Εθνογραφικός Χάρτης της Ηπείρου του Heinrich Kiepert, 1878

Εθνογραφικός Χάρτης της Ηπείρου, 1878, καταρτισμένος από τον Γερμανό γεωγράφο Heinrich Kiepert, σύμφωνα με τις πληροφορίες του ιστορικού Παναγιώτη Αραβαντινού.

Με ροζ χρώμα οι περιοχές που κατοικούσαν Έλληνες, με θαλασσί χρώμα περιοχές Ελλήνων και Βλάχων, με πορτοκαλί χρώμα περιοχές Ελλήνων και Αλβανών και με κίτρινο χρώμα οι περιοχές που κατοικούσαν Αλβανοί.

Δημοσιεύθηκε στη Χάρτες, χαρακτικά και γκραβούρες | Σχολιάστε

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ μέσα από το βιβλίο του Γ. Μπενέκου «Οι Αληθινοί Σουλιώτες» (δ’ μέρος)

“………..Ο Χουρσίτ τους συχώρεσε για όλα κι ετοίμασε κάπου 6000 ασκέρι μ’ αρχηγούς τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιουταχή να το στείλει στην Άρτα, ν’ ανταμώσει με τους Αρβανίτες κι όλοι μαζί να σώσουν τους κλεισμένους στην πόλη Τούρκους, χτυπώντας τους Σουλιώτες.

Πολλοί απ’ τ’ ασκέρι αυτό ήταν Αρβανίτες. Δεν δείχνανε και μεγάλη προθυμία να πάρουν μέρος σε πόλεμο κατά των Σουλιωτών – που ήταν φίλοι του Αλή – και να βοηθήσουν τους Τούρκους της Άρτας που ήταν οχτροί του Αλή. Βρίσκουνταν βέβαια στ’ ασκέρι του Χουρσίτ για λούφα μα …..τον πατριώτη τους τον Αλή δεν θέλανε να τον πολεμήσουν.

Όταν τους είπε ο Χουρσίτ :

«Όλοι να τοιμαστήτε να βγήτε με ορμήν

Στην Άρτα να διαβήτε να λάβητε τιμήν»

Κανείς δεν τον ακούει, μον’ άσπρα και φλωριά

Γυρεύει για να πάρει αυτή η Λιαπουριά.

Χουρσίτ πασάς τους λέγει : «Δεν είσθε σεις Τουρκιά,

Είσθε μισορωμαίοι, ζητάτε αδικιά».(Τζουκαλάς)

Κι άρχισε να τους ξηγάει, τα όσα ήξερε για τους σκοπούς των Ελλήνων :

Τί λέτε, οι Ρωμαίοι Αλή πασιά τιμούν

Και θέλουν να τον βγάλουν για τούτο πολεμούν

Αυτοί πάσχουν να κάμουν δικόν τους Βασιλιάν΄

Κι όλους εμάς τους Τούρκους να παίζουν διαβουλιάν.

Ρωμαίικον να κάμουν, για τούτο πολεμούν

Κι Αλή πασιά δεν θέλουν, το γένος των τιμούν. (Τζουκαλάς)

Μόλις μάθανε οι Αιτωλο – ακαρνάνες πως χιλιάδες τούρκικο ασκέρι κατέβαινε από τα Γιάννενα προς την Άρτα, παράτησαν τους Σουλιώτες κι έφυγαν. Φοβόνταν πως ίσως οι Τούρκοι, μετά την Άρτα τραβούσαν για πιο κάτω, προς τον δικό τους τόπο.

Αν τότε αποφάσιζαν οι σύμμαχοι των Σουλιωτών Αρβανίτες, να τους χτυπήσουν ξαφνικά, θα τους αφάνιζαν. Όμως στάθηκαν μπεσαλήδες, και τους είπαν :

  • Μια και κιντυνεύουμε να κυκλωθούμε από τους Τούρκους, πρέπει να παρατήσουμε την Άρτα. Βγάτε πρώτοι εσείς και να μας περιμένετε σε κείνο το βουναλάκι – και τους έδειξαν ένα υψωματάκι κοντά στην Άρτα.

Βγήκαν οι Σουλιώτες απ’ την πόλη και πήγαν στο μέρος που τους είχαν πει οι Αρβανίτες. Σε λίγο φτάσανε εκεί λίγοι μονάχα Αρβανίτες απεσταλμένοι από τους αρχηγούς τους και είπανε στους Σουλιώτες ;

  • Είμαστε παλιοί φίλοι. Φάγαμε μαζί ψωμί κι αλάτι. Δε θέλουμε το κακό σας. Όμως τα ξέρουμε όλα. Δεν πολεμάτε για να σώσετε τον Αλή. Πολεμάτε για την πίστη σας. Ως τώρα σας βοηθούσαμε κι είμαστε συμμαχοί σας, γιατί δεν ξέραμε τους σκοπούς σας.Τώρα όμως που μάθαμε, χαλάμε τη συμμαχία πούχαμε μαζί σας. Μα δεν θα σας χτυπήσουμε. Ούτε τους Τούρκους θ’ αφήσουμε να σας χτυπήσουν. Σαν παλιοί φίλοι σας, δεν θέλουμε να φανούμε άπιστοι. Να σηκωθήτε όμως, χωρίς να χασομερήσετε καθόλου και να φύγετε απ’ εδώ, να πάτε στον τόπο σας. Αν αύριο σας βρούμε δω, πρώτοι μεις θα σας χρτυπήσουμε. Αυτά είχαμε να σας πούμε.(Περραιβός)

Οι Σουλιώτες, χωρίς πολλές κουβέντες, τα μάζεψαν κι έφυγαν. Έτσι η Άρτα έμεινε στα χέρια των Τούρκων κι η Ελληνο – Αρβανίτικη συμμαχία που είχε κρατήσει ένα χρόνο διαλύθηκε…..” (Πηγή : ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ, Γιάννης Μπενέκος, Αθήνα, 1958)

Henri Decaisne Failure of Military Operation, 1826, Benaki Museum, Athens

Στη φωτογραφία, πίνακας του  Henri Decaisne, Βέλγου ζωγράφου με τίτλο  «Αποτυχημένη στρατιωτική επιχείρηση», 1826. Μουσείο Μπενάκη. (Henri Decaisne Failure of Military Operation, 1826, Benaki Museum, Athens)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Ξεσηκωμός κατά των Τούρκων | Σχολιάστε

Πάσχα στα Μελισσουργιώτικα  – 1963

Οικογένεια Θεοδώρου

Καθισμένες:  Αριστερά Σωτηρία Γκούντα και δεξιά Ευαγγελία Θεοδώρου – Κάτσινου. Δίπλα της ο μικρός Γιάννης Θεοδώρου (εφοριακός).

Όρθιοι από δεξιά :Κώστας  Θεοδώρου, Χρήστος Θεοδώρου που κρατάει αγκαλιά την Ελένη Θεοδώρου, ο μικρός Κώστας Νάσης, Βασιλική Θεοδώρου, Χρυσάνθη Θεοδώρου, Σοφία Θεοδώρου, Γιάννης Θεοδώρου (Μηχανικός), Αποστόλης Θεοδώρου (Μαθηματικός), ο παππούς Γιάννης Θεοδώρου, Αθανάσιος Θεοδώρου και Λάκης Θεοδώρου. (Φωτο από αρχείο Β.Κ.)  

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

29-08-1970 | Αγώνας Δροσοπηγή – Κωστηλάτα, Σκορ (0-5)

Και μερικά ονόματα όπως τα κατέγραψε ο Κ. Μπανιάς από το αρχείο του οποίου είναι η φωτογραφία…..

Δημοσιεύθηκε στη Οι άλλες ομάδες | Σχολιάστε

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ μέσα από το βιβλίο του Γ. Μπενέκου «Οι Αληθινοί Σουλιώτες» (γ’ μέρος)

“……Αποφασίστηκε μετά να πάει στο Μεσολόγγι ο Ταχήρ Αμπάζης*, να συνεννοηθεί με τον Μαυροκορδάτο, πως θα χτυπούσαν πισώπλατα τ’ ασκέρια του Χουρσίτ. Είχε μαζί του και πληρεξούσιο για την Εθνική Συνέλευση που ετοιμάζουνταν στο Μοριά.  Θάπαιρνε μέρος σ’ αυτή σαν πληρεξούσιος των Αρβανιτάδων. Σαν έφτασε όμως στο Μεσολόγγι, είδε Τούρκους σκοτωμένους, τα τζαμιά γκρεμισμένα και κοπρισμένα, το λαό του Μεσολογγίου να τραγουδάει στους δρόμους τραγούδια για τη λευτεριά, για το ξεπάτωμα των Τούρκων. Έβλεπε καπεταναίους νάχουν πλήθος αρματωμένα παλληκάρια ο καταθένας τους, άκουε τους Έλληνες να λένε πως η Ρωσία πολύ γλήγορα  θα χτυπήσει την Τουρκιά για να τους βοηθήσει να γίνουν λεύτεροι κι’ ανεξάρτητοι. Ακόμα και Τουρκάλες βαφτισμένες συνάντησε στο Μεσολόγγι. Έβλεπε, με λίγα λόγια, στημένο ρωμέικο.

«Βλέπ’ και στο Μεσολόγγι Ρωμαίων την τιμή

Βλέπει σκατά γεμάτον το ίδιο το τζαμί.

Επόνεσεν ως Τούρκος επάνω στην Τουρκιά

Και τούτο των Ρωμαίων μεγάλ’ ειν’ αδικιά,

Να  σφάζουν τα γουρούνια μέσα εις το τζαμί,

Τους Τούρκους, σαν Εβραίους, καθείς να ατιμή.» (Κ. Τζουκαλάς)

Δεν ήταν ανάγκη νάναι έξυπνος για να καταλάβει τί γίνουνται. Σαν πιστός Μουσουλμάνος αναστατώθηκε βλέποντας ολ’ αυτά. Και πιο πολύ σαν σκέφτονταν πως για ολ’ αυτά ήταν φταίχτης κι ο ίδιος, αφού είχε γίνει φίλος και σύμμαχος των οχτρών της πίστης του. Αντί λοιπόν να πάει για το Μοριά όπως είχε σκοπό, γύρισε στην Άρτα, αποφασισμένος να χαλάσει τη συμμαχία με τους Σουλιώτες και τους Έλληνες.

Οι Έλληνες του Μεσολογγιού κατάλαβαν τότε τη μεγάλη γκάφα τους που τον είχαν αφήσει να ιδεί, όσα είχε ιδεί. Όλη η πολιτική που ως τώρα παίζανε, είχε τιναχτεί στον αέρα. Οι Αρβανίτες θα μάθαιναν απ’ τον αρχηγό τους την αλήθεια για τον αγώνα των Ελλήνων. Ο Βλαχόπουλος πρότεινε τότε να σκοτώσουν στο δρόμο του γυρισμού τον Ταχήρ Αμπάζη. Ήταν ο μόνος τρόπος να σωθεί η Ελληνο – Αρβανίτικη συμμαχία. Μα άλλοι – μαζί μ’ αυτούς και ο Αλέξη Νούτσος – δεν το βρήκανε σωστό. Αντί καλό, ίσως νάβγαινε κακό, κι’ η συμμαχία να διαλύουνταν πιο νωρίς ακόμα, παρά αν ο Ταχήρ γύριζε ζωντανός.

Σαν έφτασε ο Ταχήρ στην Ήπειρο, πήγε και βρήκε τον άλλο αρχηγό των Αρβανιτάδων, τον Άγο Μουχουρδάρη :

  • Είσαι Τούρκος ;
  • Γιατί με ρωτάς ; Τούρκος είμαι και Τούρκος θάμαι όσο ζώ.
  • Ε, άκου λοιπόν να σου πω τί είδα εκεί που πήγα. Και του τ’ ανιστόρησε όλα.
  • Θα εξακολουθούμε λοιπόν να προδίνουμε την πίστη μας και το σουλτάνο μας ;
  • Όχι βέβαια. Θα χαλάσουμε τη συμμαχία με τους Σουλιώτες και τους άλλους. Κι όχι μόνο αυτό, μα θα πέσουμε ξαφνικά πάνω τους και θα τους κόψουμε.

Ο Άγο Μουχουρδάρης  έμεινε σύμφωνος να χαλάσουν τη συμμαχία μα όχι και να χτυπήσουν τους Σουλιώτες, που τους θεωρούσε δικούς του ανθρώπους.

  • Ίσως να γελάστηκαν κι αυτοί από τους Έλληνες, όπως κι εμείς, τούπε.

Ο Ταχήρ δέχτηκε τη γνώμη του Μουχουρδάρη. Αποφασίζουν μετά να στείλουν ανθρώπους στο Χουρσίτ, να πέσουν στα πόδια του και να τον παρακαλέσουν να τους συχωρέσει για το κακό που κάμανε στην Τουρκιά. Να του εξηγήσουν πως είχαν γελαστεί, πως μετανοιώνουν πικρά, πως του δίνουν το λόγο τους νάναι από δω και πέρα πιστοί στο Ντοβλέτι, σαν αληθινοί Μουσουλμάνοι.

Φύγαν οι  άνθρωποί τους και πήγαν στο Χουρσίτ.” (συνεχίζεται…)(Πηγή : ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ, Γιάννης Μπενέκος, Αθήνα, 1958)

* Ο Ταχήρ Αμπάζης, από το Τεπελένι, ήταν επί πολλά χρόνια καπιμπουλούμπασης (πολιτάρχης) του Αλήπασα στα Γιάννενα, και είχε πάρει μέρος στην ιδιότυπη και λιγόζωη ελληνοαλβανική συμμαχία τον πρώτο χρόνο της επανάστασης, αλλά μετά πέρασε υπό τις διαταγές του Κιουταχή.

Στη φωτογραφία “Οι  υπογραφές  του Ταχήρ Αμπάζη και Άγο Μουχουρδάρη σε επιστολή των οπλαρχηγών Πέτας προς τον επίσκοπο Βονίτσης Δανιήλ στις 29 Οκτωβρίου 1821”. Διαβάζουμε :  “Εν επιστολή των οπλαρχηγών Πέτας, τω 1821, προς τον επίσκοπον Βονδίτζης Δανιήλ υπογράφουν: “Πέτα, 821: Οκτωβρίου 29 αγο μου: ταχήρ αμ: (1): γωγος  αγο μου χουρουντάρης πάζης…. κολας (Τ.Σ.) (Τ.Σ.) (Τ.Σ.)” [(1) Καθ΄ α αναφέρει ο συγγραφεύς η σφραγίς είναι τουρκιστί γεγραμμένη] (Πηγή : https://www.searchculture.gr/)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Ξεσηκωμός κατά των Τούρκων | Σχολιάστε

Πάσχα στην Άρτα – 1960

Οικογένειες Χ. Μίντζα & Κ. Παπαποστόλη

Αριστερά : Αύρα Μίντζα, Δήμητρα Γιώτη – Παπαποστόλη, άγνωστη, Κων/να Μίντζα, Χρήστος Μίντζας, Απόστολος Παπαποστόλης, Χρυσάνθη Μίντζα.

Κάτω : Κων/νος Παπαποστόλης, Κων/να Καψάλα, άγνωστη, Κατερίνα Παπαποστόλη, Γεωργία Μίντζα (Δασκάλα). (Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά, Παρουσίαση των ονομάτων με τη βοήθεια της Αικατερίνης Παπαποστόλη)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

1950ς – Πάσχα στο Θεοδώριανα

Οι οικογένειες Μητρογιάννη, Πλεύρη & Τσιρογιάννη

Οι οικογένειες Μητρογιάννη, Πλεύρη και Τσιρογιάννη κάποιο Πάσχα στις αρχές του 1950 στα Θεοδώριανα. (Φωτο από αρχείο Ελένης Πλεύρη)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

1960 -Ταμπακιάδα

1960 – TΑΜΠΑΚΙΑΔΑ στη στροφή στο Καστράκι που τότε ήταν γιαλός του ποταμού. Αριστερά: Απόστολος Ζέρβας από τη Ζαβάκα που αργότερα δούλευε στο υποδηματοποιείο των Αδελφών Β.& Χ. Κουτσούμπα, Τάκης Κ. Νούλης – Ηλεκτρολόγος και  Κώστας Χ. Μπανιάς.

Πίσω : Κων/νος Γ. Βαδιβούλης – Φαρμακοποιός και Χαρίλαος Δασκάλου – πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ μέσα από το βιβλίο του Γ. Μπενέκου «Οι Αληθινοί Σουλιώτες» (β’ μέρος)

“……Ο Χουρσίτ μόλις έμαθε το τί είχε γίνει στην Άρτα, έστειλε ασκέρια πολλά να βοηθήσουν τους Τούρκους της Άρτας, που είχαν κλειστεί στο κάστρο και στα μεγάλα σπίτια. Μόλις τόμαθε αυτό ο Μάρκος, πήρε μαζί του χίλιους Σουλιώτες – 650 ήταν στις αρχές….μα γλήγορα πληθύνανε! – και βγήκε όξω από την Άρτα να χτυπήσει τ’ ασκέρι του Χουρσίτ και να το σκορπίσει, μα δεν μπόρεσε. Κιντύνευαν τώρα οι Σουλιώτες να βρεθούν σε πολύ άσκημη θέση : να χτυπιούνται κι από μέσα από την πόλη κι απ’ όξω. Ζήτησαν βιαστικά βοήθεια απ’ όλους τους γνωστούς τους, παρακαλώντας τους να τρέξουν χωρίς καμιά αργοπορία, «κάνοντας τη νύχτα, μέρα. Όλοι οι άντρες να τρέξουν -γράφανε- επειδή κινδυνεύομεν όχι μόνο εμείς εδώ, αλλά και τα σπίτια μας και όλον το γένος να χαθή. Εντόπιοι, ξένοι, όλοι να έλθουν».(Δ. Κόκκινος)

Κανένας δεν πήγε να τους βοηθήσει. Κι όχι μόνον αυτό. Πάθανε κάτι πολύ χειρότερο : η συμμαχία με τους Αρβανίτες, έσπασε!

Ως τώρα είχαν καταφέρει οι Έλληνες να μην καταλάβουν οι Αρβανίτες το παιγνίδι που παίζονταν σχετικά με τον Αλή.

«Εμείς το πηγαίναμε σκεπασμένο, ότι δουλεύουμε διά τον Αλήπασα, τον αφέντη μας, να τον σώσωμε, ότι αδίκως τον κατατρέχει ο Σουλτάνος. Αυτά βγαίναμε να ελκύωμε τους Τούρκους Αρβανίτες, το κόμμα του Αλήπασα, να τους έχουμε φίλους αυτούς να μας βοηθήσουνε κι αυτήνοι, ότι είμαστε ολίγοι και οι Τούρκοι πλήθος….Μιλήσαμε να είναι αυτό το μυστήριο κρυφό και των ανθρώπων του Αλήπασα να τους λέμε συντρόφους διά το σωμό του Αλήπασα……Εγράψαμε και εις το Σούλι οπούταν του Αλήπασα ασκέρια, Αρβανίτες, σύμφωνα με τους Σουλιώτες, και λέγαμεν όλοι, ότι δουλεύωμεν να βγάλωμεν τον δίκαιον Αλήπασα»(Μακρυγιάννης).  

Οι Αληπασίζοντες λοιπόν Αρβανίτες πίστευαν πως οι Έλληνες πολεμούσαν για να λευτερωθή ο Αλής και ποτέ δεν τους πέρασε από το νου πως παλεύανε για δικούς τους σκοπούς, για τη δική τους λευτεριά κι ανεξαρτησία. Τόσο μάλιστα ήταν σίγουροι γι‘ αυτό, που άμα μαθαίνανε νίκες των Ελλήνων, δίνανε τα συχαρίκια τους στους Σουλιώτες.

Όμως λίγο -λίγο άρχισαν να μπαίνουν σ’ υποψίες. Μια απ’ τις αφορμές γι’ αυτό μας την ανιστοράει ο Μακρυγιάννης :

Οι Έλληνες του Μοριά είχαν αφήσει πολλούς Αρβανίτες – φίλους του Αλή- να φύγουν. Αρχηγός τους ήταν ο Ελμάζ Μέτζος. Σαν βγήκαν όμως από το Μοριά και φτάσανε προς το Βραχώρι και το Μακρυνόρος, «οι Έλληνες αφάνισαν τους περισσότερους δολερώς και κατεξοχή οι Βαλτινοί. Οι Τούρκοι, οι δυστυχισμένοι, έλπιζαν ότι μένουν πίσω, ότι ήταν νηστικοί και απόστασαν και αυτήνοι τους σκότωναν και τους γύμνωναν. Στην άκρη στο Μακρυνόρο, κοντά στο Κομπότι, είναι ένα ρέμα και εκεί μέσα επνίξανε πολλούς Τούρκους. Τους δέναν μίαν τριχιάν εις τον λαιμόν και τους τελείωναν και τους ρίχναν μέσα. Έναν δεν τον πνίξαν καλά και τον γύμνωσαν και τον άφησαν και φύγαν, ότι τελείωσαν την εργασίαν τους, τους ξέκαμαν όλους. Τότε ο μισοπνιμένος την νύχτα σηκώνεται γυμνός και έρχεται εις το Κομπότι. Είμασταν όλοι εκεί και ετοιμαζόμαστε νάρθουν κι από το Μεσολόγγι, Βραχώρι κι όλα αυτά τα μέρη και Ξηρόμερο και Βάλτο, να συναχτούμε οι οπλαρχηγοί από αυτά τα μέρη να πάμε να πολεμήσωμεν την Άρταν να την κυργέψωμε. Και τους προσμέναμεν εις το Κομπότι να συναχτούνε όλα τ’ ασκέρια. Ήταν εις το Κομπότι ο Ελμάζ Μέτζος και οι άλλοι αξιωματικοί Τούρκοι με τους ολίγους Τούρκους, οπού λαγάρισαν και πρόσμεναν τους αποσταμένους, όπου μείναν οπίσω – και δεν ξέραν οπού τους τελείωσαν εις τον πνιμό. Τα μεσάνυχτα πάγει ο πνιμένος κι ανταμώνει τον Ελμάζ και τους άλλους και τους λέγει όλη την υπόθεσιν  κι έρχονται εκεί οπούταν οι καπεταναίοι, ο Γώγος και οι άλλοι, οπούμασταν συνασμένοι να πάμε να βαρέσωμεν ένα χωριόν οπού τόλεγαν Νιοχώρι (ήταν πολλοί Τούρκοι εκεί). Τότε παρουσιάζουν οι Τούρκοι τον μισοπνιμένον και μολογάει αυτό το απάνθρωπο κάμωμα. Και την αυγή πήγαμε όλοι και είδαμεν το αμολόγητον κακόν. Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Τούρκοι και όσοι μείναν, βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα. Και είπαν : Θέ μου! Τί μας οργίστηκες εμάς τους δυστυχείς; Κι οι οχτροί μας μας σκοτώνουν κι οι φίλοι μας, οπού μας δίνουν τον λόγο της πίστης νάμαστε φίλοι, με την απιστιά, μας σκοτώνουν κρυφίως.

Εφαρμακωθήκαμεν όλοι, ούτε ήξερε κανείς από τους καπεταναίους αυτό, ούτε από μας. Τους παρηγορήσαμεν, όμως το καρφί τους έμεινε των Τούρκων». Μ’ όλα  αυτά η συμμαχία κρατούσε ακόμα κι όλοι μαζί – Έλληνες κι Αρβανίτες – χτύπησαν όπως είπαμε τους Τούρκους της Άρτας.” (συνεχίζεται…)

(Πηγή : ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ, Γιάννης Μπενέκος, Αθήνα, 1958)

Palace of the Vizier, Arta

Στο σκίτσο “Το σαράι  του Αλή πασά στην Άρτα”  που κάηκε στη Μάχη της Άρτας από τους Έλληνες, όπως το απαθανάτισε ο C. R. Cockerell κατά το πέρασμά του από την Άρτα το 1813. (Palace of the Vizier, Arta Graphite.  Πηγή : C. A. Hutton, ‘A Collection of Sketches by C. R. Cockerell, R. A.’, JHS 29 (1909), pp. 53-59 – The British Museum)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Ξεσηκωμός κατά των Τούρκων | Σχολιάστε

H πλατεία Σκουφά την δεκαετία του ’50

Η πλατεία Σκουφά με φόντο την εκκλησία της Παρηγορήτισσας στα μέσα της δεκαετίας του 1950 σε φωτογραφία του Ολλανδού φωτογράφου Cas Oorthuys από το πέρασμά του από την Άρτα. Στη μέση της πλατείας δεσπόζει ο τεράστιος ευκάλυπτος και από κάτω είναι στιβαγμένες οι καρέκλες του κέντρου του Βίκτωρα Σακκά.

(Πηγή : https://www.nederlandsfotomuseum.nl/)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε