Το πέρασμα του ποταμού Λούρου, 1912-13

“Ελληνικό Πεζικό περνά τον ποταμό Λούρο πάνω από πρόχειρη γέφυρα” (Πηγή : ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 296, 2006).

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στους Βαλκανικούς Πολέμους | Σχολιάστε

Η Κυπριακή φοιτητική ομάδα φτάνει στην Άρτα τον Οκτώβριο του 1912

Ο Γιάγκος Τορναρίτης, φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής (αργότερα νομικός και βυζαντινολόγος) πρωτοστάτησε στην κατάταξη της «κυπριακής φοιτητικής ομάδας» στον ελληνικό στρατό. Ένα εκτενές κείμενο του Τορναρίτη με τίτλο «Πολεμικαί αναμνήσεις από την εκστρατείαν της Ηπείρου», περιγράφει με έντονη λυρική διάθεση τις εμπειρίες και τα συναισθήματα του Κύπριου φιλολόγου από τη συμμετοχή του στις μάχες του 1912 στην περιοχή της Ηπείρου όπου και τραυματίστηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1912. Το απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται στην άφιξη του φοιτητικού λόχου στην Άρτα τον Οκτώβριο του 1912 :

“…….. Την 24ην Οκτωβρίου τα «υγρά κέλευθα» του Κορινθιακού και του Ιονίου υπεχώρουν εις το πολυτάραχον πάλαιμα των βαποριών, τα οποία μετέφερον τον ιδικόν μας φοιτητικόν λόχον, όπου και η μικρά εκ Κυπρίων ομάς και τον ιερόν Λόχον των Αμερικανών εις την εύανδρον γην της Ηπείρου………..Την πρωίαν της 25ης Οκτωβρίου αντικρύζαμεν από του λιμένος την χθες ακόμη τουρκοκρατουμένην Πρέβεζαν με τον πρασινίζοντα ελαιώνα, τα χαλασμένα φρούρια και τα ερειπωμένα τείχη…………Καθ’ όλην την ημέραν και την νύκτα της 25ης Οκτωβρίου κατόπιν αρνήσεως του φρουράρχου Πρεβέζης, όπως επιτρέψη απόβασιν, εμέναμεν εις τον λιμένα, οπότε ο αρχηγός του εν Ηπείρω στρατού διεβίβασε διαταγήν να φθάσωμεν διά Κοπραίνης εις Άρταν. Περί τα εξημερώματα της 26ης εισηρχόμεθα εις τον ωραίον κόλπον του Αμβρακικού……Κατόπιν τεσσάρων και πλέον ωρών πλου εφθάσαμεν εις την Κόπραιναν, το επίνειον της Άρτας, εκεί όπου ο Άραχθος χύνει τα θολωμένα πλέον νερά του. Την απόβασίν μας επηκολούθησε ραγδαιοτάτη βροχή, εν τω μέσω της οποίας μετά κάποιαν ανάπαυλαν εξεκινήσαμεν διά την Άρταν. Ήτο η τρίτη μεταμεσημβρινή.

Ο γυλιός με τα διάφορα αυτού εξαρτήματα – κουβέρτα, αντίσκηνον, μανδύας, καραβάνα και τα εσώρουχα ως το εσωτερικόν του γυλιού παραγέμισμα – η σιτιοδόχη με την κουραμάναν και οτιδήποτε άλλο τρόφιμον, το παγούρι με το νερό, οι παλάσκες με τα φυσίγγια, το μάνλιχερ τέλος, είναι φορτίον  όχι ολιγώτερον των 25 περίπου οκάδων. Μετά δίωρον περίπου πορείαν ευρέθημεν προ αδιεξόδου. Ο Άραχθος πλημμυρήσας εθαλάσσωσε τα γύρω και επεξέτεινεν την κοίτην και επί του μικρού δρομίσκου ο οποίος άγει από Κοπραίνης εις Άρταν…. Βυθισμένοι μέχρι των μέσων των μηρών εσχίζαμεν τα πλημμυρισμένα νερά του ποταμού, διότι θα ήτο αστείον, εάν εσταματούσαμεν προ κωλύματος τόσον ….ρευστού και ευκινήτου…..Τέσσερις περίπου ώρες εξηκολούθησεν η πεζοπορική μας ποταμοπλοία. Την δεκάτην νυκτερινήν εισηρχόμεθα μετά επτάωρον περίπου  πορείαν εις την Άρταν, όπου ευρίσκετο το αρχηγείον της ηπειρωτικής στρατιάς, εις την πόλιν, η οποία σώζει το σημαντικώτερον εν Ελλάδι αρχιτεκτονικόν έργον του Μεσαίωνος και του ελληνικού Δεσποτάτου της Ηπείρου, τον περίφημον ναόν της Παρηγορητίσσης, παίζοντες παρά τας όχθας του Αράχθου, τα σύνορα του οποίου διετάχθημεν να μεταφέρωμεν δυτικώτερον και βορειότερον……(Πηγή ; ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, Π. Πολύβιος, Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ.305, 2007)

“Σταθμός της Τουρκικής Χωροφυλακής στον Αμβρακικό κόλπο”. (Photograph by Aldo Molinari, from L’Illustrazione Italiana, Year XXXIX, No 21, May 26, 1912, Getty images)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στους Βαλκανικούς Πολέμους | Σχολιάστε

Η Λαφρία Άρτεμις των Πιστιανών Άρτης

“Στις ανατολικές πλαγιές του Ξεροβουνίου, πού διασχίζει τή νότιο ’Ήπειρο ανάμεσα από τις κοιλάδες τού Άράχθου και Λούρου, κατά τήν διάνοιξη τού αμαξιτού δρόμου Πεστιανών— Νισίστας Ν . Ελλάδος —“Αρτης, ό εργαζόμενος εκεί χωρικός Ευάγγελος Μήτσης ανεύρε  χάλκινο άγαλμάτιο , τό όποιο παρέδωσε στον καθηγητή κ. Ήλία Χουλιάρα, Επιμελητή Αρχαιοτήτων “Αρτης.

Τό άγαλμάτιο αυτό, ύψους 0 .10 μ., παριστάνει τήν θεά Άρτεμι, ντυμένη μέ βραχύ κοντομάνικο χιτώνα και μέ θώρακα δερμάτινο. Τά τέσσερα άκρα τών ποδιών τής προβιάς περισφίγγουν τον θώρακα γύρω— γύρω στή μέση καί στον αριστερό ώμο, ενώ ό δεξιός ώμος αφήνεται ακάλυπτος ώς τό στήθος από τον δερμάτινο θώρακα, πού σκεπάζεται από τό εσωτερικό φόρεμα, τον χιτώνα. Φορεί υψηλά δερμάτινα υποδήματα, τις αρχαίες ένδρομίδες, πού περισφίγγονται κι αυτές στις κνήμες μέ ιμάντες. Στηρίζεται καί στά δυο πόδια ή θεά, αλλά τό  μεγαλύτερο βάρος πέφτει στο προτεταμένο αριστερό, προς τον οποίο φέρεται όλο τό σώμα. Η όλη διάθεση του σώματος καί ή πτυχολογία τού ένδύματος επιδιώκουν νά εκφράσουν την ορμητική κίνηση προς τά εμπρός…… Είναι ό τύπος τής Λαφρίας ’Αρτέμιδος, πού κατ’ εξοχήν έλατρεύετο στην Καλυδώνα τής Αιτωλίας…….. (Πηγή : Η Αρχαιολογική έρευνα στην Ήπειρο, Σ. Δάκαρης, Ηπειρωτική Εστία, τχ. 37, 1955)

Στη φωτογραφία  “Η Άρτεμις στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άρτης”…(Πηγή : https://www.archaiologia.gr/blog/2014/02/19/%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B1/)

Δημοσιεύθηκε στη Στο δρόμο προς το Ξηροβούνι | Σχολιάστε

Κώστας Αμβράζης

“Ξεκίνησε 16 χρονών έξω αριστερά στον ΑΕΤΟ το 1954 και μετά μετετέθη αμυντικό χαφ και σέντερ μπακ στην ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, μεγαλούργησε όμως και στην ΠΑΝΑΧΑΙΚΗ (Β’ Εθνική), που ήταν αρχηγός και το αγαπημένο της παιδί. Τρομερός και ασύλληπτος στα χτυπήματα φάουλ”……Στη φωτογραφία ο Κώστας Αμβράζης με πλανόδιο φωτογράφο στην Έδεσσα. (Φωτο από αρχείο Δωρίτας Σκορδή – Αμβράζη)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

AΝΑΓΕΝΝΗΣΗ – Α.Ε.Κ.

3 – 1 – 1966 : Φιλικός Αγώνας ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ – ΑΕΚ με σκορ 3 – 1.

Αριστερά : Κ. Τζαχρήστας, Β. Ρέντζος, Δ. Χουλιάρας, Κ. Αμβράζης, Δ. Μπέκας, Π. Παπαχρήστος, Κ. Μπασιούκας, Κ. Ρώιμπας (Ρέφερης – Ιωάννινα), Β. Σακκάς, Κ. Παπαδήμας, Β. Χρηστάκης, Ε. Μπακατσέλος, Κ. Κατσάνος, Ν. Πριόβολος.

ΑΕΚ: Θ. Μανιατέας (τέρμα), Θ. Βερνάζης, Α. Τσαχουρίδης, Φ. Μπαλόπουλος, Δ. Αναστασιάδης, Σεβαστόπουλος, Φρογκουδάκης, Ν. Σταθόπουλος, Σ. Πομώνης, Β. Μαστρακούλης, Στ. Σκευοφύλαξ, Μιλτ. Παπαποστόλου… (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

Έγγραφο του Γ. Καραισκάκη προς τον Π. Λιδωρίκη

Ἔγγραφο μέ τήν ὑπογραφή του Γ. Καραισκάκη  («καραησκάκις») πρός τόν Παν. Λιδωρίκη. Σαλαμίνα, 28 Φεβρουαρίου 1827.

«Ὁ Γεν. ἀρχηγός τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος! Προσκαλεῖται ὁ κύριος Παναγιωτάκης Λιδωρίκης, διά νά σταθῇ ἐπιστάτης τοῦ τελωνίου Δερβενοχωρίων καί Σαλαμίνος, διά νά συνάξῃ τάς ἐθνικάς προσόδους, αἱ ὁποῖαι θέλει χρησιμεύσουν διά ἐξοικονόμισιν τῶν λαβωμένων…».(Φωτο από Οίκο Δημοπρασιών)

Δημοσιεύθηκε στη Γεώργιος Καραϊσκάκης | Σχολιάστε

Καλλονή Κυψέλης, 1970ς

Δεκαετία ’70 – Άποψη του συνοικισμού ΚΑΛΛΟΝΗ (παλιότερα Μπουλιάνα) του χωριού Κυψέλη που φαίνεται στο βάθος, στους πρόποδες των Τζουμέρκων. (Πηγή : Συλλογή λαογραφικού υλικού απ’το χωριό Κυψέλη, του νομού Άρτας, Ευανθία Νταβαντζή του Κων/νου, 1979, https://pergamos.lib.uoa.gr/)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Δημοτικό Σχολείο Τσόπελας

Ιούνιος 1952, όλοι οι μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Τσόπελα, φωτογραφίζονται με τον Δάσκαλό τους Νίκο Ι. Μέγγα.

Στην πάνω σειρά (όρθιοι) και από αριστερά προς τα δεξιά, διακρίνονται οι τότε μαθητές:

1. Θωμάς Κ. Σκέντος, 2. Γιώργος Γρ. Τζαχρήστας, 3. Κώστας Γρ. Τζαχρήστας, 4. Δημήτρης Γ. Αντώνης, 5. Στάθης Χρ. Σκέντος, 6. Λάμπρος Ευάγ. Γιούλης, 7. Χρυσόστομος Αθ. Τσίρκας, 8. Σωτήρης Κ. Γιώτης, 9. Σωτήρης Δ. Μήτσιος, 10. Αποστόλης Ευάγ. Γιούλης, 11. Παναγιώτης Χ. Μεράντζας, 12. Δημήτριος Χ. Μεράντζας, 13. Παναγιώτης Ι. Γρεβενιώτης, 14. ο δάσκαλος Νικόλαος Ι. Μέγγας, 15. Ελένη Γρ. Τζαχρήστα, 16. Πάνος Αθ. Γιώτης, 17. Δημήτρης Π. Κώτσης, 18. Ασπασία Δ. Τσακτσίρα, 19. Αγαθή Χ. Γιώτη, 20. Σοφία Γ. Γιούλη, 21. Ρήνα Γ. Μεράντζα, 22. Ρήνα Βαϊτση.

Στην κάτω σειρά (καθιστοί) και από αριστερά προς τα δεξιά, διακρίνονται οι:

23. Ιωάννης Δ. Σκέντος, 24. Χρήστος Δ. Βλάχας, 25. Βασίλειος Ευάγ. Γιούλης, 26. Χρήστος Σωτ. Διαμάντης, 27. Βασίλειος Π. Κώτσης, 28. Σωτηρία Δ. Βλάχα, 30. Παρασκευή Π. Κώτση, 31. Σταυρούλα Δ. Βάνα, 32. Ελένη Ι. Μήτση, 33. Φωτεινή Δ. Τσακτσίρα, 34. Σταυρούλα Στ. Χαβέλα, 35. … Μπίκα, 36. Βασιλική Στ. Χαβέλα, 37. Παρασκευή Αλ. Γκλιαβέρη, 38. Ελευθερία Δ. Γκιώκα, 39. Κατερίνα Π. Ζώνιου, 40. Βικτωρία Χρ. Μεράντζα, 41. Παρασκευή Κ. Μπίκα, 42. Σοφία Χρ. Σκέντου, 43. Παρασκευή Χρ. Μεράντζα, 44. Βασιλική Κ. Μήτση, 45. Χρήστος Ε. Πλάκας, 46. Δήμητρα Κ. Μήτση, 47. Σταυρούλα Ι. Γιώτη, 48. Σταθούλα Χρ. Μεράντζα

Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Σωτήρη Μήτσιου, όπως δημοσιεύτηκε στο https://tsopeliotes.blogspot.com/

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

Πράμαντα, 1949….

Πράμαντα 1949 : Πιθανόν Εορτή Αγίας Παρασκευής. Ο τότε μητροπολίτης Άρτης Σεραφείμ μετά ιερέων και συγχωριανών. Τα ονόματα μερικών : Λάμπρος Παππάς , Χρήστος Ντεκουμές, Σωτήριος Ι. Τσιλιγιάννης, Ευθύμιος Σιαπλαούρας, Λάμπρος Σιαπλαούρας, Λάμπρος Γ. Τσιλιγιάννης, Τάτσης Γεώργιος , Νικόλαος Κ. Μπέκας (Με το άσπρο κουστούμι (ο πατέρας του έχτισε την Γέφυρα Πλάκας) και δίπλα ο Ιερέας Γεώργιος Νικολός από Άγναντα…….(Φωτο από αρχείο Νίκου Τάτση)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ – “IL BOLLETINO”

“Ένας και μοναδικός ο «Ορφεύς» του μακαρίτη μπάρμπα – Βασίλη Τσολιά, εκεί στην πλατεία Κιλκίς. Παλιό αρχοντικό καφενείο, με μεγάλους καθρέφτες, μαρμάρινα τραπέζια και δυο-τρία μπιλιάρδα, μετατράπηκε στις αρχές της δεκαετίας του  ’30 σε κινηματογράφο. Λειτούργησε κάπου σαράντα χρόνια.

Αυτός λοιπόν ο κινηματογράφος λειτουργούσε κι εκείνον τον φοβερό χειμώνα του 41 – 42.  Άρχιζε την προβολή των ταινιών δυόμιση ώρες πριν από την ώρα που σταματούσε υποχρεωτικά η κυκλοφορία των πολιτών,  έτσι ώστε οι θεατές να προλάβουν να φτάσουν στα σπίτια τους πριν από την ώρα της απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Ηλεκτρικό ρεύμα έπαιρνε ο κινηματογράφος απ’ το δίκτυο της πόλης, το οποίο τροφοδοτούσε με τα μηχανήματα η εταιρεία Γκινάκα, που αρχικά, από το 1925, είχε τις εγκαταστάσεις της στην πλατεία Ωρολογίου (μέχρι το 32-33) κι αργότερα στη συνοικία Μουχούστι, εκεί που τελειώνει η οδός Ορλάνδου κι αρχίζει η οδός Κομμένου. Βέβαια, κάποτε – κάποτε τα μηχανήματα της εταιρίας πάθαιναν κάποια βλάβη και η πόλη βυθιζόταν στο σκοτάδι. Και φυσικά, τότε σταματούσε και η προβολή του έργου  στον Ορφέα.

Γενάρη – Φλεβάρη του ’41, η ιταλική διοίκηση της πόλης πήρε την απόφαση πως κάθε βράδυ πρέπει να διαβάζεται στον κινηματογράφο, στη διάρκεια του διαλείμματος, το ιταλικό πολεμικό ανακοινωθέν. Πήγε λοιπόν κάποιος διερμηνέας του φρουραρχείου και συνάντησε τον μπάρμπα – Βασίλη Τσολιά.

-Κυρ – Βασίλη, του είπε, σε ζητάνε στο Comando Piazza (φρουραρχείο). Ο μπάρμπα – Βασίλης κιτρίνισε. Σκέφτηκε χίλια δυο!. Τί τάχα να είπε, τί τάχα νάκανε και τον ζητάνε στο φρουραρχείο; Ποιος ρουφιάνος τον κάρφωσε; Τέλος πάντων, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, ακολούθησε τον διερμηνέα. Κι εκεί, στο φρουραρχείο, έμαθε τον λόγο  για τον οποίο τον κάλεσαν. Του μιλούσε ένας Ιταλός αξιωματικός, αλλά ο μπάρμπα – Βασίλης δεν καταλάβαινε τίποτα. Απευθύνθηκε στον διερμηνέα : – Βρε παιδί μου, τι τσαμπουνάει αυτός, δεν καταλαβαίνω τίποτε.

-Θα στα εξηγήσω εγώ, του απάντησε ο διερμηνέας. Και συνέχισε : Η διοίκηση επιθυμεί να διαβάζεται κάθε βράδυ , στην ώρα του διαλείμματος της προβολής του έργου, το ιταλικό στρατιωτικό ανακοινωθέν της ημέρας, για να ενημερώνεται σωστά το κοινό για τις στρατιωτικές εξελίξεις.

-Τί είναι αυτό, επιθυμία ή διαταγή; ρώτησε ο κυρ-Βασίλης. Ο διερμηνέας στράφηκε στον αξιωματικό και διαβίβασε την ερώτηση. Κι ο αξιωματικός γύρισε, κοίταξε άγρια τον κυρ -Βασίλη και απάντησε  : – E un ordine (είναι διαταγή).

-Και ποιος θα το διαβάζει το ανακοινωθέν και σε ποια γλώσσα, αφού το κοινό δεν μιλάει ιταλικά, ξαναρώτησε ο μπάρμπα-Βασίλης.

Ακολούθησε μια συζήτηση μερικών λεπτών και μετά ο διερμηνέας στράφηκε προς τον κυρ -Βασίλη.

-Άκου κυρ -Βασίλη. Στο διάλειμμα θ’ ανεβαίνετε στη σκηνή εσύ κι ένας Ιταλός υπαξιωματικός. Πρώτα θα διαβάζει στα ιταλικά το ανακοινωθέν ο Ιταλός , κι όταν τελειώνει αυτός, θα το διαβάζεις εσύ ελληνικά, από τη μετάφραση που θάχω κάνει εγώ.

-Πάει καλά, είπε στραβομουτσουνιασμένος ο κυρ-Βασίλης, χαιρέτησε κι έφυγε.

Γυρίζοντας στον κινηματογράφο του, φύσαγε και ξεφύσαγε. Τον περίμεναν οι συνεργάτες του και πολλοί γείτονες για να μάθουν τι τον ήθελε το φρουραρχείο.

-Ε, κυρ – Βασίλη, τί σε ήθελαν οι φρατέλοι;

-Τί με ήθελαν, απάντησε, να, ως τώρα ήμουν κινηματογραφιστής, τώρα γίνομαι και σπήκερ, να μεταδίδω ειδήσεις και μάλιστα κατά διαταγήν. His master voice παιδιά.

Αλλά παπάς δεμένος γράφει και ξεγράφει!

Έτσι από ‘κείνη τη μέρα, κάθε βράδυ, στο διάλειμμα της προβολής, ανέβαιναν στη σκηνή που υπήρχε μπροστά από την οθόνη, ο κυρ-Βασίλης αριστερά κι ο Ιταλός δεξιά. Πρώτος διάβαζε ο Ιταλός : «Bolletino militare No……Nostre truppe gloriose…..κ.λ.π., κ.λ.π.». Τέλειωνε ο Ιταλός, άρχιζε ο κυρ – Βασίλης: «Στρατιωτικό ανακοινωθέν, Νο……Οι ένδοξες δυνάμεις μας κ.λ.π., κ.λ.π.». Για αρκετές μέρες όλα κύλαγαν ομαλά. Διάβαζε ο Ιταλός, διάβαζε ο κυρ-Βασίλης και το κοινό άκουγε σιωπηλό το ανακοινωθέν ιταλιστί και ελληνιστί.

Μια βραδιά όμως, λίγο πριν απ’ το διάλειμμα, κόπηκε το ρεύμα, η προβολή σταμάτησε. Ανήσυχος ο κυρ-Βασίλης έστειλε έναν βοηθό του στην ηλεκτρική εταιρία  να ρωτήσει πότε θα ξανάρθει το ρεύμα. Του απάντησαν πως θαργήσει πάνω από ώρα. Απογοητευμένος ο κυρ-Βασίλης αποφάσισε να διώξει τους θεατές. Μόλις όμως αντιλήφθηκε την πρόθεσή του ο Ιταλός υπαξιωματικός αντέδρασε και είπε πως «δεν θα φύγουν οι θεατές, αν δεν διαβαστεί πρώτα το ανακοινωθέν». Εύλογα τον ρώτησε ο κυρ -Βασίλης «πώς θα διαβαστεί, αφού δεν υπάρχει φωτισμός» και έλαβε την απάντηση: – Con un lampa (με μια λάμπα).

Έτσι κι έγινε. Ανέβηκαν στη σκηνή ο υπαξιωματικός, ο κυρ-Βασίλης κι ένας βοηθός του κρατώντας αναμμένη μια λάμπα πετρελαίου. Κάτω στην πλατεία, οι θεατές ήταν μέσα στο σκοτάδι. Αρχικά ο βοηθός  με τη λάμπα πήγε δίπλα στον Ιταλό που διάβαζε το ανακοινωθέν. Όταν τέλειωσε ο Ιταλός, η λάμπα πήγε δίπλα στον κυρ-Βασίλη που άρχισε να διαβάζει : «Πολεμικό ανακοινωθέν του ιταλικού στρατηγείου Νο……Οι ένδοξες στρατιωτικές δυνάμεις μας εισήλθον μετά των Γερμανών εις Βεγγάζην και προχωρούν νικηφόρες προς τη Ντέρνα. Τα αεροπλάνα μας……». Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο, από το βάθος της αίθουσας μέσα από το σκοτάδι, ακούστηκε μια δυνατή φωνή: -Πού τα βρήκες τ’ αεροπλάνα κυρ-Βασίλη;

Γέλασε δυνατά όλη η πλατεία, αλλά ψύχραιμος και απτόητος ο μπάρμπα -Βασίλης συνέχισε σα να μη συμβαίνει τίποτε :- Σκάσε γαμώ τη μάνα σ’, θα μας χώσουν ολνούς μέσα, εβομβάρδισαν το Τομπρούκ. Ο Ιταλός δεν αντιλήφθηκε τίποτε για την έξυπνη και ευρηματική παρεμβολή της φράσης του κυρ-Βασίλη. Ρώτησε όμως γιατί γέλασε το κοινό σ’ ένα σημείο του ανακοινωθέντος.

Κι ο κυρ -Βασίλης, πάντα εύστροφος, εξήγησε με τη βοήθεια κάποιου ιταλομαθούς : – Είχα ξεχάσει ξεκούμπωτο το πανταλόνι, το κατάλαβα την ώρα που διάβαζα το ανακοινωθέν κι άρχισα να το κουμπώνω, γι’ αυτό γέλασαν». Γέλασε κι ο Ιταλός, κι όλα έληξαν. Ο κυρ- Βασίλης όμως για αρκετές μέρες είχε την αγωνία μήπως βρεθεί κανένας «ρουφιάνος» και σφυρίξει στους Ιταλούς το τί ακριβώς συνέβη και βρει το μπελά του. Ύστερα από μέρες, αφού δεν τον ενόχλησε κανένας, ηρέμησε. Κι έψαχνε να μάθει ποιός ήταν αυτός ο «μπαγάσας» που φώναξε για τα αεροπλάνα. Αλλά δεν τόμαθε ποτέ….”(Πηγή : Άρθρο του Γιάννη Τσούτσινου στην ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΗΝΗ, τχ.97, 1995)

Στη φωτογραφία ο Βασίλης Τσολιάς με έναν φίλο του στη βόλτα. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του εγγονού του, Βασίλη Τσολιά)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε