ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΣΠΑΗ

—————————–
“Κατά τας επισκέψεις μου εις Ήπειρον και Θεσσαλίαν, εκτός του Κουτσοβλαχικού ζητήματος, εμελέτησα και με απησχόλησε πολύ το ζήτημα της οργανώσεως αντιστάσεως κατά των κατακτητών. Τούτο έπραξα κατόπιν συνεννοήσεως μετά του Μπακιρτζή, Σαράφη, Ζέρβα, Ψαρρού και Α. Παπαγεωργίου, μετά των οποίων επροτιθέμεθα, κατά το θέρος του 1942, να προβούμε εις την οργάνωσι ομάδων αντιστάσεως εις τις περιοχές αυτές……..Έτσι απεφασίσθη ο συνταγματάρχης Ναπολέων Ζέρβας να δράση το θέρος του 1942 εις την περιοχή της Άρτας και Βάλτου, ο Ψαρρός και ο Μπακιρτζής εις την περιοχήν της Γκιώνας και Βαρδουσίων και εγώ, ο Σαράφης και ο Παπαγεωργίου εις την Θεσσαλίαν και Δυτικήν Μακεδονία. Κατόπιν αυτού μετέβην εις Βόλον διά την προπαρασκευήν της αντιστάσεως, εις την οποίαν είχε μυηθή το μεγαλύτερον μέρος της Χωροφυλακής του Βόλου, Αλμυρού, Φαρσάλων, Καρδίτσης και Τρικάλων, καθώς και πολλοί αξιωματικοί σε διάφορες πόλεις της Θεσσαλίας. Κατόπιν όμως καταγγελιών εναντίον μου ως προπαρασκευάζοντος αντιστάσεις κλπ., υπό του στρατηγού Χ. Καβράκου, του συν/χου της Χωρ/κης Ραφτοδήμου, ο οποίος ήταν διευθυντής της Γενικής Ασφάλειας του κράτους και φοβερά Γερμανόφιλος, καθώς και του ταγματάρχου της χωρ/κης Αγραφιώτου, διοικητού Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, οι Ιταλοί διέταξαν την σύλληψίν μου, αλλά χωρίς να κατορθώσουν να με ανεύρουν, διότι τούτο είχα προβλέψει και εκρυβόμουν εις τις πλησίον του Βόλου εγκαταστάσεις των μεγαλοκτηνοτρόφων φίλων μου Πολυζαίων. Οι Ιταλοί όμως συνέλαβον τη γυναίκα μου, τον γυναικαδελφόν μου Α. Ξανάρην και τους πλέον στενούς συγγενείς μου εις Ήπειρον, τους οποίους και εφυλάκισαν. Έτσι ηναγκάσθην να παρουσιασθώ………(Πηγή : ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ, Λ. Σπαής, Αθήναι, 1970)

Στη φωτογραφία ο Λεωνίδας Σπαής, Ταγματάρχης Πεζικού στη Μακεδονία τον Σεπτέμβριο του 1918. (Πηγή φωτογραφίας : Αρχείο Οικογένειας Λ. Σπαή)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | 1 σχόλιο

Η Πείνα του 1941

“Ένας έμπορος πουλάει λάδι στους πελάτες που περιμένουν στην ουρά, που μοιάζει περισσότερο με ορυκτέλαιο. Το λάδι μαζί με το ψωμί ήταν τα ακριβότερα καταναλωτικά αγαθά το φοβερό εκείνο χειμώνα του 1941-42. Αλεύρι, λάδι και ψωμί είχαν φτάσει σε απλησίαστες τιμές. Οι άνθρωποι έδιναν τα πάντα για να αποκτήσουν κάτι από τα πολύτιμα αυτά τρόφιμα. Πούλησαν ακόμα και τα σπίτια τους για ένα κομμάτι ψωμί. Μια κάστα ασυνείδητων, έγιναν οι στυγνοί εκμεταλλευτές της δυστυχίας, κοράκια που σε τέτοιες εποχές γενικής κρίσης και αναταραχής οσμίζονται τη λεία τους. Νόθευαν τα υλικά και πουλούσαν κονσέρβες που περιείχαν άμμο. Από τις τάξεις τους στρατολογήθηκαν το 1943 οι ταγματασφαλίτες του Ράιχ, τα μίσθανα όργανα των Ες-Ες και της Γκεστάπο, που ο δικτάτορας Παπαδόπουλος ανακήρυξε με νόμο του κατά την επταετία ως «Εθνική Αντίσταση».”
(Σχόλιο και φωτογραφία από το Λεύκωμα του Βάσου Π. Μαθιόπουλου ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΤΟΧΗΣ*, Εκδόσεις ΜΕΤΟΠΗ, Αθήνα, 1980)

*Το Λεύκωμα περιέχει φωτογραφικές μαρτυρίες από τα γερμανικά αρχεία για την ηρωική αντίσταση του Ελληνικού λαού.

“Δείγμα της άδειας μεταφοράς τροφίμων με αναλυτική καταγραφή των ποσοτήτων που επιτρέπονταν να μεταφερθούν από μια περιοχή σε άλλη, κατά τη διάρκεια της κατοχής. Η άδεια δινόταν από το Υπουργείο Επισιτισμού και τα προιόντα ήταν καθαρά για οικογενειακή χρήση. Η συγκεκριμένη είναι για μεταφορά προιόντων από τη Σπάρτη προς Αθήνα”.
(Φωτο από οίκο Δημοπρασιών)

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Εικόνες Κατοχής

“Γερμανός της Γκεστάπο με την διακριτική πλακέτα κρεμασμένη σαν περιδέραιο στο λαιμό – εικόνα που προκαλούσε δέος στις κατεχόμενες από τους χιτλερικούς χώρες της Ευρώπης – οδηγεί σε προσωρινό καταυλισμό Έλληνες στρατιώτες που πιάστηκαν αιχμάλωτοι τις τελευταίες μέρες του Απριλίου 1941. Σε λίγες μέρες θα αφεθούν ελεύθεροι. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από όσες κατέλαβαν οι Γερμανοί όπου δεν κρατήθηκαν αιχμάλωτοι. Κι αυτό με διαταγή του Χίτλερ. Αιτία : η γενναιότητα που επέδειξαν οι Έλληνες υπερασπίζοντας σπιθαμή με σπιθαμή το πάτριο έδαφος.”
(Σχόλιο και φωτογραφία από το Λεύκωμα του Βάσου Π. Μαθιόπουλου ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΤΟΧΗΣ, Εκδόσεις ΜΕΤΟΠΗ, Αθήνα, 1980) 

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Η ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ «Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

Πρόβα της χορωδίας του “Μακρυγιάννη” στα γραφεία του Συλλόγου, στις αρχές του ’80, όπου συμμετέχει και μια άλλη χορωδία με διευθυντή τον Άλκη Μπαλτά*, διακεκριμένο αρχιμουσικό και συνθέτη. (Φωτο από αρχείο Γιάννη Νίκα)

*Μπορείτε να διαβάσετε πληροφορίες για τον Άλκη Μπαλτά στο λινκ https://el.wikipedia.org/…/%CE%86%CE%BB%CE%BA%CE%B7%CF…

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ” Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”

Το κτίριο όπου στεγάζεται ο Πολιτιστικός Σύλλογος ” Ο Μακρυγιάννης”, επί της οδού Πριοβόλου στην Άρτα. Πρόκειται για κτίριο του 1850, το οποίο στέγαζε “οικία μετά καταστήματος” και ευτυχώς διεσώθη… (Πηγή φωτογραφίας : Άρθρο του Ευστράτιου Πατσαλιά, Περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, τχ. 85, 1995)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Η ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ «Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

Το πρώτο φύλο από το φυλλάδιο του προγράμματος της εκδήλωσης στο κινηματοθέατρο ” Άλεξ” στις αρχές του ’80.
(Φωτο από αρχείο Γιάννη Νίκα)

……..και το πρόγραμμα της παράστασης.

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Η ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ «Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

Η Μικτή χορωδία του Συλλόγου « Ο Μακρυγιάννης» ιδρύθηκε το 1980. Στο φυλλάδιο για μια απ’ τις πρώτες εμφανίσεις της χορωδίας στο κινηματοθέατρο «Άλεξ» διαβάζουμε : «Το πρόγραμμα για τη χορωδιακή ανάπτυξη του τόπου μας, που εκπόνησε, χρηματοδοτεί και σταδιακά εφαρμόζει το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών με την αρμόδια ομάδα εργασίας – που αποτελείται από τους Μιχάλη Αδάμη, Πρόεδρο και Στέφανο Βασιλειάδη, Αντώνη Κοντογεωργίου και Γιάννη Μάντακα, μέλη – αποβλέπει στη θέσπιση μιας ευρύτερης χορωδιακής πολιτικής που να προωθεί μελετημένα και ουσιαστικά την τόνωση και ανάπτυξη της χορωδιακής μας ζωής σε Πανελλήνια κλίμακα.
Βασικά σημεία του προγράμματος είναι τα σεμινάρια στελεχών των χορωδιών, οι χορωδιακές συναντήσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και μια σειρά από συναυλίες στην περιοχή της κάθε χορωδίας ή σε μεγαλύτερες περιοχές. Με τις εκδηλώσεις αυτές, που δεν έχουν διαγωνιστικό ή ανταγωνιστικό χαρακτήρα, επιδιώκεται η δημιουργία ενός κλίματος συνεργατικότητας και συναδελφικής ανταλλαγής πείρας για Μουσική Παιδεία και πράξη».

Στη φωτογραφία ένα στιγμιότυπο από την εμφάνιση της χορωδίας στην εν λόγω εκδήλωση, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στον κινηματογράφο «Άλεξ». Διευθύνει ο μαέστρος Βασίλης Μαϊδάτσης. Στο πιάνο η σύζυγός του.
(Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γιάννη Νίκα)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΣΥΡΑΚΙΩΤΙΣΣΕΣ ΣΤΟ ΔΙΑΣΙΜΟ ( ΙΔΙΑΣΜΑ)

———————-
“Το διασίδι είναι το νήμα για το στημόνι. Για να τυλιχτούν όλες οι κλωστές του στημονιού στον αντίστοιχο κυλινδρικό άξονα του αργαλειού, οι υφάντρες χρησιμοποιούσαν τη διάστρα· και όλη η διαδικασία ονομάζεται διάσιμο.
Η διάστρα ήταν ένα φορητό ξύλινο πλαίσιο με δυο πατούρες, για να στέκεται όρθιο, το οποίο γινότανε διπλό με ένα εσωτερικό χώρισμα. Κατά μήκος των κατακόρυφων πλευρών υπήρχαν τρυπούλες απ’ όπου περνούσαν βέργες ή λεπτά καλάμια. Στα καλάμια αυτά περνούσαν καλαμένια μασούρια με τυλιγμένη την κλωστή. Την κλωστή την αγόραζαν σε κούκλες – έτοιμη, βαμμένη- την έβαζαν στην ανέμη και με τον αδράχτη τη μασούριζαν σε μεγάλα χοντρά καλάμια μήκους 25 εκατοστών περίπου. Μπορεί στη διάστρα να έβαζαν 30-50 μασούρια, ανάλογα με το φάρδος του πανιού που θέλανε να υφάνουνε.
Τραβούσε, λοιπόν, η υφάντρια (ή καλύτερα η διαστρούδα) τις κλωστές από όλα τα καλάμια ταυτόχρονα και τις περνούσε όλες μαζί από τα παλούκια που είχε καρφώσει σε κάποιον υπαίθριο τοίχο, κάνοντας ζιγκ – ζαγκ, γιατί δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί τόσο μακρύς τοίχος όσο το μάκρος της κλωστής. Όλες οι κλωστές μαζί θα αποτελούσαν το στημόνι του αργαλειού. Αυτό ήταν το πρώτο στάδιο του διασίματος, δηλαδή να μπούνε όλες οι κλωστές μαζί, να γίνουνε ένα χοντρό «σκοινί».
Ύστερα έπαιρναν από τον αργαλειό τον κύλινδρο του στημονιού ή (καλύτερα) τον γυρνούσαν ανάποδα και στερέωναν όλες τις κλωστές από την άκρη τους καλά, να μη φύγει καμία. Μια γυναίκα καθότανε σε μια καρέκλα ανάποδα και τραβούσε με δύναμη το «σκοινί» με τις κλωστές, ώστε να είναι καλά τεντωμένες, μία άλλη γυρνούσε τον κύλινδρο και τύλιγε το στημόνι, ενώ δύο ακόμη γυναίκες, βάζοντας και 2-3 καλάμια ανάμεσα, τις άπλωσαν όμορφα-όμορφα, ώστε η μια κλωστή να μην καβαλικεύει την άλλη. Το τρίτο στάδιο ήταν να τοποθετηθεί ο κύλινδρος με το στημόνι κανονικά στη θέση του στον αργαλειό, να περαστούν οι κλωστές πρώτα από τα μιτάρια και ύστερα από το χτένι και να στερεωθούν στο πίσω μέρος όπου κάθεται η υφάντρια και υφαίνει, δηλαδή στο αντί. Ο αργαλειός ήταν έτοιμος πια να λειτουργήσει και να υφάνει….”
(Πηγή : ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, https://argolikivivliothiki.gr/)

Στη φωτογραφία “Συρακιώτισσες στο διάσιμο – 1938”.
Η φωτογραφία είναι του Σ. Μελετζή από συλλογή Α.Γ.Κ.)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

ΣΥΡΡΑΚΟ – ΒΟΡΕΙΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ (2)

“Εν τη κώμη υπάρχουσι τέσσαρες εκκλησίαι, νεκροταφείον, σχολεία δε, δημοτικόν, ελληνικόν και παρθεναγωγείον, βρύσεις έχουσαι άφθονον ύδωρ μετοχευόμενον δι’ υδραγωγείου, κατασκευασθέντος δαπάνη του εν Κερκύρα Πάλιου, δέκα καταστήματα διαφόρου είδους, 3 υδρόμυλοι, επί της προς Ιωάννινα οδού και τρεις έτεροι ως και πέντε νεροτριβαί και τρία μαντάνια επί του ποταμού Χρούσα προς την γέφυραν Κωλλέττη….
Η κώμη αύτη στερείται καθ’ ολοκληρίαν δημητριακών και ιδίως κριθής, έχει δε μικράν ποσότητα χόρτου.
Προς τούτους έχει μόνον 10 κλιβάνους ιδιωτικούς, οίτινες σπανίως θερμαίνονται, ελλείψει αφθόνου καυσοξυλείας την οποίαν μεταφέρουσι και πωλούσιν ενταύθα οι κάτοικοι του χωρίου Ντοβίζντιανα. Τούτου δ’ ένεκα η ψήσις γίνεται συνήθως εις γάστρας, υπό τμήματα σφαιρικής επιφάνειας εκ φύλλου σιδήρου (λαμαρίνας), θερμαινομένας διά βοίου κόπρου……)……”(Πηγή : ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟΝ ΗΠΕΙΡΟΥ, Ν. Σχινάς, Αθήναι, 1897)

Στη φωτογραφία ” Νερόμυλος στο Συρράκο – 1938″.
Η φωτογραφία είναι του Σ. Μελετζή από συλλογή Α.Γ.Κ.)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

ΣΥΡΡΑΚΟ – ΒΟΡΕΙΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ (1)

“Κώμη της Ηπείρου κειμένη επί των ανατολικών κλιτύων του, δυτικώς τούτου, υψούμενου όρους Πολυαίνου ή Πολιάνα και έναντι της κώμης των Καλαρρυτών, ης απέχει 1 ώρ. και 15’ και από της οποίας χωρίζεται δια βαθυτάτης χαράδρας, εχούσης λίαν αποτόμους κλίσεις δι’ ης ρέει ο του Αράχθου επίρρυτος ποταμός Χρούσα, όστις και ως όριον Ελλάδος και Τουρκίας επί του παρόντος ωρίσθη.
Η ανωτέρω κώμη αποτελείται εκ 400 οικιών εν αις το έαρ, ένεκεν των ανερχομένων ποιμνίων, οικούσι 550 οικογένειαι.
Εκ των ανωτέρω κατοίκων το μεν ¼ των ανδρών μετέρχονται εις διάφορα μέρη, τον έμπορον και ράπτην και τινες τον τσαρουχοποιόν, τα δε ¾ τον αγωγέα και ποιμένα διατρέφοντες περί τας 16.000 αιγοπρόβατα και περί τα 1500 φορτηγά.
Και οι μεν πρώτοι οικούσι το κέντρον της κωμοπόλεως, εχούσης στενάς και ουχί ευθείας οδούς, οι δε δεύτεροι εις τα πέριξ, οίτινες μετά των πρώτων ου μόνον δεν έρχονται εις επιγαμίας αλλά και εις εχθρότητα τινα διατελούσι.
Άπασαι δε αι γυναίκες ενασχολούνται εις την κατασκευήν μαλλίνων υφασμάτων ήτοι σκαλτσοσκούτι, χρησίμου εις κατασκευήν κνημίδων των ευζώνων, τραγοσκούτι, διά κατασκευήν καπών και διμήτου εκ μαλλίου (αμπάδες κοινώς)……(Πηγή : ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟΝ ΗΠΕΙΡΟΥ, Ν. Σχινάς, Αθήναι, 1897)

Στη φωτογραφία “Το Συρράκο” φωτογραφημένο από τον Απόστολο Βερτόδουλο την δεκαετία του ’60
(Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Γιάννινα, 1995)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε