Ο ΣΕΜΠΡΟΣ (2)

—————
“Συνήθως στήν περίπτωση του σέμπρου τό ζώο τό συνοδεύει ό νοικοκύρης του στό χωράφι του άλλου σέμπρου. Καί τούτο γιά δυο λόγους, αφ’ ενός μέν γιά νά μή κουράζη ό άλλος τό ζώο περισσότερο απ’ όσο πρέπει, καί αφ’ ετέρου διότι καί αυτός χρησιμοποιείται σάν βοηθητικό πρόσωπο στή σπορά. Τσαπίζει τις αυλακιές, ακολουθώντας τό ζευγάρι, γιά νά σκεπάζη καλύτερα τό σπόρο καί γιά νά ξεριζώνη τά διάφορα αγριόχορτα. Έτσι τό πρόσωπο αυτό μπορεί νά είναι καί ένα δεύτερο πρόσωπο από τό σπίτι. Ενώ αυτός πού τό χωράφι είναι δικό του πρέπει νά είναι πρόσωπο πού νά μπορεί νά κρατάει τό αλέτρι καί νά διευθύνη τά βόϋδια, δηλαδή άνθρωπος, ανεξάρτητα άνδρας ή γυναίκα, μέ δύναμι καί αξιάδα. Φυσικά, ό κάθε σέμπρος έχει τό δικό του αλέτρι, τό δικό του υνί ή γυνί, γιά νά μή λιώνη τό γυνί τού άλλου, τό δικό του ζυγό, τις ζεΰλες, τά σκιαδούκλια, τά ύπεργα, τις τριχιές, κτλ., τά οποία συνήθως τά κουβαλάει μέ τό δικό του φορτιάτικο τό πρωί στό χωράφι καί τό βράδυ στό σπίτι. Όπως καταλαβαίνει δέ κανείς, καί ό σπόρος είναι τού νοικοκύρι πού έχει τό χωράφι. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στό ξεκίνημα τό πρωί καί στήν επιστροφή τό βράδυ ώστε οί δυό σέμπροι νά απασχολούνται στό χωράφι τις ίδιες περίπου ώρες. Ό σέμπρος θά πρέπει νά φροντίση γιά τό μεσημεριανό φαγητό τών ζώων. Θά πρέπει δηλαδή νά κουβαλήση χόρτο ή καλαμποκιές από τό σπίτι του γιά νά ταίση τά ζωντανά. Ενώ οί άνθρωποι κουβαλούν ό καθένας τό δικό του ψωμί καί προσφάγι. Τό τελευταίο τούτο είναι συνήθως τυρί ή ελιές ή κρεμμύδι ή τουρσί, μέ μιά λέξι «ξηρά» τροφή, πού μπαίνει στό ξυλοπίνακο καί δέν χύνεται στό δρόμο κατά τό κουβάλημα. Τό λύσιμο τής σεμπριάς γίνεται μέ τό τέλος τής σποράς, κατά τον Μάρτιο, αφού φυσικά καί οί δυό σέμπροι σπείρουν τις μέρες πού χρειάζεται ό καθένας…..” (Πηγή : Άρθρο του Ν.Β. Λώλη στην Ηπειρωτική Εστία, τχ. 205-206, 1969)

Στη φωτογραφία του Β. Γκανιάτσα “Τσαπίζοντας τις αυλακιές”, από το Λέυκωμα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΕΣ, Σ. Βασιλείου, Αθήνα, 2007) 

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Ο ΣΕΜΠΡΟΣ (1)

—————–
“Προτού νά φθάση ό μηχανικός πολιτισμός στά μέρη μας, τις πιό δύσκολες καί βαρειές δουλειές τις τραβούσαν τα ζωντανά, δηλαδή τά φορτιάτικα καί τα ζευγάρια. Στά πρώτα υπάγονται τά γαϊδούρια, τά μουλάρια καί τά άλογα, στά δεύτερα μόνον τά βόϋδια (ή λέξις γράφεται εδώ όπως προ φέρεται στήν πατρίδα μου την Ήπειρο, από τό αρχαιοελληνικόν «βους»). Τουλάχιστον στήν Ήπειρο, όταν μιλάη κανείς γιά τό ζευγάρι του εννοεί τά βόϋδια, όχι τις αγελάδες, πού τά ζεύγει κάτω από τό ζυγό γιά νά τραβήξουν τό αλέτρι πού θά οργώση τό χωράφι. Τό καλοκαίρι θά τα χρησιμοποιήση επίσης στό αλώνι. Καλότυχος λοιπόν ό νοικοκύρης πού έχει τό ζευγάρι του καί κοιμάται στό κατώι. Αυτό παινεύει καί τό δημοτικό τραγούδι όταν λέει:
«Εσένα πρέπει αφέντη μου, τ’ άξιο το ζευγάρι,
Τ’ άξιο, το περήφανο και το στεφανωμένο,
Για να θερίζεις σταυρωτά, να δένης ανδρειωμένα».
Τί γίνεται όμως όταν δεν υπάρχει ζευγάρι καί υπάρχει μόνον ένα βόϋδι; Τότε ανακύπτει επιτακτική ή ανάγκη του συνεταιρισμού με κάποιον άλλον, πού καί αυτός επίσης έχει μονό βόϋδι. Ό συνεταιρισμός αυτός καλείται «σέμπρος», (ή λέξις είναι ινδοευρωπαϊκή), καί διέπεται από ωρισμένους εθιμικούς κανόνες δικαίου, οί οποίοι τηρούνται μετά σχολαστικότατος καί ευλαβείας από τούς χωρικούς προς ίδιον αυτών συμφέρον καί πρός τό συμφέρον της κοινότητος.

Ή διάρκεια τού σέμπρου είναι εποχιακή, συνήθως αφορά τή χειμερινή περίοδο. Δηλαδή τήν περίοδο τής σποράς, πού αρχίζει από τόν Οκτώβριο καί τελειώνει τόν Μάρτιο, πράγμα πού σημαίνει ότι έχει ισχύν επί εξάμηνον. Μέ τά πρωτοβρόχια, πού αρχίζουν τά οργώματα, αρχίζει καί τό σέμπριασμα. Θά πρέπει δε νά φροντίση κανείς εγκαίρως πρός τούτο, ώστε νά μή μείνη στό τέλος μονός. Γιατί μέσα στό χωριό γίνονται πολλά σεμπριάσματα καί ό καθένας φροντίζει νά βρή αυτόν πού τού ταιριάζει καλύτερα. Στό σημείο αυτό, δυο στοιχεία έχουν βαρύνουσαν σημασίαν, αφ’ ενός μέν τά ζωντανά νά είναι τής ίδιας δυναμικότητος καί αφ’ ετέρου τά πρόσωπα, οί νοικοκυραίοι τους, νά είναι συγγενικά. Εκτός όμως αυτών θά πρέπει οί σέμπροι νά σπέρνουν καί τις ίδιες ημέρες. Δηλαδή, αν ό ένας σπείρη 25 ήμέρες, θά πρέπει καί ό άλλος νά σπείρη 25 ημέρες. Ή σπορά όμως γίνεται εναλλάξ, ήτοι τή μιά μέρα στό χωράφι τού ενός καί τήν άλλη στό χωράφι του άλλου. Οί Κυριακές καί οί γιορτές εξαιρούνται, ώς επίσης καί οί ημέρες κατά τις όποιες βρέχεt ή χιονίζει……..” (Πηγή : Άρθρο του Ν.Β. Λώλη στην Ηπειρωτική Εστία, τχ. 205-206, 1969)

Στη φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα “Το όργωμα” από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα,2003)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

“ΤΟ ΧΑΝΙ ΤΟΥ ΚΟΝΤΟΔΗΜΑ” ΣΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΑΡΤΑ – ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ

“Το Χάνι Κοντοδήμα, ιδιοκτησίας Γεωργίου και Αφροδίτης Κοντοδήμα, λειτούργησε από τα χρόνια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι και την δεκαετία του ’70. Βρισκόταν στο 47ο χιλ. του δρόμου Άρτας – Βουργαρελίου και στο 33ο χιλ. του παλιού δρόμου Άρτας – Θεοδωριάνων, ο οποίος περνούσε ακριβώς μπροστά από τα χάνι. Ήταν δηλαδή ακριβώς στη μέση της απόστασης από την Άρτα προς τα Θεοδώριανα και αποτελούσε τόπο διανυκτέρευσης των ταξιδιωτών γι’ αυτό το οδοιπορικό διαρκούσε δυο μέρες. Αποτελούνταν από ένα διώροφο κτίσμα με ένα δωμάτιο και τραπεζαρία, που λειτουργούσε και σαν καφεπαντοπωλείο και τρία δωμάτια στο δεύτερο όροφο. Δίπλα υπήρχε και ένα δεύτερο ισόγειο κτίσμα για τους ταξιδιώτες. Πολύ κοντά στο σπίτι υπήρχε φυσική πηγή που εξασφάλιζε πόσιμο νερό. Στις εποχές της πλήρους λειτουργίας του μπορούσε να φιλοξενήσει αρκετά άτομα, είτε ταξιδιώτες, είτε βοσκούς που μετακινούνταν από το βουνό στα χειμαδιά και αντίστροφα, μαζί με τα ζώα τους στους γύρω αγρούς. Επίσης για αρκετά χρόνια διέμεναν στο χάνι εργάτες της ΜΟΜΑ που κατασκεύαζαν τον αμαξιτό δρόμο. Το χάνι κάηκε από τα γερμανικά στρατεύματα τον Οκτώβριο του 1943 και ξανακτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Σήμερα το κτίσμα εξακολουθεί να υπάρχει, απέχει 700 μέτρα από τον εθνικό δρόμο Άρτας – Τρικάλων, ενώ δεν ζει κανένας από τους ιδιοκτήτες του και είναι κλειστό και εγκαταλελειμμένο. (Μαρτυρία Αφροδίτης Κοντοδήμα)”
(Πηγή : Έρευνα της Α. Καρρά με τίτλο “Οι ορεινές διαδρομές & τα αγροτικά χάνια της Άρτας”, 28-10-2021, academia.edu. Μπορείτε να την διαβάσετε στο σύνδεσμο https://www.academia.edu/60315658…

Στη φωτογραφία το “Χάνι Κοντοδήμα” στις αρχές της δεκαετίας του ’60. (Φωτο από αρχείο Αφροδίτης Κοντοδήμα)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

OΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΦΥΡΕΣ ΤΟΥ ΑΡΑΧΘΟΥ

—————-
Μια μοναδική φωτογραφία του 1958 (φωτοκάρτα) που παρουσιάζει τον Άραχθο κατεβασμένο. Στο βάθος διακρίνονται και οι τρεις γέφυρες : Μπροστά η τσιμεντένια, πίσω η πέτρινη και πιο πίσω η σιδερένια γέφυρα τύπου Μπέλευ. Μπορείτε να δείτε μέρος της φωτογραφίας σε μεγέθυνση στο σχόλιο….
(Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γιάννη Νίκα) 

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

1938 : “Εγκαίνια έργων στον Άραχθο ποταμό Άρτας”

————-

1938 : “Εγκαίνια έργων στον Άραχθο ποταμό Άρτας” – Η φωτογραφία είναι του Σπύρου Μελετζή. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε σε ποιά έργα αναφέρεται….. 

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1964 – ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΕΔΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΟΝΟΠΩΛΕΙΟΥ

————————
Το Μονοπλιό ήταν η πλατεία όπου συνήθως γινόταν οι προεκλογικές ομιλίες των υποψηφίων. Εδώ ομιλητής είναι ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΕΔΑ Λεωνίδας Κύρκος. Η μικρούλα που έδωσε την ανθοδέσμη στον Λ. Κύρκο είναι η Κατερίνα Γεωργίου Ντέτσικα με τη μητέρα της Αλεξάνδρα. Διακρίνονται επίσης οι : Κώστας Ταγκαρέλης (μπροστά), Αποστόλης Λάμπρου (από την Ανέζα), Δημήτρης Πεσλής, Πάνος Παπαθανασίου, Γεώργιος Μπούνας, Απόστολος Γαβρίλης, Δημήτριος Γ. Λέκκος, Χαράλαμπος Σακκάς και Γεράσιμος Μποτίλιας.
(Η φωτο είναι από δημοσίευση του Κ. Μπανιά σε εφημερίδα της Άρτας)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΤΟ ΜΟΝΟΠΛΙΟ

————-
“Το 1923 ήρθε στην Άρτα ο Νομάρχης Αλέξανδρος Μέρος. Από τους πρώτους μήνες την πλατεία Μονοπλιού την ανακατασκεύασε και την μετέτρεψε σε ανθόκηπο με δενδρύλλια καλλωπιστικά και με διάφορα λουλούδια. Την περιποίηση και το πότισμα του ανθόκηπου ανέλαβαν οι πρόσκοποι από τον νεοιδρυθέντα στην Άρτα προσκοπισμό…….Στο Μονοπλιό προπολεμικά ήταν δυο -τρία καφενεία, μπακάλικα, ένας φούρνος, τσαρουχάδικα, μανάβικα, ένα -δυο κουρεία και κανα δυο εβραικά μαγαζιά. Σε μερικά σημεία η πλατεία είχε δέντρα , ευκάλυπτους, που χάριζαν απλόχερα τη δροσιά τους και τη σκιά τους. Λίγα μέτρα μπροστά από το τέως εστιατόριο «ΑΡΤΙΝΟΝ» ήταν το πηγάδι που δρόσιζε τους μαγαζάτορες και τα γύρω σπίτια….”
(Πηγή : Άρθρο του Γ. Βαφιά στην εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, 16/11/2011)

Στη φωτογραφία “ΤΟ ΜΟΝΟΠΛΙΟ – Πίνακας του Τάκη Βαφιά, Λάδι σε μουσαμά, 1972”
(Πηγή : Λεύκωμα ΑΡΤΙΝΟΙ ΖΩΓΡΑΦΟΙ ΚΑΙ Η ΑΡΤΑ, Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Άρτας , Επιμέλεια κ. Κ. Βαίτση, 2005) 

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε

ΤΟ ΧΑΝΙ ΤΟΥ ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗ ΣΤΟ ΜΟΝΟΠΛΙO (συνέχεια….)

—————————-
«……….Το τυπικό χάνι της εποχής διατηρεί τον τύπο ανάπτυξης γύρω από μια αυλή, στην οποία όμως τις περισσότερες φορές λείπει το κεντρικό στοιχείο: το τζαμί, η κρήνη ή το δένδρο. Πρόκειται για κτίριο συνήθως διώροφο, όχι όμως πάντα λιθόκτιστο και στους δύο ορόφους. Συνήθως ο δεύτερος όροφος είναι ελαφρά κατασκευή με τούβλα ή τσατμά (μπαγδατί) δηλαδή ελαφράς τοιχοποιίας από λάσπη και ξύλα ή καλάμια. Είδος τσατμά είναι και η «μπαγδατί». Η στέγη του τυπικού χανιού, σε αντίθεση με του καραβάν σεραγιού που ήταν μολυβοσκέπαστη (σύμφωνα με τη γνωστή ειδική κατασκευή της μουσουλμανικής τέχνης), τις πιο πολλές φορές είναι κεραμιδένια. Στο μέσο της μιας πλευράς του κτίσματος, αυτής που βρισκόταν προς το δρόμο, υπήρχε η πύλη της εισόδου η λεγόμενη «χάν καπουσού», συνήθως θολωτή και επιμήκης. Από εδώ γινόταν η πρόσβαση στο χάνι με τα υποζύγια ή τις άμαξες. Η είσοδος έμενε όλη τη μέρα ανοικτή, ενώ το βράδυ, για λόγους ασφάλειας, έκλεινε με βαριά ξύλινη ή σιδερένια πόρτα, την «πορτάρα». Αυτή από την εσωτερική πλευρά, της αυλής, έκλεινε με σιδερένιες αμπάρες, τα «κολντεμίρια». Στην πίσω πλευρά του χανιού, απέναντι από αυτή της κεντρικής πύλης, υπήρχαν στο ισόγειο οι στάβλοι, «αχούρια», και οι αποθήκες χόρτου που είχαν πρόσβαση από την αυλή. Στο υπόλοιπο τμήμα του ισογείου και προς τη μεριά του δρόμου υπήρχαν μαγαζιά—συνήθως καπηλειά, αλλά και φούρνοι, μπακάλικα, «ναλμπάντηδες» (=πεταλωτήδες) ή «παϊτάρηδες» (πρακτικοί κτηνίατροι). Στα δωμάτια, που βρίσκονταν στον όροφο, η είσοδος γινόταν από σκεπαστή στοά, το «χαγιάτι», που έβλεπε μέσα στην αυλή του χανιού……» (Πηγή : Οι ορεινές διαδρομές & τα αγροτικά χάνια της Άρτας, Α. Καρρά, academia.edu)

Στη φωτογραφία «Το χάνι του Καραβασίλη από ψηλά, φωτογραφισμένο από το Γιάννη Νίκα την δεκαετία του ’60», όταν ακόμη αρκετά κτίσματα κοντά στην πλατεία του Μονοπ’λιού είχαν κεραμοσκεπές. Στο βάθος διακρίνονται τα σπίτια του χωριού Πέτα. (Φωτο από αρχείο Γιάννη Νίκα) 

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΛΑΙΚΗΣ

———————-
«Εν τη πόλει ταύτη καθ’ εκάστην Πέμπτην ανήρχοντο οι χωρικοί μεταφέροντες γεννήματα και λοιπά προιόντα εκ των χωριών των προς πώλησιν. Επειδή χθες εν τη γέφυρα οι Οθωμανοί εμπόδισαν πάντα τα σιτηρά και τρόφιμα εν γένει, ως εκ τούτου δεν εγένετο η αγοραπωλησία.» (Άρτα, 26 Σεπτεμβρίου 1881) Η λαϊκή αγορά γινόταν σε διάφορες πλατείες της Άρτας. Παλαιότερα, πριν από το 1906 γινόταν στην πλατεία Ωρολογίου (στη θέση που είναι το Β’ Δημοτικό Σχολείο και το προαύλιο). Μετά το 1906 μεταφέρθηκε στο Μονοπλιό. Μετά το 1914 με 1915 (όταν είχε δημιουργηθεί η πλατεία «Κιλκίς» στο χώρο που ήταν το τουρκικό νεκροταφείο) για λίγα χρόνια γινόταν στην πλατεία Κιλκίς και μετά μεταφέρθηκε ξανά στο Μονοπλιό, όπου γινόταν για πολλά χρόνια….….(Πηγή Άρθρο του Γ. Βαφιά στην εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, 16/11/2011)

Στη φωτογραφία « Η ώρα της Λαϊκής». Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Γκανιάτσα από το Λεύκωμα Γυναίκες Ηπειρώτισσες, Σ. Βασιλείου, Αθήνα, 2007.

Περισσότερα για τη Λαική της Άρτας στο λινκ https://www.facebook.com/…/a.1307287823…/139949998074452

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ – 1934

————————-
Σταμάτης Καπετανίδης, Γεώργιος Γαλανός, Κων/νος Ζαγαλίκης, Λέανδρος Παπακίτσος, Ευάγγελος Καπετανίδης, Ντίνος Τσαντούκλας, Ιορδάνης Στεφανίδης, Δημόκριτος Ασλανίδης, Γεώργιος Καζατζόγλου, Κώστας Λουιζόγλου – Τομπουλίδης, Ιωάννης Στράτος.
(Φωτο από αρχείο Λέανδρου Παπακίτσου, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Παναμβρακικού | Σχολιάστε