ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΡΤA

“Σαράντα μέρες πριν τα Χριστούγεννα όλοι στην οικογένεια νηστεύαμε. Την παραμονή στις 5 το πρωί βγαίναμε για τα κάλαντα. Γυρνούσαμε στα σπίτια της γειτονιάς και μαζεύαμε καρύδες, λουκούμια και σπάνια δεκάρες. Παντού ακούγονταν οι χαρμόσυνες φωνές των παιδιών σαν ψαλμωδίες αγγέλων. Στο κατηχητικό σχολείο μαθαίναμε το «δόξα θεώ, θεόν ανυμνούσι αγγέλων τα πλήθη, ξενίζει η φάτνη τον Χριστόν, σωτήρ του κόσμου εγεννήθη, αγάλλονται λαοί Σιών».
Η μαμά έβαζε το αλεύρι σε μια σκάφη το σταύρωνε τρεις φορές, το ζύμωνε, το άφηνε να φουσκώσει, το έπλαθε με σταυρό στη μέση και διάφορα διακοσμητικά σχήματα σαν στολίδια. Αυτό ήταν το χριστόψωμο. Φούρνο δεν είχαμε στο σπίτι αλλά ο Τσακούμης ήταν πολύ κοντά μας. Έπρεπε να στολίσουμε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Πού να βρούμε όμως δέντρο; Στη πόλη αυτό ήταν δύσκολο και δεν κυκλοφορούσαν ψεύτικα. Πηγαίναμε λοιπόν στη πλατεία Σκουφά, κόβαμε ένα κλαδί από τα πεύκα, το φέρναμε σπίτι, ντύναμε τα κουκουνάρια του με χρυσό από σοκολατάκια που μαζεύαμε με κάθε ευκαιρία , κάναμε το ίδιο και με καρύδες, φτιάχναμε αστεράκια από χαρτί, αγοράζαμε αγγελάκια χαλκομανίες που ήταν φτηνές και με βαμβάκι φτιάχναμε χιόνι. Όποιος ήταν καλός στη χαρτοκοπτική σκάρωνε και φάτνη για την βάση του δέντρου.
Το βράδυ της παραμονής κοιμόμασταν νωρίς γιατί σηκωνόμασταν την επόμενη αξημέρωτα, να πάμε στην εκκλησία να μεταλάβουμε. Οι καμπάνες κτυπούσαν στις πέντε και έπρεπε να ήμαστε εκεί. Τελειώνοντας η θεία λειτουργία, επιστρέφαμε στο σπίτι και τρώγαμε για πρωινό, τσιγαρίδες από χοιρινό και αρνίσια συκωτάκια τηγανιτά. Το μεσημέρι είχαμε για φαγητό κότα. Ο πατέρας φρόντιζε για αυτή. Πήγαινε στο μουχούστη που έρχονταν οι χωρικοί να πουλήσουν την πραμάτεια τους. Την αγόραζε ζωντανή και την έφερνε στο σπίτι κρατώντας την από τα πόδια, με το κεφάλι κάτω. Την σφάζαμε στην αυλή. Η μαμά στην αρχή την έβραζε κι έφτιαχνε σούπα και στη συνέχεια την γέμιζε με ρύζι και με τα συκωτάκια της για να γίνει ψητή το φούρνο. Επιπλέον είχαμε γιαπράκια. Για να τα μαγειρέψουμε τα βάζαμε σε μεγάλη κατσαρόλα, τα σκεπάζαμε με ένα πιάτο τσίγκινο και από πάνω βάζαμε τρεις ποταμίσιες πέτρες για να μην αναδευτούν στο βράσιμο και ανοίξουν.
Στο τραπέζι καθόμασταν όλοι με το χριστόψωμο στη μέση. Ο πατέρας το χάραζε σε κομμάτια, όσα τα μέλη της οικογένειας, το έβαζε πάνω σε ένα ποτήρι κρασί και πιάνοντας ο καθένας το κομμάτι του το τραβούσε και το αποσπούσε.
Δώρα δεν είχαμε, ούτε από συγγενείς, ούτε από φίλους, ούτε από κουμπάρους. Τα κορίτσια φτιάχναμε μόνες μας κούκλες και μπάλες από πανιά. Επισκέψεις όμως αλλάζαμε και είχαμε γλυκά του κουταλιού και κουραμπιέδες για να κερνάμε.”
(Αφήγηση της κυρίας Πηνελόπης Παλάντζα- Σαρλή, όπως δημοσιεύτηκε από τον Σωτήρη Σαρλή στο ιστολόγιό του στο φβ)

Στη φωτογραφία η Πηνελόπη Σαρλή στα δεξιά με τη φίλη της Τούλα Μπαρμπούτη Ζορμπά, από την ίδια δημοσίευση.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Άρτα, 1938

3 Οκτωβρίου 1938 : Αριστερά Γεώργιος Ν. Καραβασίλης (Δάσκαλος, Λοχίας του ΕΛΑΣ), Γεώργιος Ν. Τσαμπούλας (Ιατρός – Παιδίατρος) και Δημήτριος Ν. Καραβασίλης (Κτηματομεσίτης – Λοχαγός του ΕΛΑΣ)….
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ – ΑΙΓΙΟ, 1978

—————–

24 Ιουνίου 1978 : Αγώνας της Αναγέννησης με το Αίγιο στο γήπεδο της Ριζούπολης. Νίκη και άνοδος στη Β’ Εθνική. Τελευταίο πέναλτυ από τον Γιάννη Ξυθάλη. Στη φωτογραφία Γιάννης Λάιος, Γιάννης Ξυθάλης, Δημήτρης Νταλάκας με Αγουρίδη και Καπετανάκη…
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς) 

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

Ο ΠΛΑΣΤΙΚΟΣ ΔΙΑΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΨΙΔΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑΣ

——————-
Τα διακοσμητικά τόξα τα οποία επενδύουν την βόρεια και δυτική καμάρα του κυρίως ναού της Παρηγορητίσσης, είναι δυσδιάκριτα στο ανθρώπινο μάτι καθώς βρίσκονται σε ύψος 15 μέτρων από το δάπεδο και επομένως είναι δύσκολο να μελετηθούν. «Η εξέτασις και η απεικόνισίς των, μάλιστα δ’ η ανάγνωσις των επιγραφών αι οποίαι τα συνοδεύουν, κατέστη δυνατή παλαιότερον μεν διά της τοποθετήσεως τηλεσκοπίου εις τα προς τον κυρίως ναόν βλέποντα παράθυρα του γυναικωνίτου, εσχάτως όμως κατορθώθη, ευτυχώς, η προσέγγισις και φωτογράφησις των τη βοηθεία ειδικού σιδηρού ικριώματος παρασχεθέντος υπό της Διευθύνσεως Αναστηλώσεων» γράφει ο Α. Ορλάνδος.

Στη φωτογραφία «Σχέδιον των γλυπτών του βορείου αψιδώματος του ναού με την αναπαράσταση της Γέννησης του Χριστού» (Πηγή : Η ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΤΗΣ, Α. Ορλάνδου, Εν Αθήναις, 1963)

——————–
Στη φωτογραφία «Η επί της κλειδός του βορείου αψιδώματος παράστασις της Γεννήσεως του Χριστού στον ναό της Παρηγορήτισσας, όπως δημοσιεύτηκε από τον Α. Ορλάνδο (1963)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

H ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑ ΣΕ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΟΥ CH. WORDSWORTH

—————–
“…..Περίπου στα 1820- 1830, ο Ch. Wordsworth επισκεφθείς την Άρτα, επαινεί τους ναούς αυτής διά το μέγεθος και το κάλλος των, μεταξύ δ’ αυτών, λέγει, αρχαιοτέρα και μεγαλοπρεπεστέρα είναι η εκκλησία της Παναγίας Παρηγορίτζας, της οποίας παρέχει και χαλκογραφικήν απεικόνισιν. Ιδιαιτέρως την προσοχήν του είλκυσαν τα χρυσά ψηφιδωτά, δι’ ων είναι επενδεδυμένος ο κεντρικός τρούλλος και αι βυζαντινής τεχνοτροπίας τοιχογραφίαι, ων κάμνει απλήν μνείαν…” (Πηγή : Η ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΤΗΣ, Α. Ορλάνδου, Εν Αθήναις, 1963)

Στη φωτογραφία «Άποψις της Παρηγορητίσσης κατά τον Ch. Wordsworth”
(Πηγή : Ch. Wordsworth, Las Grece pittoresque et historique, translated by Regnaut, Paris-London, 1841) 

Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

Το άγαλμα του Άι Βασίλη στην κεντρική πλατεία

“Ο Άι Βασίλης, το άγαλμα που κοσμούσε την κεντρική πλατεία της πόλης μας κάθε Χριστούγεννα. Πολλοί και πολλές ήταν εκείνοι που έβγαλαν αναμνηστική, χριστουγεννιάτικη φωτογραφία κάτω απ’ αυτό”.
(Φωτο από προσωπική συλλογή)

Επί δημαρχίας κ. Νίκου Σιμεντζή…Κεντρική Πλατεία Άρτας μπροστά στο άγαλμα του Άι- Βασίλη… ο δήμαρχος Νίκος Σιμεντζής, ο Γιάννης Νάκας και ο μικρός Βασίλης Νάκος ( Αρχείο Ιωάννη Νάκα)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε

Η ΓΟΥΡΝΟΧΑΡΑ

“Την εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, μια ομάδα αντρών ζώνονταν τα πιο καλοτροχισμένα της χασαπομάχαιρα και περιδιάβαινε τους μαχαλάδες από σπίτι σε σπίτι. Κάθε φαμίλια βαστούσε από ένα, δύο ή συχνά περισσότερα γουρούνια που τα είχε μεγαλώσει από μικρά, για τις ανάγκες του σπιτιού. Ήταν τα προεόρτια των Χριστουγέννων, η «γουρνοχαρά», έτσι ονομαζόταν η γενοκτονία των χοίρων. Ήταν, ομολογώ, φρικιαστικό να ακούς τις φωνές των άτυχων ζωντανών, αλλά το ξεχνάγαμε αμέσως μόλις έπεφταν στο τηγάνι τα τρυφερά κομμάτια. Οι συκωταριές κι οι τηγανιές παίρναν και δίναν κι η ομάδα των σφαχτάδων, έπαιρνε με αυτόν τον τρόπο το δικαίωμά της. Δουλεύαν όλοι τους εθελοντικά, όπως θα λέγαμε σήμερα, ήταν αδιανόητο να πληρωθούν τέτοιου είδους υπηρεσίες ζωτικού χαρακτήρα για τη διαβίωση των συγχωριανών κι ήταν πολύ σημαντικό το έργο τους, αφού από το ζώο δεν θα πήγαινε τίποτα χαμένο. Λουκάνικα με πράσο, τσιγαρίδες, καβουρμάς* για να διατηρήσουν το κρέας και να εξασφαλίσουν το λίπος της χρονιάς, πολύ χρηστικό στην καθημερινή τους διατροφή, αλλά και για να φτιάξουν σαπούνι, μιας και τα ελαιόδεντρα εδώ ήταν άγνωστα και το λάδι ακριβό. Παλιότερα φτιάχνανε ακόμη και τις ποδησιές τους από το τομάρι των ζώων κι η φούσκα όπως έλεγαν την ουροδόχο κύστη του ζώου, γινόταν μπάλα στα πόδια μας, που στην καλύτερη περίπτωση άντεχε καμιά ώρα, ίσα να σβήσουμε τη δίψα μας για παιγνίδι…..(Πηγή : ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΑΝΟΙΧΤΟ, 13 τραγούδια από την Ήπειρο και τα Γρεβενά ειδωμένα από το παράθυρο, Μάκης Σεβίλογλου, Ψηφιακή μουσική έκδοση, 2019)

*Καβουρμάς : Τσιγαρισμένο ψαχνό κρέας που διατηρούνταν αεροστεγώς τοποθετημένο μέσα σε λιωμένο χοιρινό λίπος

Στη φωτογραφία “Η Χοιροσφαγή”
(Πηγή : Άρθρο με τίτλο Τα Χοιροσφάγεια στο Βαλτινό, από το afiervmata.blogspot)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ

—————-
“Σήμερα οι δρόμοι θα γεμίσουν πιτσιρίκια που θα λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, οπότε ταιριάζει να μιλήσουμε λιγάκι για την ιστορία όχι του εθίμου (έχουν γράψει τόσοι και τόσοι γι’ αυτό) αλλά της λέξης, της λέξης «κάλαντα».
Στην αρχή της αλυσίδας βρίσκουμε τις ρωμαϊκές νουμηνίες ή νεομηνίες, που τις έλεγαν calendae, καλένδες (υπάρχει και γραφή με k, kalendae, παρόλο που το γράμμα k είχε εκπέσει τότε). Για την προέλευση της λατινικής λέξης, είχε γραφτεί παλιότερα ότι προέρχεται από τη λατινική φράση calo luna novella, δηλαδή «ανακηρύσσω τη νέα σελήνη», με την οποία ο αρχιερέας του Καπιτωλίου ανάγγελλε τη νεομηνία. Ωστόσο, η φράση αυτή φαίνεται πως είναι προϊόν διπλής παρανάγνωσης, αφού οι περισσότερες πηγές την παραδίδουν ως calo Juno Covella, όπου Juno ήταν το ρωμαϊκό ισοδύναμο της Ήρας.
Το Covella μάλλον προέρχεται από το covus, παλαιότερη μορφή του cavus (“κούφιο”). Το κρίσιμο χωρίο είναι του Βάρρωνα (De lingua latina 6.27): Primi dies mensium nominati kalendae, quod his diebus calantur eius mensis nonae a pontificibus, quintanae an septimanae sint futurae, in Capitolio in curia Calabra sic dicto quinquies ‘kalo Iuno Covella’, septies dicto ‘kalo Iuno Covella’ (Οι πρώτες ημέρες του μήνα ονομάζονται Kalendae, επειδή τις ημέρες αυτές ανακοινώνονται [calantur] από τους ιερείς στην Αίθουσα των Ανακοινώσεων του Καπιτωλίνου οι Νώννες, εάν δηλαδή θα πέσουν στις πέντε ή στις επτά του μηνός, με τον ακόλουθο τρόπο: Ήρα Λειψή, σε καλώ την πέμπτη ημέρα ή Ήρα Λειψή, σε καλώ την έβδομη ημέρα). Προσέξτε και πάλι τη γραφή με k.
Ούτως ή άλλως, στην αρχή έχουμε το ρήμα calo, που είναι συγγενικό με το δικό μας το «καλώ» (και όχι δάνειο από το δικό μας όπως αφελώς γράφεται), αν και δεν έχω πρόχειρο τον Ερνού-Μεγιέ (το ετυμολογικό της λατινικής) κι έτσι κρατάω μιαν επιφύλαξη. Πάντως, από το calo προέκυψαν οι calendae και από εκεί και τα σημερινά calendar, calendrier, το δικό μας καλεντάρι κτλ.
Το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, στην πρώτη του έκδοση, έδινε σαν προέλευση της λέξης καλένδες τη λαθεμένη λατινική φράση (calo Juno novella). Η δεύτερη έκδοση διόρθωσε το λάθος, αλλά βέβαια δεν έχουν όλοι την ευχέρεια να προμηθεύονται τις επανεκδόσεις οπότε η αρχική, λαθεμένη εκδοχή αναφέρεται συχνά – ας πούμε σε ένα άρθρο του Παύλου Μεθενίτη.
Στα ελληνικά, η λέξη calendae πέρασε ως δάνειο, σχεδόν πάντα στον πληθυντικό: καλένδαι και (πιο συχνά) καλάνδαι. Από εκεί και τα κάλανδα, που αρχικά ήταν η πρώτη μέρα του μήνα, γρήγορα όμως έφτασε να σημαίνει την πρωτοχρονιά. Για παράδειγμα, σε ένα αστρολογικό βιβλίο, ένα «calendologion», στο TLG βρίσκω προβλέψεις για κάθε χρόνο ανάλογα με το τι μέρα πέφτει η πρωτοχρονιά. Για να επωφεληθούμε από την παραδομένη γνώση, φέτος που η πρωτοχρονιά πέφτει Κυριακή θα συμβούν τα εξής:
Κυριακὴ ἡμέρα ἐὰν γένωνται κάλανδα, ὁ ἐνιαυτὸς ἔσται χρήσιμος, πολεμικώτατος· ἔαρ ὑγρόν, θέρος ξηρόν, φθινόπωρον ἀνεμῶδες, σίτου καὶ ὀσπρίων εὐφορία καὶ οἱ καρποὶ χρήσιμοι. λιμικὰ πάθη γίνονται καὶ χάλαζα πεσεῖται, προβατίων δαψιλία, τρυγητὸς οἴνου καλός, ἔλαιον καὶ μέλι πολύ· νεώτεροι ἀπόλονται, μάλιστα δὲ καὶ γυναῖκες. ἅλατος λεῖψις.
Βέβαια, το σύστημα αυτό έχει το ελάττωμα ότι μόνο εφτά πιθανότητες υπάρχουν για κάθε χρόνο, με βάση τη μέρα της πρωτοχρονιάς. Μήπως όμως αυτό είναι προτέρημα διότι προσφέρει ακαταμάχητη απλότητα;
Τη σημασία Κάλαντα = πρωτοχρονιά τη διασώζει και το μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά, αλλά σήμερα βέβαια κάλαντα λέγονται τα ευχετήρια τραγούδια που τραγουδούν τα παιδιά στα σπίτια και στα μαγαζιά την περίοδο των Χριστουγέννων. Πότε έγινε η επέκταση και αλλαγή της σημασίας δεν το ξέρω: σε ένα παλιό άρθρο του Βήματος γράφεται ότι το 662 που απαγορεύτηκε να γιορτάζονται οι καλένδες δημιουργήθηκαν ως υποκατάστατο τα κάλαντα, αλλά δεν το έχω διασταυρώσει και μεταξύ μας είμαι πολύ δύσπιστος γι’ αυτή την εξήγηση.”(Πηγή : Άρθρο του Νίκου Σαραντάκου στο Sarantakos.wordpress)

Στη φωτογραφία Χαρακτικό του Κώστα Θετταλού με τίτλο «Κάλαντα» από το Αναγνωστικό της Γ’ Δημοτικού, πρώτη έκδοση το 1957. Μια από τις πιο γνωστές φιγούρες των σχολικών εγχειριδίων, αφού κόσμησε τα αναγνωστικά για περίπου 50 χρόνια.

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΗΤΙΚΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ

——————-
“Οι Έλληνες σαν λαός που έχει μεγάλο και σπουδαίο πολιτισμό, κράτησαν ζωντανές τις αρχαίες παραδόσεις τους με τον πιο εορταστικό και χαριτωμένο τρόπο. Τις πλούτισαν μάλιστα με πολύ ευφυία και τις έκαναν πιο παραστατικές. Ήθελαν κι αυτοί πάντοτε, όπως και οι πολύ αρχαίοι πρόγονοί τους, να εξευμενίζουν με ευγένεια τα πονηρά ή άτακτα πνεύματα και με οργιώδη φαντασία που έβλεπε Κόβαλους, δαιμόνια και τέρατα, έδειχναν την ευλαβική τους προσήλωση στην αίσθηση του μέτρου, του καλού και του ωραίου, που είναι χαρακτηριστικά του πολιτισμού μας……
Μια από τις πιο ευγενικές νεοελληνικές παραδόσεις είναι κι εκείνη των Καλκάδων Καλικάτζαρων ή Παγανών, που είναι και από τις πιο πολύτιμες, γιατί είναι η πιο πλούσια από τις χριστουγεννιάτικες παραδόσεις όλου του κόσμου και αναφέρεται σε όλο το Δωδεκαήμερο, δηλαδή στη χρονική περίοδο που περιλαμβάνει τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα.
Οι Καλικάντζαροι έρχονται το Δωδεκαήμερο με τα Χριστούγεννα και φεύγουν με τα Φώτα. Όλες αυτές τις μέρες μικροί και μεγάλοι αισθάνονται τις πιο πολλές αταξίες των Καλικάντζαρων, αλλά δεν τους βλέπουν πάντοτε, γιατί έρχονται στη γη σαν αόρατα Αερικά, χώνονται παντού και τους νοιώθει κανείς ακόμα και στον αέρα. Βγαίνουν κυρίως από τα πηγάδια και από τις πηγές που αναβλύζουν από τα έγκατα της γης. Είναι όλο το χρόνο κρυμμένοι σε μια πελώρια σπηλιά δηλαδή στο εσωτερικό της γης που την φανταζόμαστε πως έχει σχήμα πορτοκαλιού. Πάνω στη γη, στο φως ζει ο κόσμος. Μέσα στη γη, στο σκοτάδι, ζούνε οι Καλκάδες Καλικάντζαροι. Με την ανανέωση κάθε χρόνο των δυνάμεων του Καλού, που συμβολίζεται με την Γέννηση του Χριστού, έχουν θα λέγαμε την ευκαιρία και οι επιρροές εκείνες που αντιστρατεύονται το εποικοδομητικό πνεύμα και συμβολίζονται με τους Καλικάντζαρους και βγαίνουν κι αυτές ταυτόχρονα στην επιφάνεια της γης, για να δράσουν στον ίδιο στίβο. Γίνεται έτσι μια άμιλλα μεταξύ των αντίρροπων δυνάμεων για το ποιές θα επικρατήσουν, αλλά με τα Επιφάνεια, στα Φώτα, του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή του θεικού στοιχείου κάθε επικοδομητικής προσπάθειας, δαμάζεται κάθε αντίθετη επιρροή και οι ανανεωμένες δυνάμεις του Καλού δεν εξουδετερώνονται. Έτσι οι Καλικάντζαροι αναγκάζονται να υποχωρήσουν από την επιφάνεια της γης και να επιστρέψουν στο σκοτάδι της.
Στα διάφορα μέρη της Ελλάδας έδωσαν και διαφορετικά ονόματα στους Καλικάντζαρους. Στην ‘Ήπειρο τους ονόμαζαν «Οι Καλισπούδες».
Όλα αυτά τα μισοδαιμονικά καταγίνονται, λένε, με το χάλασμα του χοντρού κορμού του Δέντρου, που με τα κλαριά του και τη φυλλωσιά του κρατάει τη φλούδα της Γης. Πάνω σ’ αυτήν είναι χτισμένος ο Κόσμος. Θέλουν με κάθε τρόπο να ενοχλήσουν και να πειράξουν τους ανθρώπους και σκαρφίζονται για το λόγο αυτό ένα σωρό πράγματα. Είναι εξωτικά όντα και έχουν μορφή μάλλον ανθρώπου παρά ζώου. Μοιάζουν με πιθηκοειδή χωρίς κέρατα, έχουν μεγάλα αυτιά και ουρά, Το χρώμα τους είναι μαύρο ή σκούρο καφέ και κάπου κάπου κόκκινο ή μαβί. Τα πόδια τους είναι συχνά αλογίσια ή γαϊδουρινά, τραγίσια, βατραχίσια ή πετεινίσα. Το τρίχωμά τους είναι πολύ πυκνό ή πολύ αραιό, μπορεί όμως και να μην έχουν καθόλου τρίχες. Οι Καλικάντζαροι δεν έχουν δύναμη, δεν πολυφοβούνται το κρύο, δεν θέλουν όμως ούτε φωτιά. Τη φωτιά μάλιστα τη φοβούνται όπως ο διάβολος το λιβάνι. Εκτός από τη φωτιά, φοβούνται και τους πολλούς ανθρώπους, γι’ αυτό δουλεύουν με τα κοφτερά δόντια και τα τσεκούρια τους όλο το χρόνο για να κόψουν το Δέντρο που κρατάει τον Κόσμο, ώστε να χαθεί και να εκδικηθούν τους ανθρώπους. Μόλις όμως φτάσει η παραμονή των Χριστουγέννων και η φλούδα της Γης είναι έτοιμη να βουλιάξει, τότε συμβαίνει ένα πολύ μεγάλο γεγονός. Από τον Ουρανό, η Παναγία φέρνει στον Κόσμο τον Χριστό κι Εκείνος με την Αγάπη του και την απέραντη Καλοσύνη Του στεριώνει τη Γη και δεν αφήνει τους ανθρώπους να χαθούν. Για να γιορτάσει το μεγάλο αυτό θαύμα ο κόσμος βρίσκεται την παραμονή σε ζωηρή κίνηση : πλένει, καθαρίζει, φτιάχνει γλυκά και φαγητά. Ακούγοντας όλη αυτή τη φασαρία πάνω από τα κεφάλια τους οι Καλικάντζαροι αφήνουν τη δουλειά τους και ξεχύνονται στον επάνω Κόσμο, για να δουν τί τρέχει. Πληροφορούνται τη Γέννηση του Χριστού και θέλοντας κι αυτοί να δράσουν με το δικό τους τρόπο, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να πρειράζουν τους ανθρώπους….. (Απόσπασμα από το υπέροχο βιβλίο, δυσεύρετο πλέον, του Θάνου Βελλούδιου «ΑΕΡΙΚΑ, ΞΩΤΙΚΑ & ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ» με τις υπέροχες ζωγραφιές). Περισσότερα για το βιβλίο και τον συγγραφέα στα σχόλια.

Στον πίνακα του Π. Τέτση από το ίδιο βιβλίο «Η Γέννηση του Χριστού και ο ερχομός των Καλκάδων Καλικάντζαρων» 

https://www.lifo.gr/prosopa/onomazomai-thanos-moyrrais-belloydios-kai-oydepote-ezisa-os-fyton?fbclid=IwAR1lmuUUBv39dEnjg3ajEoeiNiYFZbQETTAhxI2zqp13RkqoLFKsWrbTN30

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

ΤΑ ΣΥΧΑΡΙΚΙΑ

—————
“Τι είναι τα συχαρίκια; Τι σημαίνει «συχαρίκια»;
Θα μου πείτε οι περισσότεροι, ή μάλλον σχεδόν όλοι σήμερα, χρησιμοποιούν τη λέξη με τη σημασία «συγχαρητήρια» – σαν ένα λίγο πιο οικείο, λίγο πιο λαϊκό συνώνυμο, που είναι και δυο συλλαβές συντομότερο.
Ωστόσο, δεν ήταν αυτή η πρώτη σημασία της λέξης – κι αυτό το βλέπουμε στα λεξικά. Το λεξικό Μπαμπινιώτη, ας πούμε, δίνει τις εξής σημασίες: συχαρίκια : 1. χρήματα ή δώρο σε αυτόν που αναγγέλλει πρώτος ευχάριστη είδηση, 2. (συνεκδ.) η ευχάριστη είδηση, 3. τα συγχαρητήρια.
Οι δυο πρώτες σημασίες είναι οι παλιότερες – μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες ήταν οι μοναδικές.
Στις παλιές κοινωνίες της αγροτικής προπολεμικής Ελλάδας, όταν τα σπίτια δεν είχαν τηλέφωνο, τα νέα διαδίδονταν από στόμα σε στόμα μέχρι να φτάσουν τελικά στους άμεσα ενδιαφερόμενους – και εκείνος που μετέφερε τα καλά νέα, όπως το γράμμα ενός ξενιτεμένου ή ο γυρισμός του ναυτικού, μπορούσε εύλογα να περιμένει ένα κέρασμα ή ένα φιλοδώρημα για την υπηρεσία του. Αυτό λεγόταν «παίρνω τα συχαρίκια».
Τα συχαρίκια αποτελούσαν, σε κάποιους τόπους, οργανικό τμήμα τελετών όπως η βάφτιση ή οι αρραβώνες. Για παράδειγμα, ο πατέρας του παιδιού που βαφτιζόταν δεν παρευρισκόταν στο μυστήριο, παρά περίμενε έξω από την εκκλησία και τα παιδιά του χωριού έτρεχαν να του αναγγείλουν το όνομα του παιδιού (που βέβαια το ήξερε) για να πάρουν τα συχαρίκια – το φιλοδώρημα.
Όπως λέει ο Παπαδιαμάντης στη Νοσταλγό: Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Βασίλης τῆς Μάρκινας, ὅστις εἶχε προπορευθῆ κατὰ τριακόσια βήματα, ἔτρεχε μὲ τὴν προθυμίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δεικνύουσι τὰ παιδία ὅπως δώσωσι καλὴν ἢ κακὴν εἴδησιν, διὰ νὰ πάρουν «τὰ συχαρίκια» ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει, διὰ νὰ διασκεδάσουν μὲ τὴν ἀμηχανίαν τοῦ ἐνδιαφερομένου ἐν τῇ δευτέρᾳ.
Ο Παπαδιαμάντης έχει γράψει και διήγημα με τίτλο «Τα συχαρίκια«, όπου και πάλι τα συχαρίκια έχουν τελετουργικό χαρακτήρα, δηλαδή η είδηση που αναγγέλλεται είναι γνωστή στον ενδιαφερόμενο – εδώ, μια γριά γειτόνισσα παίρνει τα σχαρίκια από μια κοπέλα που έγιναν οι αρραβώνες της στο σπίτι του γαμπρού – χωρίς την παρουσία της ίδιας, έτσι τόθελε το έθιμο: Ἐφίλησαν τὴν θεια-Χρυσῆ, ἥτις τοὺς συνεχάρη πρώτη, καὶ ἐπανελθοῦσα μόνη μετ᾽ ὀλίγα λεπτά, ἐπῆρε τὰ συχαρίκια τῆς Μυρσούδας, ἥτις τὴν «ἀσήμωσεν», ἤτοι τῆς ἔδωκεν ἀργυροῦν νόμισμα.
Τα συχαρίκια τα έπαιρναν, βλέπουμε, παιδιά ή αναγκεμένοι άνθρωποι. Ένας νοικοκύρης δεν έτρεχε να πάρει συχαρίκια, ασήμωνε μόνο εκείνους που του έφερναν τα καλά νέα, είτε τα ήξερε είτε όχι. Και σε άλλους λογοτέχνες βρίσκουμε τα συχαρίκια – πιο όψιμη ανεύρεση στον (μεταπολεμικό) Βασίλη Λούλη, όπου ένας ναυτικός φαντάζεται τον γυρισμό του: Την ίδια μέρα που θα νετάρω τις εξετάσεις, δρόμο για το χωριό. Στην πλατεία, στον Άγιο Θανάση, που θα σταθεί το αυτοκίνητο, θα περιμένει όπως πάντα ο αδερφός μου το ταχυδρομείο, και σαν θα με δει θα παρατήσει το σάκο στη μέση της πλατείας και θα τρέξει να πάει ο ίδιος της γριάς τα συχαρίκια.
Η κοινωνία αλλάζει, ζούμε οι περισσότεροι σε μεγάλες πόλεις όπου δεν ξέρουμε ποιος είναι ο γείτονάς μας, και τα νέα τα φέρνει πια ο ταχυδρόμος και το τηλέφωνο, ή μάλλον το μέιλ και η τηλεόραση. Συχαρίκια ο ταχυδρόμος υποθέτω ότι εξακολουθούσε να παίρνει όταν πήγαινε τις συντάξεις, αλλά κι αυτό τώρα καταργήθηκε αν δεν κάνω λάθος. Κι έτσι, δεν είναι περίεργο που αυτή η σημασία της λέξης «συχαρίκια» έχει σχεδόν χαθεί: αφού δεν υπάρχει το πράγμα, δηλαδή η συνήθεια, το έθιμο αυτό, λογικό είναι να μη λέγεται κιόλας.
Η νεότερη σημασία της λέξης, δηλαδή συχαρίκια = συγχαρητήρια, δεν ξέρω πότε εμφανίστηκε – θάναι καμιά τριανταριά χρόνια, υποθέτω. Τα λεξικά μας, επειδή είναι συντηρητικά, ακόμα διατηρούν την παλιά σημασία – μάλιστα, το ΛΚΝ έχει μόνο τις δύο παλιές σημασίες. Ο Μπαμπινιώτης, είπαμε, έχει πρώτες τις παλιές και μετά τη νεότερη σημασία, ενώ το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, που διέπεται από τη χρήση, έχει, και σωστά πιστεύω, πρώτη τη σημασία «συγχαρητήρια», και λέω σωστά επειδή ο σημερινός χρήστης σχεδόν μόνο αυτήν χρησιμοποιεί. (Πηγή : Άρθρο στο Sarantakos.wordpress)

Στη φωτογραφία «Τα σχαρίκια» – Φωτογραφία του Κώστα Καραπατάκη από το αρχείο του Δημήτρη Μπουκάλη, όπως δημοσιεύτηκε στη Μουσική Ψηφιακή Έκδοση «Απόψε στ΄όνειρό μου» του Χρήστου Ντάγκαλα.

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε