεφτεί κανείς τις δυσκολίες και τους κινδύνους των ταξιδιών τότε, σ’ έναν ευρύτερο γεωγραφικό ορίζοντα.

Οι πλανόδιοι τεχνίτες – χτίστες ή κουδαραίοι  (κούδα = πέτρα, κουδάρης= ο άνθρωπος της πέτρας, ο μάστορας) – ήταν άτυπα οργανωμένες ομάδες, παρέες ή μπουλούκια ή κομπανίες ή τσούρμα και αποτελούνταν από τέσσερις μαστόρους, ένα ή δύο πελεκάνους, δυο-τρεις νταμαρτζήδες για να βγάζουν την πέτρα στο νταμάρι, καθώς και τρία ως πέντε παιδιά για τη μεταφορά της πέτρας και της λάσπης. Τα μαστορόπουλα, που πολλές φορές δεν ήταν ούτε δεκάχρονα, υπέφεραν στη δουλειά.

«Τον πήραν τον Κολιό, τον πήραν οι μαστόροι,

Παιδί απ’ το σκολειό, να μάθει πηλοφόρι», γράφει ο Γιώργος Κοτζιούλας.

Η συγκρότηση της ομάδας στηριζόταν κατά κανόνα στις συγγενικές σχέσεις. Συχνά το μπουλούκι συγκροτούνταν από τον πρωτομάστορα για ένα μόνο ταξίδι, δεν είχε μόνιμο χαρακτήρα. Συνήθως διαρκούσε από το Μάρτη μέχρι τα τέλη Οκτώβρη. Ο τρόπος ζωής τους ήταν κοινοβιακός : οργάνωναν από κοινού τη διατροφή τους, τη στέγασή τους, την μεταφορά των πραγμάτων τους. Τα μέλη ήταν ισότιμα και μη και η αμοιβή των ισότιμων ήταν ανάλογη με τα κέρδη, ενώ των μη ισότιμων με το μερίδιο. Κάθε χτίστης, εκτός απ’ τα σκεπάσματά τυου και τα ρούχα του, έπρεπε να έχει  και τα δικά του σύνεργα : σφυρί, μυστρί, κοπίδια, χτένια, γωνία, ζύγι, αλφάδι, κορδέλα. Ο πρωτομάστορας θα φρόντιζε για τις βαριές, τις βαριοπούλες, λοστούς, παραμάνες, κασμάδες, τενεκέδες, κοπάνες κ.λ.π.

Ορόσημο της έναρξης των ταξιδιών ήταν το τέλος της Αποκριάς, όταν άνοιγαν οι ορεινοί, ημιονικοί κυρίως, δρόμοι. Τη ημέρα της αναχώρησης ήταν έτοιμοι πρωί – πρωί. Συχνά οι μάστοροι είχαν δικά τους ζώα. Αν υπήρχε η δυνατότητα, πήγαιναν καβάλα τη συχνά πολυήμερη και κοπιαστική διαδρομή, ενώ τα μαστορόπουλα βάδιζαν πάντοτε πεζή.

Ποικίλα ήταν τα έθιμα, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες της αναχώρησης, που γίνονταν κατά τρόπο μαγικό για το καλό ποδαρικό του μάστορα που φεύγει. Αυτό λοιπόν το πρωί, συγγενείς, φίλοι και γείτονες τους συνόδευαν μέχρι την άκρη του χωριού, εκεί όπου αυτό διακρίνεται για τελευταία φορά. Το μέρος αυτό, ως τοπωνύμιο, συμπυκνώνει και συμβολίζει την ψυχολογική και κοινωνική διάσταση που έχει η ξενιτιά : Κλαψόδεντρο, Κλαψοχώραφο, Ντέρτι, Πικροκέρασος, Ανάθεμα. Εκεί γινόταν ο σκληρός αποχωρισμός. «Καλή αντάμωση, στο καλό….» Βουρκωμένα μάτια…Στο γυρισμό στο σπίτι, αυτοί που έμεναν, ράντιζαν την αυλή με νερό για καλό δρόμο…

Έχοντας να ξεπεράσουν ένα σωρό αντιξοότητες, δημιούργησαν δικούς τους μηχανισμούς άμυνας : ιδιόρρυθμες επαγγελματικές συνήθειες και μια ιδιότυπη γλώσσα – διάλεκτο, τα κουδαρίτικα ή σκορδαρίτικα ή μαστορικά – που μιλούσαν μεταξύ τους για να συνεννοούνται και να μην καταλαβαίνουν λεξούλα τα αφεντικά τους. Στον ανταγωνισμό τους με την κοινωνία, την εξουσία και το αφεντικό επινόησαν την συνθηματική γλώσσα σαν μέσο αμυντικό και συγχρόνως επιθετικό. Στις ιδιαίτερες συνεννοήσεις τους, για διόρθωση κάποιου τεχνικού σφάλματος, παράλειψης ή κακοτεχνίας, για απόκρυψη επαγγελματικών μυστικών, για τα κοινά συμφέροντα ανέπτυξαν το μυστικό κώδικα επικοινωνίας, με συνοπτικό τηλεγραφικό ύφος, μια γλώσσα με φτωχό λεξιλόγιο που δεν ξεπερνά τις 500 λέξεις και που αναφέρονται κυρίως στις έννοιες του χρήματος, της τροφής, στις σχέσεις μαστόρων – ιδιοκτήτη, στα οικοδομικά υλικά καθώς και στη γυναίκα και στις σεξουαλικές σχέσεις….. (Συνεχίζεται). [Πηγή : ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ, Γ. Κουτσούμπας, Αθήνα, 2004]

Στη φωτογραφία από το ίδιο βιβλίο ” 1930 – Από αριστερά ο Θεοχάρης Σκλιβανίτης και οι βοηθοί του”.

Απόσπασμα με κουδαρίτικο λεξιλόγιο από το ίδιο δημοσίευμα….

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε