
Ασπρόμαυρη φωτοκάρτα Ε. Διακάκης & Υιός, με την εκκλησία της Αγίας Θεοδώρας.


Ασπρόμαυρη φωτοκάρτα Ε. Διακάκης & Υιός, με την εκκλησία της Αγίας Θεοδώρας.


Κτίριο στην οδό Κ. Παλαμά 23, ιδιοκτησία του Αγίου Όρους, δίπλα στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, διατηρητέο.(Η φωτογραφία είναι από αρχείο Διατηρητέων Μνημείων της Άρτας, Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Ηπείρου, Βορείου Ιονίου και Δυτικής Μακεδονίας, Ιωάννινα)

Μια ακόμη φωτογραφία από το εσωτερικό της Μονής Κατωπαναγιάς στην Άρτα, την δεκαετία του ’60 – 70. (Πηγή : Λεύκωμα ΠΡΟΤΑΣΗ, Άρτα, 1999)

Ασπρόμαυρη φωτοκάρτα Ε. Διακάκης & Υιός, με την εκκλησία στο Μοναστήρι της Κάτω Παναγιάς.


Βασίλης Ρέντζος (αρχηγός), Δ. Σιακούφης, Β. Χρηστάκης, Ι. Σιαπλαούρας, Φ. Κοντογεώργος, Μ. Χουλιάρας, Κ. Μπασιούκας, Δ. Τζιομάκης, Κ. Σωτηριάδης (“Κωστάρας”, Πανιώνιος), Δ. Κοτρώτσος (“Αστραχάν”), Κ. Ευταξίας, Κ. Νίκου, Σ. Πέτσας, Χ. Κουτσογεώργος, Μ. Τσίτσικας, Χ. Τσιάφης, Λ. Σκούρας. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Γυμναστικές επιδείξεις στο στάδιο το 1970. Στη φωτογραφία οι σημαιοφόροι των Δημοτικών Σχολείων της Άρτας. Εντύπωση προκαλεί η απουσία κοριτσιών. (Φωτο από συλλογή Λ.Μ.)
“Κάθε οικογένεια ευκατάστατη στην Άρτα, είχε στο σπίτι της μια ή δυο ψυχοκόρες (παλιότερα τις έλεγαν δούλες). Φτωχές κοπέλες, από τις ορεινές κυρίως περιοχές, τις έπαιρναν από μικρές στα σπίτια «για ψυχικό», να βοηθούν την κυρά στις δουλειές του σπιτιού, που δεν ήταν και λίγες εκείνο τον καιρό. Οι ψυχοκόρες κοιμόταν και έτρωγαν στο σπίτι του αφέντη. Και η κυρά, απ’ την οποία είχαν πλήρη εξάρτηση, φρόντιζε για το ντύσιμό της και για την προίκα της.
Μισθό δεν έπαιρνε η ψυχοκόρη, αλλά τα αφεντικά είχαν την ηθική υποχρέωση – που εθιμικά μεταβλήθηκε σε νομική υποχρέωση – να φροντίσουν να παντρευτεί και στην περίπτωση που δεν ερχόταν το «τυχερό» της, έμενε στο σπίτι του αφέντη και τα παιδιά του ήταν υποχρεωμένα να τη συντηρούν μέχρι το θάνατό της. Αλλά και μετά το γάμο της δεν διακοπτόταν η σχέση της με την οικογένεια του αφέντη. Κάθε γιορτή και πασχαλιά τα αφεντικά θα της στέλναν κρέας, γλυκά και δώρα για τα παιδιά της, ενώ αυτή σε κάθε χαρά ή λύπη των αφεντικών ήταν παρούσα. Βέβαια σε ένα σύντομο σημείωμα όπως αυτό είναι αδύνατο να αναλύσει κανένας τον θεσμό αυτό, πολύ δε περισσότερο να ασχοληθεί με τα οικονομικά και κοινωνικά αίτια που τον εξέθρεψαν”. (Πηγή : Άρθρο του Ε. Μ. Πατσαλιά στον ΕΡΙΒΩΛΟ, τχ, 6, 1989)

Στη φωτογραφία μια νέα κοπέλα μεταφέρει νερό από από κάποιο πηγάδι της Άρτας. Σύμφωνα με την κάτοχο της φωτογραφίας, μάλλον πρόκειται για την ψυχοκόρη στο σπίτι της γιαγιάς της τη δεκαετία του ’50. Αν τυχόν πρόκειται περί άλλου προσώπου, παρακαλούμε να μας το αναφέρετε. (Φωτο από προσωπική συλλογή)
Με μια γλυκιά γεύση και με άρωμα τριαντάφυλλου και βανίλιας, το λουκούμι, υπήρξε το κατ’ εξοχήν κέρασμα που συνόδευε τον ελληνικό καφέ στα σπίτια και στα καφενεία μέχρι τη δεκαετία του ’70! Πολλές φορές το βουτούσες στο ποτήρι με το κρύο νερό για να ξεπλύνεις την πολλή ζάχαρη που ήταν πασπαλισμένο….
“…..Το λουκούμι πρωτοεμφανίζεται στα τέλη του 18ου αιώνα. Μάλιστα υπάρχουν δύο εκδοχές για την αιτία της δημιουργίας του. Η μια εκδοχή αναφέρει ότι ο καταγόμενος από το Καστάμονου ζαχαροπλάστης, Χατζή Μπεκίρ, επινόησε το λουκούμι, όταν άκουσε τον σουλτάνο να φωνάζει οργισμένος και να ζητά ένα μαλακό γλυκό, επειδή έσπασε το δόντι του από τη σκληρή καραμέλα που έτρωγε. Πήγε τότε στο μικρό ζαχαροπλαστείο του, που είχε ανοίξει στην Κωνσταντινούπολη, έριξε μέσα στο καζάνι νερό, ζάχαρη, αλεύρι, κιτρικό οξύ και ροδόνερο και άρχισε να το ανακατεύει για ώρες ολόκληρες μέχρι που έγινε ένα διάφανο, κολλώδες μείγμα, το οποίο έχυσε πάνω σε μια επίπεδη επιφάνεια αλειμμένη με αμυγδαλέλαιο και το άφησε να κρυώσει. Στη συνέχεια, το έκοψε σε μικρά κομματάκια, μια μπουκιά το καθένα και τα πασπάλισε με ζάχαρη. Το γνωστό σε όλους μας λουκουμάκι είχε “γεννηθεί”!
Η δεύτερη εκδοχή αναφέρει, ότι ο σουλτάνος Χαμίντ ο Α΄, επειδή δεν άντεχε άλλο τη γκρίνια των γυναικών που είχε στο χαρέμι του, κάλεσε τους καλύτερους ζαχαροπλάστες και τους ζήτησε να φτιάξουν ένα γλυκό που θα γλύκαινε τις γυναίκες, ώστε να σταματήσουν τις φωνές τα παράπονα και τη γκρίνια. Το λουκούμι ήταν το γλυκό που επέλεξε.
Πολύ γρήγορα το λουκούμι ξεπέρασε τα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έγινε το αγαπημένο γλύκισμα του Μεγάλου Ναπολέοντα και πολύ αργότερα του Άγγλου πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ, ενώ λέγεται πως ο Ισπανός ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο δεν περνούσε μέρα χωρίς να φάει ένα λουκούμι.
Στη χώρα μας η τέχνη του λουκουμιού έφτασε από την Κωνσταντινούπολη στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Με τον καιρό οι Έλληνες τεχνίτες πρόσθεσαν τα δικά τους στοιχεία στην παρασκευή του και στην αρχική συνταγή. Οι Χιώτες τεχνίτες για παράδειγμα, ήταν αυτοί που πρόσθεσαν στις πρώτες ύλες τη χιώτικη μαστίχα. Έτσι για πρώτη φορά το λουκούμι παίρνει μια νέα πιο ιδιαίτερη γεύση που στο μέλλον θα το κάνει διάσημο. Η διαδικασίας παραγωγής του λουκουμιού, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, ήταν δύσκολη και απαιτούσε γνώση και μεράκι. Η πρώτη παρασκευή έγινε το 1832 και έκτοτε δεν σταμάτησε, με τα λουκούμια να γίνονται μέρος της ελληνικής μας παράδοσης και το ιδανικό συνοδευτικό σερβιρίσματος του ελληνικού καφέ. (Πηγή : https://www.kafekopteialoumidi.gr/ )

Στη φωτογραφία « Δελτίο παραγγελίας του Καταστήματος Εδώδιμων Προϊόντων Παναγιώτης Μανόπουλος & Υιός με ημερομηνία Άρτα, 24-8-1953» για τί άλλο – μια μεγάλη παραγγελία λουκουμιών στην Πάτρα. Το κατάστημα Μανόπουλος & Υιός βρισκόταν στην Πλατεία Κιλκίς πριν την είσοδο στην οδό Σκουφά. Αργότερα μεταφέρθηκε πιο δίπλα, στην οδό Γριμπόβου. (Φωτο από συλλογή Α.Γ.Κ.)

Πάνω αριστερά : Παναγιώτης Μπαλάσκας (Ψηκτικός από Μελισσουργούς), Ανδρέας Αναγνωστόπουλος (Έμπορος με μεγάλο παντοπωλείο), Απόστολος Σπήλιος (Από Κωστακιούς), Γεώργιος Τσαμπάς (Ολυμπιακός Άρτης – Μακρόνησος), Μιχάλης Δάφνος (Εισαγωγέας Αυτοκινήτων), Γ. Μπόλας (Λέτσος, Αρχηγός Παναμβρακικού – Μακρόνησος), Σπύρος Κ. Ζαρκαλής (Τραγουδοποιός, Κιθαρωδός – Μακρόνησος), Βασίλειος Λυγούρας ( Έμπορικό Ενδυμάτων – Μακρόνησος, από Μελισσουργούς).
Κάτω αριστερά : Διαμάντης Ντούλας (Δημ. Υπάλληλος), Δ. Παπαδόπουλος, Σόλων Μαρκαμπέλας (Δημ. Υπάλληλος) Απόστολος Φράγκος (Δάσκαλος) Ιωάννης Κολοβός (Ιχθυοπώλης, Παίκτης του Ολυμπιακού – Μακρόνησος), Δημήτρης Θεμελής (από Ανέζα). (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)
Όπως ήδη έχει αναφέρει στο ημερολόγιό του ο Παντελής Κωτσάκης με ημερομηνία 10 – 10 -42
“ΤΗΝ 13ην ΩΡΑΝ
ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΟΙ ΤΑΓ/ΧΗΣ ΜΑΤΖΟΥΚΗΣ ΓΕΩΡ.,ΤΑΓ/ΧΗΣ ΠΙΣΠΙΡΗΣ,ΑΝΘ/ΓΟΣ ΜΑΛΤΕΖΟΣ ΚΛΠ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝΤΕΣ ΤΗΝ ΔΙΟΙΚΟΥΣΑΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗΝ ΤΟΥ Ε.Α.Μ.ΑΡΤΗΣ
ΠΟΛΥΩΡΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΗΓΟΝ.”
Γράφει ο Ν. Κοσσυβάκης: «Για την καλύτερη επιτυχία του αγώνα αποφασίστηκε να συγκληθεί σύσκεψη όλων των τοπικών παραγόντων στο χωριό Μηλιανά, όπου ο Ζέρβας θα πρότεινε και την επίσημη ανάδειξη σε υπαρχηγό, του πατέρα μου» (Ιστορικόν Αρχείον Εθνικής Αντιστάσεως, τόμος Α’, τχ 2, σελ 69) .
«Η σύσκεψη αυτή έγινε στο σπίτι του Βαγγέλη Γαλλίκα. Πήραν μέρος οι Σεραφείμ Κουτσούκαλης, Βαγγέλης Γαλλίκας, Χρήστος Παλαιοδήμος, Κώστας Γώγος, Γρηγόρης Κοσσυβάκης, Νίκος Αθανασάκης, Δημοσθένης Κοσσυβάκης, Νίκος Κοίλιας, Χρυσόστομος Παππάς, Γιώργος Παπαδημητρίου, Γιώργος Μαντζούκης και άλλοι. Ο Γρηγόρης Κοσσυβάκης δεν έμεινε σύμφωνος με την πρόταση του Ζέρβα και αντιπρότεινε τον Μαντζούκη να γίνει υπαρχηγός γιατί είναι νεότερος αλλά και ικανός αξιωματικός και πατριώτης». (Η Εθνική Αντίσταση του Νομού Άρτας, Α. Κουτσούκαλης, Αθήνα, 1983)
Τα βασικά σημεία της συμφωνίας αυτής ήταν τα εξής :
Βάσει των όρων του παραπάνω συμφωνητικού, το μαχητικό τμήμα του ΕΑΜ Άρτης (παρατηρούμε ότι ο όρος ΕΛΑΣ δεν εμφανίζεται στο συμφωνητικό, παρά μόνο γίνεται λόγος για μαχητικό τμήμα του τοπικού ΕΑΜ) θα συνέδραμε εμπράκτως στον δύσκολο και άνισο αγώνα που έδιναν οι πρώτοι αντάρτες του Ζέρβα εναντίον τριών ιταλικών ταγμάτων.
«Αυτό όμως δεν συνέβη. Παρά το ότι ο Ζέρβας τους ζήτησε να προσπαθήσουν να ανακόψουν την προέλαση ενός εκ των τριών ιταλικών ταγμάτων, αυτοί δεν το έπραξαν και εγκατέλειψαν τις θέσεις τους με συνέπεια οι Ιταλοί να προχωρήσουν ανενόχλητοι. Μάλιστα ο ένας εκ των υπογραφόντων αξιωματικών του ΕΑΜ, ο ταγματάρχης Μαντζούκης παρουσιάστηκε στους Ιταλούς και στράφηκε κατά του Ζέρβα ακολουθώντας τους κατακτητές».(Η Εθνική Αντίστασις των Ελλήνων, 1941 -45, Σ. Θ. Χούτας, 1961)
Ο λοχαγός Φοίβος Γρηγοριάδης που υπηρέτησε στον ΕΛΑΣ, παραδέχεται τόσο την ύπαρξη του παραπάνω συμφωνητικού όσο και την αδράνεια των εκπροσώπων του ΕΑΜ κατά την διάρκεια των ιταλικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων. Επιβεβαιώνει επίσης την αντεθνική στάση του ταγματάρχη Μαντζούκη που αναφέρει και ο Χούτας.
Επιχειρεί βέβαια να δικαιολογήσει το ΕΑΜ, λέγοντας ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν ένοπλες ομάδες του ΕΑΜ στην περιοχή της Άρτας, και ότι απλά αυτές αναφέρονται στο συμφωνητικό χάριν γοήτρου. (Το Αντάρτικο, Φοίβος Γρηγοριάδης, Αθήνα, 1964)

Στη φωτογραφία “Το συμφωνητικό που υπεγράφη ανάμεσα σετα στελέχη του τοπικού ΕΑΜ Άρτης και του Ν. Ζέρβα” (Πηγή : Η Εθνική Αντίστασις των Ελλήνων, 1941 -45, Σ. Θ. Χούτας, 1961, σελ. 62-63)