
Παρέλαση των ομάδων και ό “Όρκος του Αθλητή” από τον γκολκήπερ του Ολυμπιακού & Παναμβρακικού, πολυαθλητή, γεωπόνο Παναγιώτη Χ. Βάγια. Διακρίνονται επίσης οι Α. Ζέρβας, Ι. Κολοβός, Κ. Κουφός και Νικολάου. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Παρέλαση των ομάδων και ό “Όρκος του Αθλητή” από τον γκολκήπερ του Ολυμπιακού & Παναμβρακικού, πολυαθλητή, γεωπόνο Παναγιώτη Χ. Βάγια. Διακρίνονται επίσης οι Α. Ζέρβας, Ι. Κολοβός, Κ. Κουφός και Νικολάου. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Αριστερά η Ευαγγελία Βάγια (αργότερα σύζυγος Κ. Μαστραπά), στο κέντρο η μητέρα της και δεξιά ο αδελφός της Πλάτωνας Βάγιας στις αρχές του 1900, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου ζούσαν μέχρι που πέθανε η μητέρα τους και μετά εγκαταστάθηκαν στην Άρτα, τον τόπο καταγωγής τους. (Φωτο από προσωπική συλλογή Λ.Μ)
Πιστεύουμε πως δεν υπάρχει πιο αξιόπιστη πηγή για τα όσα συνέβησαν κατά τον πόλεμο του 1897 (τουλάχιστον απ’ την ελληνική πλευρά εξιστόρησης των γεγονότων) από τις εφημερίδες της εποχής, έτσι θα προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε τα ρεπορτάζ της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ, όπως καταγράφηκαν, κυρίως από τον δημοσιογράφο Μοσχονά, ξεκινώντας από τις αναφορές τον πρώτο καιρό πριν την έναρξη των κυρίως εχθροπραξιών ανάμεσα στον ελληνικό και τουρκικό στρατό.
ΑΡΤΑ, 31 Μαρτίου

ΑΡΤΑ, 1 Απριλίου…

ΑΡΤΑ, 2 – 3 Απριλίου….

“………..Οι αναφορές για εμπλοκές κοντά στα Πέντε Πηγάδια τις ημέρες από τις 27 έως τις 30 Απριλίου που μπορούν να ληφθούν, προς το παρόν εξακολουθούν να είναι κάπως συγκεχυμένες και αντιφατικές. Ο ανταποκριτής της «Daily News», που ήταν θεατής στην ελληνική πλευρά και αυτόπτης μάρτυρας πολλών γεγονότων, περιγράφει τη σκηνή των μαχών με τα εξής λόγια: «Δύο δρόμοι μέσα από τα βουνά που περικυκλώνουν τον κόλπο της Άρτας οδηγούν από τα νότια προς τα Γιάννινα. Ο ένας διασχίζει την κοιλάδα του Λούρου από την Πρέβεζα μέχρι τη Φιλιππιάδα. Είναι ένας πρακτικός δρόμος, διαθέσιμος για στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο άλλος δρόμος οδηγεί από την Άρτα μέσω του Χανόπουλου, των Κομμουζιάδων και του Καρβασσαρά στα Πέντε Πηγάδια. Πέρα από τον Χανόπουλο ο δρόμος είναι πολύ δύσκολος, αλλά προσφέρεται για ισχυρές θέσεις και από τις δύο πλευρές. Οι δύο δρόμοι ενώνονται στο οχυρό Πέντε Πηγάδια, που βρίσκεται στον τερματισμό του περάσματος. Περίπου μισή λεύγα νότια του οχυρού, οι δύο στρατιωτικοί δρόμοι που οδηγούν στα Γιάννινα ενώνονται σε μια βαθιά εγκάρσια κοιλάδα που χωρίζει τις δύο υψηλές προεξοχές, από τις οποίες η κοιλάδα πλαισιώνεται με ψηλές κορυφογραμμές βουνών.
Μετά από πέντε ημέρες αψιμαχιών, οι Έλληνες είχαν προχωρήσει μπροστά μέχρι τα Πέντε Πηγάδια, τα είχαν καταλάβει και οι δυνάμεις τους στάθηκαν κάπως διασκορπισμένες στο μακρόστενο ορεινό πέρασμα σκοπεύοντας να προχωρήσουν στα Γιάννινα και να ανυψώσουν εκεί την Ελληνική Σημαία, μόλις η Πρέβεζα περιέρχονταν στην κατοχή τους.
Σαν συνέπεια του διασκορπισμού των δυνάμεών τους, ένα Τάγμα, το οποίο είχε απωθηθεί ως το χωριό Κοντοζάκι (Kondozaki), αιφνιδιάστηκε από τους Τούρκους στις 24 Απριλίου και καταστράφηκε ολοσχερώς. Το Τάγμα έχασε 300 νεκρούς, και είχε 200 τραυματίες και 60 αιχμαλώτους. Στις 27 Απριλίου οι Έλληνες τοποθετήθηκαν σε μια φυσικά ισχυρή θέση, ανατολικά της στρατιωτικής οδού που διέσχιζε το πέρασμα στη περιοχή του Χανόπουλου, που όμως ήταν προσπελάσιμη από τα πυρά των Τούρκων από την κατάφυτη κορυφογραμμή του βουνού στο τέλος της σχισμής της κοιλάδας. Το κλειδί της ελληνικής θέσης ήταν ένας επίπεδος λόφος, ο οποίος σχημάτιζε κατά κάποιο τρόπο ένα φυσικό οχυρό ενάντια σε τουρκική επίθεση που το να το καταλάβουν ήταν πολύ προς το συμφέρον των Ελλήνων…..” (Πηγή : THE GREKO – TURKISH WAR from official sources by a German Staff Officer translated by Frederica Bolton, London, 1898)

Στη φωτογραφία χάρτες με σχεδιαγράμματα της περιοχής για τις θέσεις των στρατευμάτων και του οδικού δικτύου, όπως δημοσιεύτηκαν στο φύλλο της εφημερίδας THE ILLUSTRATED LONDON NEWS στις 24 Απριλίου 1897.

…και η αντίστοιχη σελίδα από την εφημερίδα THE ILLUSTRATED LONDON NEWS στις 24 Απριλίου 1897.

Σύμφωνα με τον Δημήτρη Καμαρούλια τα Μοναστήρια ασφαλώς θα είναι πολύ περισσότερα αλλά δεν έχουν εντοπισθεί. (Πηγή : Άρθρο του Δ. Καμαρούλια, ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 184,1992)
“…..Με βάση πλίνθινη επιγραφή που υπάρχει στη νότια πλευρά του ναού, ο καθηγητής Παναγιώτης Βοκοτόπουλος – ο κυριότερος μελετητής του μνημείου μετά τον Ορλάνδο- τοποθετεί την ίδρυση του ναού στο 1238, όταν Πατριάρχης στην Κωνσταντινούπολη ήταν ο Γερμανός Β΄. Εξίσου όμως πιθανή είναι και η εκδοχή του Σεραφείμ, ο οποίος γράφει συγκεκριμένη χρονολογία ίδρυσης του ναού (1111) άποψη την οποία εμμέσως συμμερίζεται και ο Ορλάνδος υποστηρίζοντας ότι το 13ο αιώνα δεν έχουμε την ίδρυση του ναού αλλά τη μετασκευή της παλαιότερης ξυλόστεγης τρίκλιτης βασιλικής σε σταυροειδή με τρούλλο, και ότι σ’ αυτή τη μετασκευή έκανε τον αγιασμό ο Πατριάρχης Γερμανός Β΄.
Για αιώνες το μοναστήρι ανθούσε, αλλά στα χρόνια του Αλή πασά αρπάχτηκαν τα πλούτη και τα κτήματά του απ’ τους Τούρκους και έτσι έπεσε σε παρακμή. Το 1821 πυρπολήθηκε ο ναός και “έμεινεν ερείπιον σωζομένου μόνον του μέρους του ιερού Βήματος και του τρούλλου ετοιμορρόπου” καθώς μας πληροφορεί ο Σεραφείμ. Στα χρόνια 1867-1871 έγινε ριζική ανακαίνιση του ναού με εκτεταμένες επισκευές, συμπληρώσεις και ανακατασκευές, οπότε το μνημείο πήρε τη σημερινή του μορφή. Τότε προστέθηκε ο νάρθηκας και κατασκευάσθηκε ο περιβολότοιχος με το κωδωνοστάσιο καθώς μαρτυρούν δύο εντειχισμένες ενεπίγραφες πλάκες”. (Πηγή : ΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ, Κ. Θ. Γιαννέλος, Άρτα)

Στη φωτογραφία του Παναγιώτη Βοκοτόπουλου “Άποψη της Παναγιάς του Μπρυώνη από Β.Α. το 1973”. (Πηγή : ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΜΠΡΥΩΝΗ, Π. Βοκοτόπουλος, Αρχαιολογικό Δελτίο, Τόμος 28, 1975)
“Σε μικρή απόσταση Ν.Α της Άρτας και ακριβώς πλάι στο δρόμο που οδηγεί στο Νεοχωράκι, βρίσκεται ένα γραφικό βυζαντινό εκκλησάκι, μοναδικό απομεινάρι ενός άλλοτε μεγάλου και ακμαίου μοναστηριού, του μοναστηριού της Παναγίας Μπρυώνη. Η προσωνυμία “Μπρυώνη” (ή κοινώς Πριώνι, κατά τον Σεραφείμ Βυζάντιο) δεν έχει εξακριβωμένη προέλευση. Ίσως σχετίζεται με το όνομα του κτήτορα ή κάποιου ηγούμενου, ίσως θυμίζει τον Τούρκο της λαϊκής παράδοσης που έκανε μεγάλη αφιέρωση στη μονή, επειδή χάρη σε θαύμα της Παναγίας ξαναβρήκε το φως του. Λιγότερο πιθανή είναι η εκδοχή που προβάλλει ο μητροπολίτης Σεραφείμ Ξενόπουλος στο “Δοκίμιο” του, σύμφωνα με την οποία η επωνυμία “Μπρυώνη” οφείλεται σε παραφθορά της λέξης “περιώνυμη” (περιώνυμος μονή) οπότε η σωστή ονομασία θα ήταν “Παναγία η Μπριώνη”. Ο ναός τιμάται στη μνήμη της Κοίμησης της Θεοτόκου.” (Πηγή : ΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ, Κ. Θ. Γιαννέλος, Άρτα)

Στη φωτογραφία “Άποψη της Παναγιάς Μπρυώνη με το θρυλικό της κυπαρίσσι, όπως ήταν το 1930”. (Φωτο από το ίδιο βιβλίο)

Πάνω αριστερά : Θεόδωρος Γκολομάζος, Αλέκος Νικάκης, Γεώργιος Χαλκιάς, Λάμπρος Τσάπαλης, Δημήτριος Δραγατάκης, Ιωάννης Νάκας.
Κάτω δεξιά : Νικόλαος Χ. Βαδιβούλης, Γεώργιος Μιχάλης, Νικόλαος Πριόβολος, Σπύρος Τρομπούκης, Κώστας Μακρυγιάννης. (Φωτο & έρευνα Κ. Μπανιάς)
Περισσότερα στοιχεία για τους εικονιζόμενους από το σχόλιο του κ. Μπανιά.


Μάλλον Καθαρά Δευτέρα στα Οβριομνήματα. Στη μέση η Καλλιόπη Κατσαούνου και όρθιος πάνω αριστερά ο σύζυγός της, Θεοχάρης Κατσαούνος. Η οικογένεια έμενε επί της Σκουφά (στην πλατεία) αλλά το σπίτι τους ήταν μεταξύ εκείνων που βομβαρδίστηκαν το 1941.
(Η φωτογραφία είναι του Δ. Μητσιάνη, από το αρχείο της Χρύσας Τσουκαλά)
“………Εδώ, στην ανατολική όχθη του ποταμού, βρίσκεται η πόλη της Άρτας, η αρχαία Αμβρακία. Απέχει επτά μίλια από τις όχθες του κόλπου, στον οποίο τώρα, όπως και παλαιότερα, δίνει και το όνομά του. Ίχνη από πανάρχαια τείχη μπορεί να δει κάποιος σε πολλά μέρη, αλλά πιο ιδιαίτερα, στο σημείο όπου σχηματίζουν τη βάση μέρους του σημερινού κάστρου ή της ακρόπολης, κοντά στις όχθες του ποταμού. Αυτά διαφέρουν από τα διάφορα άλλα αρχαία ερείπια του κόλπου. Oι πέτρες είναι κανονικοί, επιμήκεις, τετραγωνισμένοι ογκόλιθοι, με λεία επιφάνεια, τοποθετημένοι οριζόντια, και τόσο πολύ κοντά, που με δυσκολία θα μπορούσαμε να μπήξουμε ένα σουγιά ανάμεσά τους, αν και φαίνεται ότι ούτε κονίαμα, ούτε τσιμέντο έχει χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή τους. Το στυλ, πιστεύω πως είναι γνωστό ως το Ελληνικό. Στη Μήλο υπάρχουν εκτεταμένα ερείπια αυτής της μορφής. Το μέγεθος των λίθων είναι τεράστιο. Μέτρησα ένα και ήταν δεκαοχτώ επί πέντε πόδια και τα περισσότερα σχεδόν είχαν τις ίδιες διαστάσεις. Αυτοί οι τοίχοι μπορούν να εντοπιστούν σε αρκετή απόσταση, περικυκλώνοντας προφανώς το υπερυψωμένο έδαφος προς τα ανατολικά της πόλης. Δεν υπάρχουν άλλα υπολείμματα της ίδιας χρονολογίας, είτε ναός, είτε θέατρο ή άλλο κτίριο.
Το επόμενο αντικείμενο που αξίζει προσοχής είναι τα ερείπια μιας μονής που χτίστηκε από την Αυτοκράτειρα Θεοδοσία, περίπου το έτος 845 της χριστιανικής περιόδου. Η αρχιτεκτονική είναι «Lower Empire». Υποδιαιρείται σε πολυάριθμα κελιά, διάτρητα με μικρά παράθυρα σε Γοτθικό στυλ. Οι τοίχοι είναι εναλλακτικά στρώματα από πέτρες για περίπου δύο πόδια και μετά ακολουθεί το μικρό επίπεδο κόκκινο ρωμαϊκό τούβλο για περίπου έξι πόδια. Σήμερα προσφέρει δωρεάν διαμονή για τα καραβάνια με άλογα που φέρνουν εμπορεύματα και τους οδηγούς τους. Υπάρχει επίσης ένας μεγάλος ελληνικό καθεδρικός, χτισμένος με την ίδια τεχνοτροπία, αλλά πιο καινούργιας χρονολογίας, σε οκταγωνική μορφή. Κατά τον τελευταίο πόλεμο μετατράπηκε σε φρούριο από τους Αλβανούς, οι οποίοι μπλοκάροντας τα παράθυρα, τον κατέστησαν πολύ ανθεκτικό και ισχυρό.
Όπως και άλλες πόλεις αυτής της αφοσιωμένης χώρας, η Άρτα έχει υποφέρει σε μεγάλο βαθμό από τον πρόσφατο φοβερό αγώνα. Σε πολλά μέρη σωροί ερειπίων εμποδίζουν εντελώς τη διέλευση των δρόμων, και ένα πέπλο ερήμωσης και δυστυχίας κρέμεται σήμερα πάνω από αυτήν την πόλη που κάποτε ανθούσε και ήταν γεμάτη κόσμο. Είναι δύσκολο να κρίνει κανείς τον πληθυσμό της σήμερα, έτσι όπως διαμορφώθηκε από την ταραγμένη κατάσταση της χώρας, καθώς, λόγω της αδιάκοπης ζήτησης για στρατεύματα από τον Πασά, πρέπει να παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις. Να προσθέσουμε σ’ αυτά ότι η πλειοψηφία των κατοίκων είναι και στρατιώτες και πολίτες (οι πρώτοι μάλλον από επιλογή τους) και πάντα ξεσηκώνονται για τα καλά με την ελπίδα να λεηλατήσουν, συμμετέχοντας σε κάθε εξέγερση, ξένη ή ντόπια. Οι αντιμαχόμενες φατρίες στην Αλβανία αποτραβήχτηκαν σχεδόν όλες μετά στα Γιάννενα (τη σκηνή του αγώνα), εκτός από τους φιλήσυχους Έλληνες τεχνίτες, αφήνοντας μόνο περίπου πεντακόσιους στρατιώτες να φρουρούν το κάστρο. Ο πληθυσμός της Άρτας μπορεί να θεωρηθεί λοιπόν σε επτά χιλιάδες το μέγιστο.
Η Άρτα, όπως και η Πρέβεζα, διοικείται από έναν Μπέη υπό το Πασαλίκι των Γιανίνων. Και σαν o μόνος εμπορικός σταθμός μεταξύ αυτού του τόπου και του κόλπου, αποκομίζει κάποιο εμπορικό όφελος. Υπάρχουν βιοτεχνίες για υφάσματα από χοντρό βαμβάκι και μαλλί. Οι φλοκάτες (ή καπότες) θεωρούνται οι καλύτερες, και το δέρμα, αν και κατώτερης ποιότητας, είναι πολύ ανθεκτικό: η δυσοσμία που αναδύεται από τα βυρσοδεψεία κατά μήκος του ποταμού είναι αφόρητη. Τα κεντήματα φτάνουν στην τελειότητα και όλα τα είδη ένδυσης από την Άρτα είναι άξια βραβείου. Το βόρειο τμήμα της πόλης γύρω από το κάστρο κατοικείται αποκλειστικά από Τούρκους, οι οποίοι έχουν ένα εθνικό έθιμο, προερχόμενο από ζήλια για τις γυναίκες τους, να αποκλείουν όλους τους Φράγκους από τη συνοικία που έχουν ξεχωρίσει για τον εαυτό τους. Κάθε εμπόριο έχει ξεχωριστό δρόμο ή παζάρι, αλλά οι κρεοπώλες είναι υποχρεωμένοι να σκοτώνουν και να πουλούν το κρέας τους έξω από την πόλη. Η αγορά τροφοδοτείται άφθονα με φρούτα και λαχανικά….” (Πηγή :Observations on the Gulf of Arta, Made in 1830, Author(s): James Wolfe, Source: The Journal of the Royal Geographical Society of London , 1833, Vol. 3 (1833), pp. 77-94 Published by: Wiley on behalf of The Royal Geographical Society (with the Institute of British Geographers)

Στη φωτογραφία, φωτοκάρτα σταλμένη από την Άρτα στις 5 Γενάρη 1905 με τίτλο “Άποψις Άρτης”.