Η Παναγιά του Μπρυώνη σε φωτογραφία του Στ. Μαλικόπουλου

Ο Στέφανος Μαλικόπουλος είναι ένας από τους πιο σπουδαίους Έλληνες φωτογράφους που το αρχείο του φυλάσσεται στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη. Εδώ η εκκλησία της Παναγίας του Μπρυώνη από τα νότιοδυτικά με ημερομηνία 17 Μαίου 1953. (Πηγή : https://www.benakishop.gr/)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

Θύμησες απ’ το Τζουμέρκο – Βουργαρέλι (β’ μέρος)

Της Μάνας μου Ανίκας Γκαναβία και της Γιαγιάς μου Σοφίας Κοτσαρίδα

“…….Το χωριό είχε θαυμάσιο ορεινό κλίμα, οξυγόνο άφθονο και πολλά νερά. Οι γιατροί της εποχής με τα τότε δεδομένα δεν είχαν άλλη εκλογή για τη φυματίωση, παρά καλή τροφή, ανάπαυση , και το οξυγόνο, τον καθαρό αέρα του Βουργαρελίου. Έτσι λοιπόν πολλοί άρρωστοι ανέβαιναν στο χωριό για να βρούνε την υγειά τους. Όμως αυτό είχε σαν συνέπεια ολόκληρες οικογένειες να ξεκληριστούν από τη φοβερή αρρώστια. Καίτοι ο παππούς ήταν γιατρός, ολόκληρη η οικογένεια του αδελφού του Νικόλα, άτομα 6, έφυγαν όλα σιγά-σιγά από την φυματίωση. Μάλιστα πρώτος προσεβλήθη ο Νικόλαος και επειδή ήταν δικολάβος την εποχή του, επήγε να τον δει ο προϊστάμενός του Ειρηνοδίκης.

Ξαπλωμένος ο άρρωστος ανασηκώθηκε μόλις μπήκε στο καθιστικό ο προϊστάμενός του. Εκείνος μόλις τον είδε, του είπε :

-Κακομοίρη μου Νικολέ, πως κατάντησες από την αρρώστια! Εγώ αν ήμουν στη θέση σου θα αυτοκτονούσα.

Γυρίζει ο δόλιος ο άρρωστος και του απαντά:

-Κι εγώ στη δική σου θέση το ίδιο θάκανα!

Καλή η ειλικρίνεια, αλλά ορισμένες φορές είναι απαραίτητα τα λεγόμενα κατά συνθήκην ψεύδη. Είναι πάρα πολλά και θέλουν πολλές σελίδες τα ανέκδοτα της τότε καθημερινής ζωής που κυλούσε με αφέλεια και καρτερία.

Ένα απ’ αυτά είναι αυτό που έγινε το 1922, όταν πλέον με τη Μικρασιατική καταστροφή, ο παππούς μου ως γιατρός των προσφύγων, πήρε την ψείρα και έπαθε εξανθηματικό τύφο και πέθανε στις 22 Δεκεμβρίου 1922, αφήνοντας τη γιαγιά μου με 4 ανήλικα παιδιά. Το καλοκαίρι του 1923, η γιαγιά μου παρά το βαρύτατο πένθος της απεφάσισε να πάρει τα παιδιά και να πάει στο Βουργαρέλι όπως έκανε κάθε χρόνο για την υγεία όλων.

Έρχεται λοιπόν μια μακρινή εξαδέλφη της, η κ. Κατίνα από τον Καρβασαρά και της λέγει :

-Τί βλέπω αυτού Σοφία, ετοιμάζεσαι για το χωριό; Με τί φτερά θα πας στο χωριό, Σοφία μου;

Της απαντά τότε η γιαγιά μου ετοιμόλογα :

-Άκου να δεις Κατίνα μου, δεν πάει στο χωριό ο κόσμος με φτερά, αλλά με λεφτά!

Αυτά κι άλλα πολλά αληθινά, άλλα τραγικά κι άλλα ωραία συνέβαιναν τότε και μας συντροφεύουν τώρα στις αναμνήσεις μας….” (Άρθρο της Ειρήνης Ρηγανέλα στην ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, 1992)

Μπορείτε να διαβάσετε το Α’ μέρος στο λινκ https://doxesdespotatou.com/thymises-ap-to-tzoymerko-voyrgareli/

Στη φωτογραφία το Βουργαρέλι από ψηλά την δεκαετία του ’60. (Πηγή : Παλιές φωτογραφίες από το Βουργαρέλι, facebook group)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Η αψίδα της Αγίας Θεοδώρας στο Λεύκωμα των Hanns Holdt και Hugo von Hofmannsthal, 1928

Σχετικά με το Λεύκωμα  ”Picturesque Greece” των Hanns Holdt και Hugo von Hofmannsthal μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο λινκ

Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

Μια παιδική παρέα στις παιδικές κατασκηνώσεις της Πρόνοιας στην Πρέβεζα

Πολλά Αρτηνόπουλα πέρασαν κάποια από τα παιδικά τους καλοκαίρια στις κατασκηνώσεις του Αγίου Γεωργίου, των Αγίων Αποστόλων και του Αγίου Θωμά, τρεις πανέμορφες τοποθεσίες δίπλα στον Αμβρακικό, στην Πρέβεζα. Το ταξίδι με το λεωφορείο που στα παιδικά μάτια έμοιαζε ατελείωτο, οι τεράστιοι θάλαμοι ανάμεσα στα ελαιόδεντρα και τις μυρτιές, το πρωινό μπάνιο στη γραμμή στα νερά του Αμβρακικού, τα μεσημεριανά γεύματα κάτω από το τεράστιο υπόστεγο, το πάστρεμα του θαλάμου για την μέρα που θα έρχονταν επίσκεψη οι γονείς….

Στη φωτογραφία “1 – 15 Ιουλίου 1958, μια παιδική παρέα ποζάρει στην κατασκήνωση του Αγίου Γεωργίου στην Πρέβεζα. Από αριστερά ο Νίκος Σ. Παπαδημητρίου (Άσσος της Αναγέννησης 1962 -67, Τεχνίτης, Τραγουδοποιός, Διαιτητής & ταμίας του Συνδέσμου Διαιτητών Άρτης ), Γεώργιος Κούσης, Κώστας Μπανιάς και μπροστά ο Θεόδωρος Κατομέρης (Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Ποτοποιία Παναβέλη

“Η οικογένεια Παναβέλη, που καταγόταν από τους Κωστακιούς, κατατρεγμένη από τους Τούρκους κατέφυγε στην Κέρκυρα. Εκεί ο αρχηγός της οικογένειας ασχολήθηκε με το εμπόριο επιτυχώς. Από τους δύο γιούς του ο Αλέξανδρος δικηγόρησε στην Κέρκυρα, και ο Χρήστος που σπούδασε στην Εμπορική Σχολή της Κέρκυρας, μετά την απελευθέρωση της Άρτας τ1881 ήρθε στην Άρτα και το 1884 ασχολήθηκε με το εμπόριο και την ποτοποιία. Παρασκεύαζε το ούζο Παναβέλη και κονιάκ πρώτης ποιότητας. Στα 1900 πέθανε και την επιχείρηση ανέλαβε ο συγγενής του Σπύρος Κατσαούνος μέχρι το 1919, οπότε την παρέλαβε ο Δημήτριος Παναβέλης, γιός του Χρήστου, που συστηματοποίησε την ποτοποιία. Παρασκεύαζε διάφορα ποτά εκλεκτής ποιότητας που βραβεύτηκαν σε διεθνείς εκθέσεις. Ανήσυχο πνεύμα όπως ήταν, επεξέτεινε τις εργασίες του με την εισαγωγή γιαλικών (πορσελάνες Τσεχοσλοβακίας, Κρύσταλλα Βοημίας κ.λ.π.) και ηλεκτρικών ειδών.

Ο Δ. Παναβέλης παράλληλα με την εμπορική του δραστηριότητα ανέπτυξε και την κοινωνική, τόσο στον Εμπορικό Σύλλογο Άρτης όσο και στον «Σκουφά», στον οποίο διετέλεσε Πρόεδρος (1930-32). Πέθανε στα 1932. Η επιχείρηση Παναβέλη στεγαζόταν σε ένα θαυμάσιο νεοκλασικό οικοδόμημα, στο ισόγειο, στην οδό Σκουφά 105. Η όλη οικοδομή που διατηρείται και σήμερα σε πολύ καλή κατάσταση, αποτελεί κόσμημα για την Άρτα.” (Πηγή : Άρθρο του Τ. Βαφιά στον ΕΡΙΒΩΛΟ, τχ, 6, 1989)

Περισσότερα για την Οικογένεια Παναβέλη στο λινκ https://doxesdespotatou.com/oikogeneia-panaveli/

Και για την οικία Παναβέλη στο λινκ https://doxesdespotatou.com/i-oikia-panaveli-stin-odo-skoyfa/

Στη φωτογραφία «Άρτα – Δεκαετία 1930. Δεξιά ο Ζώης Λαλαγιάννης, Αντιστράτηγος Π/Β (και οι δυο γιοί του έπεσαν για την πατρίδα, ο Ευάγγελος Καρατζάς, Πτέραρχος και ο Δημήτριος Παναβέλης. (Φωτο & Παρουσίαση Κ .Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ – ΤΗΛΥΚΡΑΤΗΣ 1949-50

Πάνω αριστερά : Δημ. Μαλακάσης (Επιθεωρητής Α/βάθμιας Εκπαίδευσης, Πρόεδρος), Δημ. Βαγενάς (Διευθυντής Αγρονομίας Α.Σ.Ο.Ε.Ε.), Νικ. Οικονόμου (Π.Α.Ο.Α.), Γ. Βρεττός, Θεοδ. Αγόρος (Συν/χης Τ/Θ, Π.Α.Ο.Α.), Νικ. Σάντας (Οικ. Έφορος, Α.Σ.Ο.Ε.Ε.), Βίκ. Σακκάς, Κων. Θάνος (Πλοίαρχος Ε.Ν.), Βασ. Χ. Ματσούκας, Θεοφ. Τζανίνης, Δημ. Κατωπόδης, Παν. Μεσσήνης (Πύραρχος), Τάκης Βλάχος (Καθηγητής Μουσικής), Θωμάς Πολίτης (Εφοριακός).

Κάτω, πίσω αριστερά : Αθ. Κατωπόδης (Ταξίαρχος Π/Α), Λέανδρος Παπακίτσος, Κων/νος Γιώτης, Κων/νος Τετράδης, Αθαν. Κατωπόδης, Γεω. Κογιαντής (Δασολόγος, Διευθυντής Υπ. Γεωργίας), Γεω. Μπόλας, Θεόφιλος Καραβασίλης (Διευθυντής Ο.Α.Ε.Δ.).

Μπροστά : Κων/νος Γεωργαλής, Βελισσάριος Βασιλείου (τέρμα Π.Α.Ο.Α.), Αλέκος Μπουρσινός, Θεόδ. Νησιώτης (Γκολκήπερ). (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Παναμβρακικού | Σχολιάστε

Ψαρεύοντας στον Αμβρακικό

“……Ήταν μια εποχή θυμάται ο Γιώργος που οι βάρκες τους ήταν κάποιες πρόχειρες κατασκευές και τον πάτο τους τον έφτιαχναν μόνοι τους οι ψαράδες που ακόμη μοίραζαν τη ζωή τους στη θάλασσα και στο χωράφι, και μόνο για σοβαρές επισκευές πήγαιναν στους μαστόρους. Για μηχανή, ούτε λόγος γιατί κανένας δεν είχε τα απαιτούμενα χρήματα να την αγοράσει. 

Με πανιά και τέσσερα κουπιά τις κινούσαν και τα λίγα δίχτυα τους ήταν από νήμα (κουρελόνημα το έλεγαν γιατί με αυτό έκανα και κουρελούδες) το οποίο ήθελε συνέχεια μπάλωμα γιατί σχίζονταν εύκολα και μετά από κάθε ψάρεμα έπρεπε να το πλύνουν με γλυκό νερό και να το απλώσουν να στεγνώσει καλά γιατί αλλιώς σάπιζε και που θα έβρισκαν χρήματα να τα αντικαταστήσουν. Τα πάνινα δίχτυα εκείνης την εποχή τα φρόντιζαν κυρίως οι γυναίκες των ψαράδων οι οποίες μάλιστα ήξεραν και να τα πλέκουν και να τα αρματώνουν όπως οι άντρες……….

Πώς ήταν εκείνα τα χρόνια το ψάρεμα στον Αμβρακικό; Ο Γιώργος Αρίδας περιγράφει ένα χαμένο παράδεισο για τους ψαράδες και μια θάλασσα που έπηζε από τα ψάρια. «Εκείνη την εποχή είχαμε 50 μέτρα δίχτυα και βγάζαμε χιλιάδες ψάρια. Τα ρίχναμε στη θάλασσα και για να φάμε έξω, πηγαίναμε και σηκώναμε την άκρη, πιάναμε όσα θέλαμε και τα υπόλοιπα τα απολάγαμε πάλι. Τόσα πολλά ψάρια είχε ο Αμβρακικός. Τώρα δεν μπορείς να πιάσεις τίποτα από τη μούτηλη (λάσπη) που σκέπασε το βυθό και έχει πάχος πολλά μέτρα. 

Χάσαμε τα πάντα. Δεν ξέρω τι έγινε και ο Αμβρακικός έπιασε τόση λάσπη. Χάθηκαν μέχρι και οι πίνες. Τις πιάναμε με το γυρί, φορτώναμε το πριάρι και γεμίζαμε τις καρότσες των αγροτικών. Από τότε που γέμισε ο βυθός λάσπη, χάθηκαν και τα μύδια και όλα τα όστρακα που τους απέδιδαν πολλά κατά την περίοδο των νηστειών. Τότε είχε σαργό, τσιπούρα αλανιάρα, λαμπίτσες, λαβράκια, μαυρίτσες που τις έπιανες στο χέρι και γλιστρούσαν ενώ τώρα τις πιάνεις και βρωμάνε από τη λάσπη, μπαρμπούνια, κουτσουμούρες, ότι ήθελες είχε εκείνη η θάλασσα. 

Πιάναμε όσα ψάρια θέλαμε και τα δίναμε στην «Αποθήκη» στη Βόνιτσα και στα μαγαζιά. Άλλα δίναμε και άλλα τα πετάγαμε πάλι στη θάλασσα γιατί δεν τα έπαιρνε ο κόσμος αφού δεν είχε λεφτά τότε. Ήθελε με ένα αυγό και τρία δάχτυλα λάδι στο μπουκάλι να πάρει ψάρια. Με μια οκά σιτάρι ήθελε να πάρει ένα κιλό ψάρια….”(Πηγή : Άρθρο του Ηλία Προβόπουλου με τίτλο ΨΑΡΑΔΕΣ ΣΤΟΝ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ, https://www.nextdeal.gr/)

Στη φωτογραφία ο Ν. Τσόγκας με το γιό του Χρήστο στο Μενίδι το 1957, με μια καλή ψαριά. (Φωτο από αρχείο Ν. Τσόγκα όπως δημοσιεύτηκε στο Λεύκωμα ΜΕΝΙΔΙ, Ε. Ιντζέμπελης, Άρτα, 2008)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | Σχολιάστε

Η καλύβα του Ν. Τσόγκα στο Μενίδι

Η καλύβα του Ν. Τσόγκα στην παραλία στο Μενίδι το 1959 (Φωτο από αρχείο Ε. Ιντζέμπελη, Λεύκωμα ΜΕΝΙΔΙ, Άρτα, 2008)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | Σχολιάστε

Η παραλία στο Μενίδι

1960 – Διαπλάτυνση της παραλιακής οδού στο Μενίδι (Φωτο από αρχείο Τάκη Ζαρκαλή)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | Σχολιάστε

Παρατηρήσεις για τον Κόλπο της Άρτας, 1830 – Το αρχαίο λιμάνι του Αμβράκου

“……Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Άρτα καταλαμβάνει τη θέση της αρχαίας Αμβρακίας, αλλά η θέση του  Αμβράκου (το λιμάνι της Αμβρακίας, σήμερα με το όνομα Φιδόκαστρο) δεν έχει διευκρινισθεί  με σαφήνεια και ορισμένοι ταξιδιώτες προσπάθησαν να ξεπεράσουν τη δυσκολία μπερδεύοντάς το με την Αμβρακία. Ο Πολύβιος, περιγράφοντάς το ως φρούριο μεγάλης ισχύος, λέει ξεκάθαρα ότι ο Φίλιππος επιθυμούσε πρώτα να κατακτήσει τον Άμβρακο και από εκεί να κάνει τις επιθέσεις του στην Αμβρακία. Βρισκόταν σε ένα βάλτο, γιατί ο Φίλιππος έπρεπε να κατασκευάσει  μονοπάτια, καθώς υπήρχε μόνο ένας δρόμος  από τον οποίο μπορούσε κάποιος να προσεγγίσει το μέρος. Κοντά στη δυτική όχθη της παλιάς εκβολής του ποταμού  Άρτα υπάρχουν μερικά ερείπια, των οποίων η τοπογραφική κατάσταση θα συμφωνήσει με την παραπάνω περιγραφή, όντας σε ένα βαλτώδες νησί, σε μια ελώδη λίμνη κοντά στον κόλπο, το οποίο όμως δεν μπορούσα να πλησιάσω με βάρκα, λόγω της ρηχότητας του νερού. Το πλησίασα όχι λιγότερο από μισό μίλι, σε ένα σημείο απ’ όπου μπορούσα να δω  πεντακάθαρα τα τείχη, σε ύψος είκοσι πέντε ή τριάντα ποδιών. Αυτά καταλάμβαναν όλη την έκταση, περίπου ένα  τέταρτο του μιλίου και έμοιαζαν να είναι απλώς ένας στρατιωτικός σταθμός, κάτι που δικαιολογούσε  η βαλτώδης φύση του εδάφους. Ο Σκύλαξ λέει ότι η Αμβρακία ήταν οκτώ μίλια (ογδόντα στάδια) από τη θάλασσα, και παρατηρεί, «είχε ένα οχυρό κοντά στην ακτή και ένα πιο όμορφο λιμάνι». Αυτό ταυτίζεται πλήρως με την υπό εξέταση τοποθεσία, και παρόλο που ο Σκύλαξ δεν αναφέρει αυτό το οχυρό ως Άμβρακο, έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι είναι το ίδιο, υπερασπίζοντας την είσοδο του ποταμού και απέχοντας από την πόλη έξι μίλια. Αυτά τα ερείπια δεν έχουν άλλο πιο σύγχρονο όνομα σήμερα και λέγονται απλά  «Παλιόκαστρο», που είναι ένας γενικός όρος για όλα τα ερείπια από την αρχαιότητα είκοσι έως δύο χιλιάδες χρόνια πριν και σημαίνει απλά παλιό κάστρο.

Τέσσερα μίλια ανατολικά από τις εκβολές του ποταμού Άρτα, φτάνουμε στο Β.Α. γωνία του κόλπου, όπου τελειώνει η χαμηλή βαλτώδης γη και, γυρίζοντας ξαφνικά προς τα νότια, η ακτή γίνεται βραχώδης και ψηλή, ανεβαίνοντας απότομα στην κορυφογραμμή Μακρυνόρο, σε υψόμετρο τετρακόσια πενήντα έως πεντακόσια πόδια. Στο βόρειο άκρο αυτής της κορυφογραμμής, με θέα τις πεδιάδες της Άρτας, υπάρχουν μερικά τείχη από κυκλώπεια τοιχοποιία που περικλείουν μια εκτεταμένη περιοχή. Τώρα ονομάζονται Παλαιά Κούλια, και καταλαμβάνονται από ένα ισχυρό σώμα ελληνικών στρατευμάτων, που ήδη θεωρούσαν αυτό το σημείο ως σύνορο της χώρας τους. Η ανάβαση από τις πεδιάδες είναι απότομη και κακοτράχαλη, και εδώ ξεκινούν μια σειρά από στρατιωτικά περάσματα μέχρι τον Καραβασάρα, που αποτελούν και  τον κεντρικό δρόμο από την Αλβανία προς την Ελλάδα, που περνά πάνω από αυτήν την κορυφογραμμή. Διασχίζοντάς την, μπαίνουμε στον όρμο του Καραβασάρα……..” (Πηγή :Observations on the Gulf of Arta, Made in 1830, Author(s): James Wolfe, Source: The Journal of the Royal Geographical Society of London , 1833, Vol. 3 (1833), pp. 77-94 Published by: Wiley on behalf of The Royal Geographical Society (with the Institute of British Geographers)

Μια ακόμη φωτογραφία με θέμα “Ο Κόλπος της Άρτας” – Χάρτης από το ίδιο βιβλίο της Royal Geographical Society of London.

Δημοσιεύθηκε στη Περιηγητές που πέρασαν από την Άρτα | Σχολιάστε